18/06/2019 13:19:40

Λίνα Νικολακοπούλου: Δεν έχω ενοχές που υπήρξα η αγαπημένη των media

Λίνα Νικολακοπούλου: Δεν έχω ενοχές που υπήρξα η αγαπημένη των media - Media
Απογευματινό ραντεβού στο Γκάζι, στη νέα μουσική σκηνή «Χελώνα». Τα μαγαζιά της διασκέδασης, όταν είναι άδεια, αποπνέουν θλίψη. Ξέρεις ότι δεν είναι η φυσική τους κατάσταση. Ότι ζωντανεύουν μόνο όταν γεμίζουν, όταν ξεχύνονται μουσικές και φωνές. Περιμένω τη στιχουργό Λίνα Νικολακοπούλου και παρατηρώ τον χώρο όπου κάθε Τετάρτη εμφανίζεται με τραγούδια από το νέο της cd «Χειρολαβές» στο οποίο τραγουδάει η Αργυρώ Καπαρού σε μουσική της Δάφνης Αλεξανδρή. Τις υπόλοιπες μέρες ο Σταμάτης Κραουνάκης με τη «Σπείρα - Σπείρα» κάνει τα δικά του και κάθε Δευτέρα η Γιώτα Νέγκα. Τη ρωτάω αν ήταν όνειρο ζωής ένας τέτοιος χώρος για εκείνη και τον Κραουνάκη. Μου λέει: «Θέλημα ήταν. Γιατί τα όνειρα, στα 30 τόσα χρόνια που είμαστε δραστήριοι, ξέρουμε πόσο δύσκολα είναι»

Ποιοι ήταν οι λόγοι που διήρκεσε τόσο πολύ η αποχή σας από τη δισκογραφία; Νιώθατε ότι είχατε εξαντληθεί ή χρειαζόσασταν μια απόσταση για το επόμενό σας βήμα;
Ήταν μια στάση αναμονής και σιωπής που άρχισε γύρω στο 2004. Θέλησα να πάρω μια απόσταση και από τα δικά μου πράγματα αλλά και από πολλούς συνεργάτες που έβλεπα ότι τραβάνε γι’ αλλού. Από την ίδια την υποδομή που υπάρχει στην ελληνική πραγματικότητα, μια βιομηχανία όπου οι δισκογραφικές εταιρείες στράφηκαν προς πολύ φτηνή και άσχημη κατάσταση. Βέβαια όσο έχεις καλούς συνεργάτες γύρω σου, δεν σε πειράζει γιατί βρίσκεις τρόπο.

Ποιος είναι αυτός ο τρόπος;
Άρχισα να πειραματίζομαι έξω από μια δεοντολογία τρέχουσας δισκογραφικής ύλης. Άρα, σήμαινε ότι κάτι έψαχνε ο εαυτός μου χωρίς να χάσει τα χαρακτηριστικά ενός τεχνίτη. Καταρχάς ότι έκλεινε ένας μεγάλος κύκλος 33 ετών και δεύτερον, με αφορμή τη συνεργασία μου με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου στη δημιουργική ομάδα της προετοιμασίας της Ολυμπιάδας, βρήκα τον χρόνο να διαβάσω ξανά. Είχα μια επιθυμία να κλειστώ και να δώσω τον χρόνο μου στη γνώση που πάντα με αφορά και τώρα πιο πολύ από ποτέ. Δεν είναι τυχαίο που λέει ο λαός «αγρανάπαυση». Τη χρειάζονται τα χωράφια για να ξεκουραστούν. Ήθελα να ξαναβρώ μια αιτία χαράς που θα μου έδινε ξανά κουράγιο να εξωτερικεύσω πράγματα. Γιατί πολλές φορές λες: έχω κάνει τόσο πολλά, αλλά ο κόσμος γύρω μου είναι άλλος, δεν έχει νόημα να βγάλω ένα «σήμα» τώρα…

Πόσο «άλλος» είναι πια ο κόσμος γύρω μας;
Είναι ουσιαστικά άλλος. Είναι δύσκολο αυτήν τη στιγμή, όποιος κι αν είσαι, να περάσει η φωνή σου αβίαστα. Είναι πολύ δύσκολο, σαν να πρέπει να μπεις μέσα σε ένα δίκτυο συνθήκης, έναν τρόπο επικοινωνιακό ηλεκτρονικό για να διακινήσεις ένα προϊόν. Αυτό το νέο cd «Χειρολαβές» το έχω παραγάγει μόνη μου, που σημαίνει ότι έχω πάρει την ευθύνη του προϊόντος. Παλιά υπήρχε η υποδομή που λεγόταν εταιρεία και καλούσε τους καλλιτέχνες. Τώρα πληρώνουμε οι ίδιοι οι δημιουργοί. Το να ξέρεις να κάνεις τη δουλειά σου σε σώζει.

Έχετε ζήσει θριαμβευτικές επιτυχίες σε μικρούς χώρους αλλά και σε γιγάντια μαγαζιά. Ποια είναι η διαφορά μεταξύ τους;
Όταν γέμισε το «Zoom» με τα τσιγγάνικα τραγούδια του Μπρέγκοβιτς, ήταν μια μικροκλίμακα που έγινε φυτώριο. Καινούργιοι, απρόσμενοι ήχοι από τη βαλκανική κολυμπήθρα. Ακολούθησε το «Γκάζι» με το «Ανθρώπων έργα», όπου ο κόσμος διασκέδαζε σε μεγάλη κλίμακα. Εκεί κάποια στιγμή κατάλαβα ότι αυτό που έκανα είχε τον κίνδυνο να γίνει βιομηχανία. Δεν προλάβαιναν να ωριμάσουν ούτε τα τραγούδια ούτε οι ιδέες. Το ελληνικό τραγούδι έχει ατελείωτα περιεχόμενα. Αν κάθε χρονιά επιλέξεις 30 από αυτά, φτιάχνεις ένα δίωρο και ο κόσμος περνάει πάρα πολύ καλά. Αλλά εμένα με ενδιέφερε μέσα από τον λόγο και τη σύνθεση να καθρεφτίζεται κάθε δύο - τρία χρόνια η ζωή μας. Να δει ο άλλος το πρόσωπό του.

Αυτό δεν αποτελεί άλλωστε την εθνική ταυτότητα στο τραγούδι;
Αυτή είναι η δουλειά του. Καινούργια σκέψη, έμπνευση, αποτύπωση της καθημερινότητας ή της άχρονης συνθήκης συναισθημάτων. Υπάρχουν πράγματα που δεν παλιώνουν στον χρόνο. Ο ανθρώπινος πόνος είναι πάντα ο ίδιος. Θα το καταλάβει και ένα παιδί 18 ετών, αν το πεις καλά, αλλά θα του μιλήσει και ένα ρεμπέτικο του ’30, αν είναι ειπωμένο καλά.

Μα ανέκαθεν επιβίωνε το καλύτερο.
Το καλύτερο ή το αληθινό. Ένιωθα λοιπόν ότι αυτό γίνεται μια εύκολη οδός για τον κόσμο, αλλά η ζύμωση που ήθελα μέσα από τη ζωντανή επαφή μαζί του στις μεγάλες αίθουσες, δεν λειτουργούσε και το ένιωθα. Η τελευταία χρονιά που θυμάμαι να συμμετείχα σ’ αυτού του είδους τη συνθήκη ήταν το ’94 μετά το «Ανθρώπων έργα» στο «Γκάζι». Με εξαίρεση όποτε μου έχει ζητηθεί να επιμεληθώ πρόγραμμα, όπως τρία χρόνια πριν στο «Παλλάς». Αλλά σημασία έχει ποια είναι η δική σου στάση, και η δική μου ήταν μακριά από αυτήν τη δομή.

Ποια είναι η συγκίνηση όταν βλέπετε να απογειώνετε με τους στίχους σας εκατοντάδες σε ένα κέντρο και ποια σε μια μπουάτ;
Είτε έχεις χίλιους ανθρώπους και τραγουδούν ένα ρεφρέν είτε έχεις εκατό, εκείνη τη στιγμή δημιουργείται πρωτογενής συγκίνηση και είναι ακριβώς το ίδιο.

Την εποχή της κραιπάλης και του ξεσαλώματος που μόλις μας τελείωσε, δεν υπήρχε μαγαζί ανά την Ελλάδα που να μην έπαιζε τα τραγούδια σας ξεσηκώνοντας τη νεολαία στο πόδι. Πώς το εκλαμβάνατε αυτό εσείς;
Είχα την αγάπη και για το τραγούδι και για τα παιδιά που νόμιζαν ότι χαίρονταν.

Γιατί λέτε ότι το νόμιζαν;
Γιατί, για να χαίρεσαι, κάτι πρέπει να έχεις προλάβει να βιώσεις. Όσο είναι ακόμα νέος ο άνθρωπος, χαίρεται με ό,τι του δημιουργεί μέσα του κραδασμό. Το θυμάμαι και από τα δικά μου νιάτα, που δεν καταλάβαινα τι έλεγαν τα τραγούδια, αλλά μ’ άρεσε που μεγάλωνα. Φλέρταρα, χόρευα.

Από όλη αυτήν την πρόσφατη εμπειρία της εποχής που ζήσαμε, τι έμεινε;
Καταρχάς, για να μιλήσουμε γι’ αυτήν την εποχή, πρέπει να περάσει λίγος καιρός. Αλλά για μας είναι ζωντανή αυτή η εποχή και προσωπικά δεν θυμάμαι να μην αισθανόμουν έγνοια και ευθύνη για το πού πήγαινε ένα σήμα. Ασφαλώς θυμάμαι να χαίρομαι με την επιτυχία, αλλά με μια αγωνία για το πού πήγαινε αυτό το πράγμα.

Νιώθετε καμία ενοχή για την αλλοφροσύνη μας; Υπήρξατε και η αγαπημένη των media…
Δεν νιώθω καμία ενοχή και νομίζω ότι υπήρξα αγαπημένη των media λόγω των σταρ που με τραγούδησαν.

Είστε και η ίδια σταρ. Ένας «μύθος» της σύγχρονης καλλιτεχνικής ζωής.
Το ζητούμενο είναι πάντα να πουλήσει ένα προϊόν και, για να συμβεί αυτό, χρειάζονται μύθοι. Πρόσωπα που λάμπουν, τα οποία λειτουργούν σαν κράχτες. Αυτοί που ασχολούνται και τώρα θα τους ψάξουν.

Εσείς έχετε εντοπίσει στο τραγούδι κάποιους;
Κάνω τον σταυρό μου να συνεχίσουν να υπάρχουν άνθρωποι που να μπορούν να τραγουδούν και να συγκινούν τον κόσμο που είναι σε απόγνωση. Το αγαπούν το τραγούδι οι Έλληνες, και σήμερα δεν ξέρουν πού να πάνε κι έχουν κουραστεί από τα ίδια. Αναζητούν κάτι να τους φτιάξει το κέφι, την καρδιά.

Εσάς τι σας φτιάχνει το κέφι;
Οι τροβαδούροι που μ’ αρέσουν. Δηλαδή μπορώ να ακούσω Τομ Γουέιτς και να είμαι καλά, Τσιτσάνη, Ξαρχάκο, Κοέν, μπορώ να ακούσω Μόνικα και να είμαι καλά. Μ’ αρέσει πάντα η αγγλική σκηνή, τα λατινόφωνα και τα δικά μας ρεμπέτικα. Σ’ αυτά γυρνάω κάθε φορά που θέλω να ξεκουραστώ. Επίσης στην αμερικάνικη country, στα πρώτα του Ντύλαν και σε κινηματογραφικά soundtrack, όπως του Αλεξάντρ Ντεπλάτ.

Ο Μπρέγκοβιτς σας χρωστάει τη διεθνή του καριέρα στο τραγούδι με το soundtrack του «Καιρού των τσιγγάνων».
Ετοίμαζε έναν δίσκο η Πρωτοψάλτη και ο στιχουργός Κώστας Κωτούλας της είπε για δύο δυνατά κομμάτια που είχε η ταινία. Μου το είπε αυτό και αποφάσισα να πάω να βρω τον Μπρέγκοβιτς στο Σαράγιεβο. Έμεινα έναν μήνα. Μου έδωσε να ακούσω πολλά κομμάτια που είχε γράψει με το ροκ του συγκρότημα. Ξεχώρισα μια μπαλάντα που έμελλε να γίνει το «Θεός αν είναι». Διασκεύασε τη μελωδία λέγοντάς μου: «Ελπίζω να γίνει επιτυχία γιατί χάλασα τρία τραγούδια για να σου το φτιάξω». Έγινε όντως μεγάλη επιτυχία εδώ, το τραγούδησε η Σεζέν Ακσού στην Τουρκία και το έκανε κεντρικό θέμα στη «Βασίλισσα Μαργκό», όπου το τραγούδησε η Όφρα Χάζα. Βλέποντας ένα βράδυ στο «Zoom» τον κόσμο πάνω στα τραπέζια, μου λέει: «Εσύ φταις γι’ αυτό». Ότι κάτι τους έλεγα…

Μια άλλη μεγάλη επιτυχία, «Τα πιο ωραία λαϊκά», μοιάζει σαν μικρή βιογραφία. Τα είπατε όλα εκεί;
Περιέγραψα μια μυθολογία που μας ένωνε. Σαν μωσαϊκό από ψηφίδες που δημιουργούν ένα ενιαίο χρώμα. Αυτά που περιγράφω είναι τα γλέντια που κάναμε στο σπίτι μου. Μεγάλωσα σε μια μικρή κοινωνία, όπου όλοι γλεντούσαν και χόρευαν.

Κάνετε συχνά αυτοκριτική;
Αναρωτιέμαι συχνά αν αυτά που έκανα είχαν αξία. Όσο δουλεύεις, δεν καταλαβαίνεις και έρχεται κάποια στιγμή στα μισά της ζωής και τα βλέπεις όλα αλλιώς. Ξαναλές, έδωσα αυτό που νόμιζα ότι είμαι; Έχω να δώσω ακόμα; Είναι πολύ σοβαρό αυτό για την ίδια τη ζωή. Δεν πάει να έχεις κάνει επιτυχίες και να έχεις αποδοχή; Σε νοιάζει η ζωή σου γιατί περνάει, και είναι σοβαρή υπόθεση η ζωή. Όταν έλεγα 32 χρόνων «Μαμά γερνάω», έμοιαζε να ξέρω πολύ νωρίς. Όπως όταν στα 28 μου είπα «Η σωτηρία της ζωής είναι πολύ μεγάλο πράγμα», ήμουν πολύ μικρή για να το πω αυτό.

Η σημερινή ανέχεια είναι μαγιά για τον δημιουργό;
Ο δημιουργός μέσα του πάντα ασκητεύει, όση επιτυχία κι αν κάνει. Τον τρώει η χαρά που έχει την ώρα που δημιουργεί. Δεν μπορεί να αλλάξει.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.