21/10/2018 23:26:42

Άλκη Ζέη: «Στην Κατοχή οι άνθρωποι δεν είχαν κατάθλιψη όπως σήμερα»

Άλκη Ζέη: «Στην Κατοχή οι άνθρωποι δεν είχαν κατάθλιψη όπως σήμερα» - Media

H Άλκη Ζέη μας έχει διηγηθεί πολλές ιστορίες μέσα από τα μυθιστορήματά της. Τώρα αποφάσισε να μιλήσει σε πρώτο πρόσωπο. Mόλις κυκλοφόρησε από το Μεταίχμιο η αυτοβιογραφία «Με ένα μολύβι Φάμπερ νούμερο δύο». Από τη Σάμο στην Αθήνα της Κατοχής και του Εμφυλίου, παρέα με τον σύζυγό της Γιώργο Σεβαστίκογλου, τον Γκάτσο, τον Ελύτη, τη Ζωρζ Σαρρή, τη Διδώ Σωτηρίου και πολλούς άλλους, θαυμάζει την κομψή μαμά της, μαθαίνει από τον Κώστα Αξελό να ξεγελά τον αυστηρό μπαμπά της, βλέπει τους δρόμους να γεμίζουν νεκρούς, ερωτεύεται, πολιτικοποιείται, παρακολουθεί τη γένεση του Θεάτρου Τέχνης και των εκδόσεων Ίκαρος, γιορτάζει την Απελευθέρωση, φτιάχνει βέρες με τους κρίκους που συγκρατούν ένα κουρτινάκι. Μαζί με τη δική της ιστορία, ξετυλίγει και την Ιστορία της χώρας μας, όπως την έζησε από πολύ κοντά

Εσείς που ζήσατε την Κατοχή και γράψατε για αυτή, περιμένατε πως θα ξαναδείτε σβάστικες και ναζιστικούς χαιρετισμούς στην Αθήνα;
Όχι, δεν το περίμενα. Γιατί, ακόμα κι αν υποθέσουμε πως εκείνοι που τότε υποστήριζαν αυτές τις ιδέες και κυκλοφορούσαν με τις σβάστικες, δεν ήξεραν τι σημαίνουν όλα αυτά. Μετά τον πόλεμο, που γνωρίζουμε πια όλα όσα έγιναν, πώς μπορεί να υπάρχει κάποιος που να τολμά να κάνει κάτι τέτοιο; Αυτό το τελευταίο με τη Χρυσή Αυγή ήταν σοκ. Δεν το φανταζόμουν. Δηλαδή το φανταζόμουν, αλλά δεν περίμενα πως θα έφταναν ώς τη δολοφονία (σ.σ.: του Παύλου Φύσσα). Ελπίζω ο κόσμος τώρα, ο αμόρφωτος κόσμος, ο απλός κόσμος, αυτοί που βοηθήθηκαν, που τους έδωσαν συσσίτιο, να καταλάβει πως αυτό το συσσίτιο δεν είναι μια βοήθεια, είναι γεμάτο αίμα.

Νομίζετε πως φταίει η οικονομική κρίση για όλα αυτά;
Όχι. Ο φασισμός αναπτύσσεται σαν κάτι σποράκια που έχουν σκορπιστεί και σιγά - σιγά μεγαλώνουν. Απλώς η κρίση βοηθάει σε αυτό.

Στα βιβλία σας, και στα παιδικά, διηγείστε κομμάτια από την Ιστορία της χώρας. Πηγαίνετε και στα σχολεία και μιλάτε για αυτά με τους μαθητές. Πιστεύετε πως όλα όσα συμβαίνουν γύρω μας φανερώνουν και έλλειψη παιδείας και ιστορικής μνήμης;
Δεν ξέρουμε την Ιστορία μας. Δεν μιλάνε στα παιδιά για το τι συνέβη τότε. Οι δάσκαλοι βρίσκουν ευκαιρία από το βιβλίο μου «Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» και μιλάνε στα παιδιά, αλλά κατά τ’ άλλα… Να φανταστείτε, πριν από μερικά χρόνια είχα πάει στη Βουλή των Εφήβων και είχα δει δύο μαθητές να χαιρετούν ναζιστικά. Αναρωτήθηκα, στην αρχή, «πλάκα είναι αυτή;». Και μετά εντυπωσιάστηκα που κανένας δεν αντέδρασε. Τα παιδιά να μεγαλώνουν και να βλέπουν ξανά μπροστά φασισμό, είναι δυνατόν; Κι αν δεν βρισκόταν εκείνη η κοπελίτσα, η αστυνομικίνα, να πιάσει τον δολοφόνο, θα πέρναγε και ο θάνατος του παιδιού σαν όλα τα άλλα που έχουν κάνει. Τώρα νομίζω ξεκαθαρίζει η εικόνα. Και πιστεύω πως οι δάσκαλοι πρέπει να μιλούν στα παιδιά για τον φασισμό, κάθε μέρα.

Από τα τόσα που έχετε ζήσει και περιγράφετε στο βιβλίο, υπάρχει κάτι που να σας θυμίζει τις σημερινές συνθήκες;
Όχι, καμία σχέση. Λένε πως οι σημερινές συνθήκες είναι σαν την Κατοχή, όμως δεν είναι έτσι. Τότε οι άνθρωποι πεθαίνανε κυριολεκτικά από την πείνα, υπήρχε κίνδυνος να σκοτωθείς στη μέση του δρόμου, έπαιρνες μέρος στην Αντίσταση και αυτό ήταν πολύ επικίνδυνο.

Στο βιβλίο μιλάτε και για την πείνα και για τους νεκρούς, αλλά περιγράφετε και βόλτες, πάρτι, καλλιτεχνικά ρεύματα…
Το ηθικό σου εκείνη την εποχή ήταν πολύ ψηλά ανεβασμένο. Οι άνθρωποι δεν είχαν την κατάθλιψη που έχουν τώρα.

Γιατί;
Γιατί τότε πίστευες σε ένα όραμα: πως θα έρθει η απελευθέρωση, πως όλα θα γίνουν καλύτερα, ενώ οι συνθήκες ήταν πολύ χειρότερες. Τώρα δεν υπάρχει το όραμα και γι’ αυτό και έχει πέσει ο κόσμος στην κατάθλιψη.

Πού νομίζετε πως οφείλεται αυτό;
Είναι εποχή που δεν έχει οράματα. Τότε η προοπτική της απελευθέρωσης έφερνε κάτι καινούργιο. Καινούργιες σκέψεις, ιδέες, φιλοσοφίες, όλα ήταν καινούργια. Όχι μόνο εδώ. Τώρα ακόμα και η Ιταλία, που είχε κάποτε το πιο ανανεωτικό σοσιαλιστικό κόμμα, έχει τον Μπερλουσκόνι. Σου έρχεται τρέλα να το σκέφτεσαι. Τι φταίει; Τι να πω; Φταίει βέβαια και η κατάρρευση του υπαρκτού σοσιαλισμού. Το ότι κατέρρευσε και δεν πήρε κάτι καινούργιο τη θέση του. Είναι όλοι πελαγωμένοι με αυτό. Κι αν δούμε την Ιστορία, οι αλλαγές γίνονται κάθε 100 χρόνια. Τόσα περίπου χρειάζεται για να έρθει κάτι άλλο. Δεν ξέρω λοιπόν πότε θα έρθει αυτό το άλλο, αλλά θα έρθει.

Στο βιβλίο μιλάτε για θεατρικές παραστάσεις, διαβάσματα, ποιήματα, εκδόσεις, ένα σωρό σπουδαία πράγματα που γίνονταν τότε υπό τις χειρότερες συνθήκες. Όλα αυτά οφείλονταν στις σημαντικότατες προσωπικότητες που υπήρχαν;
Και αυτό ακόμα κυρίως οφειλόταν στο ότι ο κόσμος είχε ένα όραμα, οπότε όλοι προσπαθούσαν να φτιάξουν κάτι καλύτερο.

Και όπως γράφετε «Ήταν όλοι δικοί μας».
Ναι, ήταν όλοι δικοί μας. Μετά τον Δεκέμβριο του 1944 άλλαξε αυτό.

Λέτε στο βιβλίο σας πως τη μόνη περίοδο που θα θέλατε να διαγράψετε από τη μνήμη σας, να μην υπήρχε, είναι τα Δεκεμβριανά.
Ήταν η χειρότερη από όλες. Γιατί άρχισε το μίσος. Εγώ από δω, εσύ από κει. Κάνανε από δω, κάνανε και από κει… Δεν ήξερες πια πού πάει αυτό το πράγμα. Γιατί πολεμάς. Πού θα σε βγάλει. Μας δόθηκε π.χ. εντολή να εγκαταλείψουμε την Αθήνα να πάμε στην «Ελεύθερη Ελλάδα». Δηλαδή πού; Στη Λάρισα. Και μετά πού; Ύστερα έγινε η συνθήκη της Βάρκιζας και γυρίσαμε πίσω. Και μετά ξαναφύγαμε.

Θα συνεχίσετε το «Με μολύβι Φάμπερ νούμερο δύο» με ένα βιβλίο που θα περιγράφει και αυτά τα χρόνια;
Όχι, δεν θα ξαναγράψω για αυτά. Τα έχω πει στην «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» και δεν θέλω πια να πω ούτε για εμφύλιο, ούτε για Τασκένδες… Τα είπα μια φορά, δεν μπορώ να τα ξαναπώ.

Πολλά βιβλία σας, όπως και η «Αρραβωνιαστικιά», έχουν αρκετά αυτοβιογραφικά στοιχεία, αλλά είναι μυθιστορήματα. Το πρόσφατο όμως επιλέξατε να είναι καθαρά αυτοβιογραφία. Γιατί;
Ναι, όλα ήταν αυτοβιογραφικά. Τα γεγονότα ήταν πραγματικά, αλλά υπήρχαν και άλλα στοιχεία. Για αυτό είπα: Ας το γράψω μπας και θελήσει κανένας να γράψει αργότερα για μένα και δεν έχει πού να βασιστεί. Είναι πολύ βασανιστικό το αυτοβιογραφικό. Στο μυθιστόρημα φτιάχνεις τους ήρωές σου, τους κάνεις ό,τι θες… Ενώ όταν γράφεις για πραγματικά πρόσωπα, έχεις μια ευθύνη: να τα πεις ακριβώς όπως έγιναν. Και εγώ δεν έχω κρατήσει ούτε ημερολόγιο, ούτε μία σημείωση. Γράφοντας μού έρχονταν τα γεγονότα. Έβλεπα το βράδυ εφιάλτες. Πότε πως προσπαθούσα να κρυφτώ από τον πατέρα μου, πότε ότι με έπιαναν οι Γερμανοί. Πότε πως όλη η παρέα μπλεκόμασταν και δεν έβρισκα τρόπο να ξεμπλέξω… Πολλούς εφιάλτες έβλεπα γράφοντάς το.

Ξαναθυμηθήκατε όμως και πολλούς παλιούς φίλους. Την πολύ νεανική σας παρέα, τον Γκάτσο, τον Κουν, τη Ζωρζ Σαρρή, τον Ελύτη… Μιλήστε μας λίγο για αυτούς. Για τον Σικελιανό, π.χ., γράφετε πως σας φαινόταν τρομακτικός.
Τον φοβόμαστε. Δεν ξέρω γιατί. Ίσως ήταν αυτή η μεγαλοπρέπεια που είχε. Ο τρόπος που κοίταζε. Ενώ οι άλλοι ήταν πολύ φιλικοί. Ο Ελύτης, π.χ., ήταν πολύ προσιτός και άνετος, νιώθαμε σα να ήταν συνομήλικός μας.

Ο Γκάτσος ήταν πράγματι «ο ωραιότερος άνδρας στην Αθήνα»;
Ναι, ήταν. Αριστοκρατικός. Περπατούσε λες και ήταν πρίγκιπας. Ο άντρας μου απορούσε: Πώς αυτό το παιδί από την Ασέα, αυτό το χωριό, ήταν όπως ήταν. Πώς και πού τα έμαθε όλα αυτά, τις γλώσσες, τη λογοτεχνία. Ήξερε. Τι Ντοστογιέφσκι, τι Γάλλους κλασικούς, τι θέατρο… όλα τα ήξερε! Πώς μορφώθηκε έτσι μόνος του! Και ναι, ήταν πάρα πολύ ωραίος! Γελάω γιατί θυμήθηκα αυτή τη σκηνή, όταν χώρισαν με την αδελφή μου, που πήγα και του είπα «Ιππότη της ελεεινής μορφής, να αφήσεις ήσυχη την αδελφή μου!». Γέλασε, γιατί είχε και χιούμορ, και έφυγε.

Τον Χατζιδάκι τον γνωρίσατε, όπως λέτε, σε μια μυστική συγκέντρωση της ΕΠΟΝ.
Ναι, ήταν μικρούλης τότε, μόλις 16 χρόνων.

Και τη Μελίνα μικρούλα την πρωτοείδατε, στο θέατρο, αλλά, όπως λέτε, σας φαινόταν ήδη μεγάλη.
Ακόμα και κοριτσάκι ήταν όπως χρόνια μετά, με το μαλλί το ξανθό, τα μακριά πόδια, σα μεγάλη γυναίκα μου φαινόταν όταν έπαιζε στο θέατρο. Είχε αυτόν τον αέρα…

Συνεχίσατε να κάνετε παρέα με όλα αυτά τα πρόσωπα; Κάποιο έμεινε πιο κοντά σας; Σας απογοήτευσε κανένας;
Όχι, δεν με απογοήτευσε κανένας, αν κρίνω από όσα τουλάχιστον έχω μάθει για αυτούς. Με μερικούς συνεχίσαμε. Λείψαμε όμως πολλά χρόνια και εμείς. Ο Πλωρίτης ήταν αυτός που κράτησε. Και ο Ελύτης είχε έρθει να μας επισκεφθεί στο Παρίσι, την εποχή της χούντας. Με τον Γκάτσο βρεθήκαμε πολλά χρόνια μετά, αλλά τότε η αδελφή μου είχε παντρευτεί, είχε και εκείνος άλλες παρέες… Με τη Μελίνα επίσης βρισκόμασταν. Όταν, μάλιστα, διάβασε την «Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα» μου παραπονέθηκε: «Εμένα δεν με έβαλες καθόλου μέσα». Λέω: «Μελίνα μου, αν σε έβαζα εσένα μέσα θα κλότσαγες και θα τους έβγαζες όλους τους άλλους απέξω. Για σένα έπρεπε κάτι ξεχωριστό να γράψω. Μέσα σε όλους δεν χωρούσες».

Τι νοσταλγείτε από όλα αυτά που ζήσατε;
Τους ανθρώπους νοσταλγώ. Όταν μεγαλώνεις, ξέρετε, φεύγουν πολλοί. Η εγγονή μου πια λέει στην κόρη μου: «Η γιαγιά είναι έξυπνη γιατί κάνει παρέα με νεότερούς της, έτσι δεν θα μείνει μόνη, να το κάνεις και εσύ».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.