02/03/2021 12:38:33
14.12.2020 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2155 στις 10-12-2020

Πρόταση βιβλίου: Πενήντα χρόνια ποιητικής πατριδογνωσίας

Πρόταση βιβλίου: Πενήντα χρόνια ποιητικής πατριδογνωσίας - Media

 

Γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου

Αλέκος Φλωράκης

Τα Ορατά και τα Αόρατα

Ποιήματα 1968 - 2018

Εκδόσεις: Γαβριηλίδης

Σελ.: 260

Η συγκεντρωτική έκδοση του έργου ενός ποιητή είναι σημαντική στιγμή, όχι μόνο για την αποτίμηση της παρουσίας του στα γράμματα ενός τόπου και μιας εποχής, αλλά και για την κατανόηση αυτής της ίδιας της εποχής. Όταν μάλιστα έχουμε μπροστά μας το έργο μισού αιώνα ενός σημαντικού ποιητή, είναι προφανές πως ο τρόπος που προσελήφθη αυτό λέει πολλά περισσότερα για την πνευματική ζωή του τόπου απ’ ό,τι για τον ίδιο τον δημιουργό.

Ο Αλέκος Φλωράκης, ξεχωριστός ποιητής και διακεκριμένος εθνολόγος, άκουσε από νωρίς εντός του να τον καλεί η πανάρχαια μυστική λύρα που γεννά ποιητές, μα εξίσου νωρίς ένιωσε και τον διχασμό ανάμεσα στα φεγγάρια της αλήθειας του και τις έξωθεν επιβεβλημένες προσωπίδες της επιβίωσης – για να θυμηθούμε τον τίτλο της πρώτης του συλλογής. Ξεκινώντας στα χρόνια της δικτατορίας, πόθησε, όπως κάθε έντιμος άνθρωπος, να συντρίψει τις προσωπίδες της αλλοτρίωσης και της τραγωδίας εκείνου του καιρού. Συγχρόνως όμως συνέλαβε την τραγωδία κάθε καιρού.

Η γόνιμη και δημιουργική αφομοίωση της λυρικής ποιητικής παράδοσης, με χρήση μεθόδων της νεωτερικής ποίησης, αλλά και οι γερές ρίζες στο πατρικό χώμα και τη μητρική θάλασσα, έκαναν τον Φλωράκη γρήγορα να ξεχωρίσει στη γενιά του 1970. Η ελευθερία, η διαμαρτυρία, η μοναξιά, η ειρήνη, είναι τετριμμένα ποιητικά σχήματα. Όμως ο τρόπος που ο Φλωράκης, από τη φυλακή της Ιστορίας που γεννά το μίσος, έστεκε εξαρχής αποφασισμένος, σκυφτός και κατάμονος, να κρατήσει στις παλάμες του μονάχα την αγάπη, να υμνεί τα αθέριστα στάχυα της ειρηνικής ζωής και την κλεισμένη στον Άδη φωνή της μούσας, με εγκαρτέρηση όμοια μελλοθανάτου, ήταν αυτό που τον ξεχώρισε από μια γενιά εξαρχής ταυτισμένη με τη διαμαρτυρία και την αμφισβήτηση.

Λυρικός μα και «προφητικός» (όταν οραματιζόταν μιαν άλλη πατρίδα, μιαν άλλη κοινωνία) ζήτησε την ακέραιη ζωή, με πίστη πως «όσα τριβόλια κι αν θεριέψουνε, ο θερισμός θα γίνει» γιατί «αύριο υφαίνουμ’ ουρανούς να ξεχυθούνε θάλασσες, αύριο σπέρνουμε αυγές για να βλαστήσουν ήλιοι», «αύριο δε θάναι πια αίμα στην πόρτα μας, φράχτης το συρματόπλεγμα στην κορυφή του λόφου». Βέβαια αυτή η αισιοδοξία δεν κρατά πολύ. Η τραγική αίσθηση της ζωής, «η ερημιά [που] δε βρίσκει δεύτερη ερημιά να πει δυο λόγια», η συνείδηση του «αποσυνάγωγου» (διότι «αδιαβλήτως εφύτευσε») θα σφραγίσουν την ποιητική του εμπειρία οδηγώντας τον στη σιωπή. Έτσι, όταν το 1990, έπειτα από μακρά εκδοτική απουσία, ο Φλωράκης επιστρέφει με τη συλλογή «Η προϊστορία του νερού», θα μιλήσει με νέα εκφραστική για το βίωμα της ιθαγένειας ή της εντοπιότητας, για τις επιχωματώσεις που εκτοπίζουν τη θάλασσα, για τον γιαλό όπου μάτωσε και γνώρισε το φεγγάρι, εκεί που τώρα «προέχει βέβαια ο τουρισμός. / Σ’ εκείνη την αιμάτινη κηλίδα / τώρα κηλίδες λάδι μηχανής / κι αύριο μια αβρή κυρία θα εκτίθεται / στις πολυθρόνες της παραλίας. / Όμως εκεί, / δεξιά του ξενοδοχείου / υπάρχει ένα πτώμα. / Αν το κοιτάξετε στα μάτια / θα δείτε τον βυθό» («Μεταμορφώσεις» Ι). Παρά ταύτα, τα κυκλαδονήσια παραμένουν πανέμορφα (έξοχα υμνούνται), ενώ η ποίηση, με το πρόσωπο της Ροδής που γεννήθηκε μέσα στη σιωπή, «μια σιωπή φεγγάρι Αυγούστου», ιερουργεί πάντα και ειδικά τα βράδια που κάθεται στα μνήματα και τραγουδά τους νεκρούς της για μη «νιώθουνε μόνοι δίχως φεγγάρι».

Ολιγογράφος και καίριος, ο Φλωράκης εξομολογείται το 2009 στον «Απολογισμό»: «Ήμουνα πάντα πανί μεσοπέλαγο. Θα ξεχάσω τα όσα θέλησα και δεν άρχισα. Θα ξεχάσω τα όσα άρχισα και δεν τέλειωσα. Θα θυμάμαι μόνο τα λίγα που έφτασα ώς το τέλος, αν υπάρχει τέλος σ’ ένα κύμα που κυλά». Διόλου «ερημίτης» της Τήνου, όπου ζει, αφού «η έρημος υπάρχει / παντού και πουθενά / όμως μια όαση άξαφνα / την καταργεί και την προεκτείνει» («Αμφιλογία»), με διαρκή την έγνοια για την πατρίδα και την «πατριδ-αγνωσία» που διδάσκεται, αφού «δεν έμεινε πλέον τόπος δίχως φως, / δεν έμεινε τόπος δίχως σκιά, / δεν έμεινε τόπος» («Τα δέντρα εισβάλλουν από το παράθυρο» - 2017).

Ο Αλέκος Φλωράκης μοιάζει να ήξερε την πορεία του απ’ όταν ξεκινούσε: «Όλα τα χρόνια μου έτσι τα πέρασα, / ανάμεσα στα παγωμένα αγάλματα. / Στις κόγχες είχανε δυο κρύσταλλα αντί για μάτια. / Μια ζυγαριά στις δυο τους χούφτες το χιόνι σώρευε, / ανάμεσα στων δαχτύλων την ακινησία. / Κι οπόταν ένα δεντρολίβανο έβαζα στη μια, / στην άλλη το χιόνι βάραινε / και στην καρδιά μου. / Όπου κι αν χτύπησα, / παντού τ’ αγάλματα μ’ ανοίξανε, / οχυρωμένα σε μια ορειχάλκινη πανοπλία. / Στριφογυρίζοντας τα μάτια τους / πίσω απ’ τις χαραμάδες της περικεφαλαίας, / ανάμεσα στα δυο μου φρύδια / την κάννη μού καρφώνανε ενός περιστρόφου» («Ένα σημειωματάριο - VI»). Ωστόσο η δυναμική πολυσημία και η έκσταση που όρισαν την τεχνική του, ο πηγαίος λυρισμός και ο πυκνός του στοχασμός, ανέδειξαν μιαν εκφραστικά ολοκληρωμένη προσωπική αισθητική περιοχή που δικαιώνει τελικά την ποιητική του πορεία με ένα φυσικό φως, πολύ πιο γνήσιο από τα έντονα πλην τεχνητά και γι’ αυτό θνησιγενή φώτα μιας ολόκληρης εποχής.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.