27/10/2020 05:59:39
25.9.2020 / ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2144 στις 24-9-2020

Πρεσάρισμα Τσίπρα σε Μητσοτάκη για τα εθνικά

Πρεσάρισμα Τσίπρα σε Μητσοτάκη για τα εθνικά - Media

 

Αν η οικονομία ήταν το ένα σκέλος στο οποίο ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης επιχείρησε να ασκήσει πίεση στον Κυριάκο Μητσοτάκη, από το βήμα της ΔΕΘ το περασμένο Σαββατοκύριακο – για παράδειγμα με τα περί πολιτικής εξαπάτησης των ψηφοφόρων στους οποίους έταξε δουλειές και ανάπτυξη, αλλά έφερε ύφεση –,  το άλλο ήταν στα εθνικά.
Κατά τη συνέντευξη Τύπου την Κυριακή ο Αλέξης Τσίπρας δέχτηκε αρκετές ερωτήσεις για τα ελληνοτουρκικά κι επιχείρησε ουσιαστικά να παρουσιάσει τις παλινωδίες των κυβερνητικών χειρισμών και τις «τρύπες» της κυβερνητικής τακτικής όσον αφορά την τήρηση της εθνικής γραμμής, προκειμένου να εκθέσει στο δεξιό ακροατήριο τον πρωθυπουργό. Εμμέσως πλην σαφώς η αιχμή είναι ότι όπως με τη Συμφωνία των Πρεσπών ο Κυριάκος Μητσοτάκης, κόντρα στις προσωπικές του πεποιθήσεις σε σχέση με το Μακεδονικό, οι οποίες αποτυπώνονται στη σημερινή του στάση, αυτήν της τήρησης της Συμφωνίας, έτσι και στα ελληνοτουρκικά τηρεί υποκριτική στάση και άλλα συζητά πίσω από κλειστές πόρτες στο Βερολίνο και αλλού, και άλλα λέει στο εσωτερικό της χώρας.


Κατ’ αρχάς, εκτίμησε ότι η τακτική της κυβέρνησης στα ελληνοτουρκικά είναι «βλέποντας και κάνοντας» όταν απέναντι η τακτική του Τούρκου Προέδρου είναι συνεπής και «προβλέψιμη», δηλαδή «διεκδικεί διαρκώς να καταλαμβάνει χώρο, δημιουργεί τετελεσμένα, παραβιάζει κυριαρχικά δικαιώματα ή θέλει να παραβιάσει κυριαρχικά δικαιώματα, και βάζει διαρκώς πάνω στο τραπέζι ζητήματα τα οποία κατά την εθνική γραμμή αλλά και τη δική μας άποψη είναι λυμένα με βάση τις Διεθνείς Συνθήκες και θα έπρεπε να είναι λυμένα με βάση την τήρηση του Διεθνούς Δικαίου».
Σε ό,τι αφορά την κλιμάκωση του τελευταίου διαστήματος με το «Oruc Reis», εξέφρασε τη βεβαιότητα ότι υπήρξε παραβίαση κυριαρχικών δικαιωμάτων, αφήνοντας να εννοηθεί ότι η κυβέρνηση δεν τα υπερασπίστηκε με βάση τα όσα ορίζει ο νόμος Μανιάτη του 2011 (νόμος που ορίζει «ποια είναι τα δυνητικά δικαιώματα σε υφαλοκρηπίδα και σε ΑΟΖ της χώρας με βάση το Διεθνές Δίκαιο»). Επιπλέον, διατύπωσε ερωτήματα για το αν δόθηκαν συγκεκριμένα ανταλλάγματα προκειμένου το «Oruc Reis» να αποχωρήσει και μάλιστα ξαφνικά, ενώ προηγουμένως δεν είχε αφήσει «σπιθαμή προς σπιθαμή τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, νοτίως του Καστελλόριζου». «Ξαφνικά αποσύρθηκε και ξεκινούν οι διερευνητικές. Πολύ ευχάριστο» σημείωσε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ, διερωτώμενος ωστόσο αν υπήρξαν ανταλλάγματα, αν υπήρξε κάποια συμφωνία ή συνεννόηση στο Βερολίνο, αν εν τέλει, εφόσον υπήρξε, πρόκειται για την περιώνυμη «γραπτή συμφωνία» που ανέφερε προ ημερών ο πρωθυπουργός στο άρθρο του και ποιο ήταν το περιεχόμενό της.

Επίσης προκάλεσε τον πρωθυπουργό να εξηγήσει την αναφορά του σε «μείζονα» διαφορά από το βήμα της Θεσσαλονίκης, αλλά και σε «διαφορές» στο προαναφερθέν πρόσφατο άρθρο του στον διεθνή Τύπο.
Γενικότερα, έθεσε εμφατικά το θέμα της ελλιπούς ενημέρωσης της κοινή γνώμης και των πολιτικών δυνάμεων γύρω από το περιεχόμενο των συζητήσεων που κάνει η κυβέρνηση για παράδειγμα στο ΝΑΤΟ ή στα όργανα της Ε.Ε. – με αιχμή ότι ενδέχεται να παρεκκλίνει της εθνικής γραμμής ή να προχωρά σε βήματα χωρίς ασφαλιστικές δικλίδες. Ενδεικτικά διερωτήθηκε για τη συγκυρία της έναρξης των διερευνητικών συνομιλίων λίγο πριν από τη σύνοδο κορυφής που θα συζητούσε κυρώσεις (σαφής ο υπαινιγμός για απόσυρση από το τραπέζι της διεκδίκησης κυρώσεων) και αν η κυβέρνηση έλαβε εγγυήσεις ότι το ερευνητικό δεν θα ξαναβγεί να παραβιάσει τα κυριαρχικά μας δικαιώματα ή θα κάνει διάλογο υπό την απειλή του «Oruc Reis». Διεμήνυσε ότι καμία κυβέρνηση δεν μπορεί να θέτει στο τραπέζι της συζήτησης εθνικά κυριαρχικά δικαιώματα, ούτε να μπαίνει σε συζήτηση για «γκρίζες ζώνες» στο Αιγαίο και αποστρατιωτικοποίηση νησιών.


Ως προς το τελευταίο, έθεσε ερωτήματα για το αν η κυβέρνηση έχει μπει σε τέτοια συζήτηση τη στιγμή που η Τουρκία δεν είναι αρμόδια να τη θέτει: «Από πού κι ώς πού η Τουρκία διεκδικεί έναντι μιας Συμφωνίας τρίτων χωρών, το αν εμείς την τηρούμε αυτή τη Συμφωνία ή όχι, που έγινε το ’47 στο Παρίσι με αντισυμβαλλόμενες άλλες χώρες που σήμερα δεν μας ζητάνε να μην έχουμε άμυνα στα Δωδεκάνησα όταν απέναντι έχουμε απειλή;».
Από πλευράς ΣΥΡΙΖΑ, ο Αλέξης Τσίπρας καλωσόρισε την έναρξη των διερευνητικών συνομιλιών, ωστόσο εκτίμησε ότι «δεν υπάρχει καμία πιθανότητα να υπάρξει κατάληξη μέσω των διερευνητικών στο θέμα της υφαλοκρηπίδας», γι’ αυτό είπε ότι «όλοι επικαλούμαστε τη Χάγη ως λύση». Πρόσθεσε εδώ πως το κρίσιμο ερώτημα είναι «πού θα συμφωνήσουμε ότι διαφωνούμε με την Τουρκία και ποιο θα είναι το συνυποσχετικό που θα πάμε στη Χάγη». «Βεβαίως η Χάγη είναι αυτή η οποία, το Διεθνές Δικαστήριο δηλαδή, θα αποφανθεί. Και επί της απόφασης αυτής – όλοι θα τηρήσουμε την απόφαση. Αλλά το μεγάλο θέμα είναι ότι δεν μπορεί να απομειώνεις τα επιχειρήματά σου πριν προσφύγεις στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης». Επομένως, ρώτησε ξανά, «τι θα πάμε να συμφωνήσουμε πριν πάμε στη Χάγη; Θα πάμε να συμφωνήσουμε εμείς ότι έχουν μικρότερη υφαλοκρηπίδα τα νησιά; Και σε ποιο μέτρο;».

Επέμεινε πάντως στο θέμα των κυρώσεων λέγοντας ότι η απειλή κυρώσεων σε συνδυασμό με το δέλεαρ της τελωνειακής ένωσης Ε.Ε. - Τουρκίας αποτελεί μια στρατηγική «μαστίγιο και καρότο» υπό την εκτίμηση ότι η στρατηγική της Τουρκίας δεν αφορά μόνο τα θέματα των θαλάσσιων ζωνών, αλλά και τις εμπορικές και οικονομικές διεκδικήσεις έναντι της Ε.Ε.
 

Γκρίνια στο εσωτερικό
Πρέπει να σημειωθεί ότι στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ η εσωκομματική αντιπολίτευση δεν είδε με ικανοποίηση την παρουσία του προέδρου στη Θεσσαλονίκη σε σχέση με τα εθνικά. Αντιθέτως φαίνεται να θεωρεί ότι εμφανίστηκε σε σκληρή γραμμή, μακριά από τις διεθνιστικές θέσεις του κορμού του ΣΥΡΙΖΑ.
Σε συνδυασμό με το θέμα που δημιουργήθηκε δυο μέρες μετά τη Θεσσαλονίκη με τη Θεοδώρα Τζάκρη (τους χαρακτηρισμούς «άπατρις» και «διεθνιστής» που απηύθυνε ως κατηγορίες στον Κυριάκο Μητσοτάκη) η εσωκομματική αντιπολίτευση συντονιζόμενη και με το εκσυγχρονιστικό κομμάτι των συμμάχων της «Προοδευτικής Συμμαχίας» φαίνεται να ετοιμάζεται να ανακινήσει εσωτερικά ζήτημα για το ότι ο ΣΥΡΙΖΑ εμφανίζεται να μετατοπίζεται σε «δεξιές» θέσεις όσον αφορά τα ελληνοτουρκικά.
Πέραν του ιδεολογικού είναι πιθανό η εσωκομματική αντιπολίτευση μετά το ουσιαστικό πολιτικό της «χαμήλωμα», που σηματοδοτήθηκε με τον ανασχηματισμό των τομεαρχών και κυρίως την «καρατόμηση» Τσακαλώτου, να επιχειρεί να αντιδράσει μέσω των ελληνοτουρκικών και έτσι να ανακτήσει χαμένο χώρο. Το μόνο βέβαιο φαίνεται να είναι ότι με τα εθνικά θέματα στο προσκήνιο και μάλιστα σε κρίση η σχετική αναστάτωση στο εσωτερικό του ΣΥΡΙΖΑ δεν θα σταματήσει (μένει να φανεί πόσο μπορεί να ελεγχθεί). Σε κάθε περίπτωση η πλευρά της εσωκομματικής αντιπολίτευσης αναμένεται να επιμείνει στην προάσπιση της διεθνιστικής ιδεολογικής - πολιτικής φυσιογνωμίας του ΣΥΡΙΖΑ, προκειμένου να εμφανίζονται αριστερό ακροατήριο ως κρίσιμης σημασίας δύναμη στο εσωτερικό του κόμματος, εγγυητές με άλλα λόγια των «διεθνιστικών» χαρακτηριστικών και αντιλήψεων.
Από την άλλη ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ είναι αυτός που από τη μία σηκώνει το κεντρικό βάρος της αντιπολιτευτικής τακτικής απέναντι στον Κυριάκο Μητσοτάκη και τη Ν.Δ. στα συγκεκριμένα ζητήματα και όπως έχουμε ξαναπεί ζυγίζει και την κοινή γνώμη, επιχειρώντας να τηρήσει ισορροπίες.
 


 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.