16/10/2018 16:14:30

Στέλιος Μάϊνας: «Ζούμε σε συνθήκες κατοχικές»

Στέλιος Μάϊνας: «Ζούμε σε συνθήκες κατοχικές» - Media

«Γεια σου, Στελάρα», «Καλημέρα παιδιά», πρωινό στα Εξάρχεια, αγαπημένη γειτονιά του δημοφιλούς ηθοποιού, που δεν αλλάζει το κέντρο της Αθήνας για τίποτα. Πίνουμε καφέ, αγοράζει χαρτομάντιλα από περαστικούς, μιλάει με τον κόσμο, ζει χρόνια στην πλατεία Βικτωρίας και απορώ πώς δεν είναι υποψήφιος στις προσεχείς δημοτικές εκλογές.

«Αστειότητα, αγαπάω πολύ το κέντρο της Αθήνας, αλλά αυτό είναι άσχετο, δεν με ενδιαφέρει καθόλου αυτό το κομμάτι της πολιτικής. Η πολιτική είναι μια πολύ σοβαρή υπόθεση για να ασχοληθείς μαζί της και εγώ κάνω μια άλλη δουλειά. Πρέπει να είσαι εκεί στο 100% για να φροντίζεις την πόλη σου, και οι άνθρωποι που ασχολούνται με την Τοπική Αυτοδιοίκηση είναι αξιέπαινοι, κάποιοι από αυτούς πληρώνουν και από την τσέπη τους. Δεν συζητώ και το πόσο έχει βελτιωθεί η εικόνα του κέντρου τελευταία, τεράστια διαφορά. Εγώ, όχι, ευχαριστώ δεν θα πάρω».

Ρεσιτάλ ηθοποιίας στο «Τίρζα» όπου πρωταγωνιστείτε. Συνήθως τέτοια εποχή οι θίασοι ετοιμάζονται για Θεσσαλονίκη. Εσείς;
Εμείς κάναμε αυτό το έργο και οι συνθήκες μάς ανάγκασαν να παίζουμε Κυριακή με Τετάρτη. Μέρες όχι θεατρικές, και το λέω γιατί ο κόσμος βγαίνει πια μόνο Σάββατο. Δεν το έχουμε συνειδητοποιήσει, αλλά ζούμε σε συνθήκες κατοχικές. Αυτή είναι η αλήθεια, δεν το μεγαλοποιώ. Ο κόσμος πάει στο θέατρο, αλλά βλέπουμε πόσο είναι καμπουριασμένος, έχει αλαλιαστεί. Δεν βγαίνει, δεν ξοδεύει, δεν έχει. Είναι γεγονός πως η έξοδος για θέατρο είναι μια πολυτέλεια, παρόλο που η τιμή έχει κατέβει δραματικά, με μέσο όρο εισιτηρίου τα 12 ευρώ. Δεν βγαίνουν ούτε οι μισθοί των ηθοποιών. Εμείς είμαστε ένα σύνολο 6 ανθρώπων, δουλεύουμε με ποσοστά, τα λεφτά είναι ελάχιστα και μην ξεχνάς ότι μιλάμε για μια θεατρική επιτυχία με πολύ κόσμο, που όμως αυτό δεν έχει ανταπόκριση στην τσέπη μας. Η Θεσσαλονίκη λοιπόν είναι ένα ρίσκο. Θέλουμε πολύ να πάμε, αλλά πρέπει να ασφαλίσουμε τις μίνιμουμ οικονομικές συνθήκες, διότι και εμείς εργαζόμενοι είμαστε και θέλουμε να επιβιώσουμε από τη δουλειά μας. Τώρα δεν ζει ο κόσμος, επιβιώνει.

Έχετε νιώσει ότι η κρίση αποτελεί για κάποιους άλλοθι;
Α, καλά, ας γελάσω. Είναι μια πάρα πολύ καλή ευκαιρία «να σε κάνω φέτες». Δηλαδή με την ευκαιρία της κρίσης αναμασάνε: «Δεν έχω λεφτά». Υπάρχουν κάποιοι που ζουν πολύ καλά και έχουν φροντίσει για αυτό. Το θέατρο βέβαια δεν άφησε ποτέ λεφτά. Δεν έγινε ποτέ κανένας πλούσιος από το θέατρο, στο θέατρο χάνεις λεφτά, δεν βγάζεις, εκτός από τις κωμωδίες λαϊκού χαρακτήρα και περιεχομένου, με ευρύτατη συμμετοχή και αποδοχή, που δουλεύεις για τζίρο. Σε καμία άλλη περίπτωση. Για παράδειγμα, εμείς θα ήμασταν παράφρονες αν περιμέναμε να βγάλουμε λεφτά ανεβάζοντας την «Τίρζα». Εμείς απλώς έχουμε τη φιλοδοξία να επιβιώνουμε κάνοντας αυτό που γουστάρουμε. Αυτό βέβαια το πληρώνεις με αίμα, πολύ ακριβά. Τον πολιτισμό που προσφέρει ο καλλιτέχνης τον πληρώνει. Οι ηθοποιοί που δουλεύουν και δουλεύανε για χρόνια σε συνθήκες απαγορευτικές, πληρώνουν από την τσέπη τους. Οι ηθοποιοί είμαστε το κατώτερο κομμάτι εισοδηματικά και αυτοί που έχουν πληγεί περισσότερο. Διάβαζα ότι 855 παραστάσεις ανέβηκαν το 2013 και 530 μέχρι προχθές, μέσα στο 2014. Αυτό δεν είναι πλουραλισμός, είναι αυτοκτονία. Οι καλλιτέχνες είναι σε απόγνωση, μαζεύονται πέντε φίλοι και ανεβάζουν ένα έργο, μια αίσθηση Μουτζαχεντίν και ας βγάλουνε 5 ευρώ. Όσο κι αν έχεις διάθεση δονκιχωτική, δεν σώζεται ούτε η γη ούτε ο κόσμος ούτε ο εαυτός σου.

Το σινεμά όμως έχει μια άνθιση;
Τζάμπα. Ας είναι καλά οι γονείς των παιδιών που πληρώνουνε για να γίνεται κινηματογράφος. Βεβαίως έχει άνθιση και γίνονται πράγματα και αυτό είναι συνακόλουθο της ανταπόκρισης που έχει. Τα εισιτήρια έχουν μειωθεί δραματικά. Το ελληνικό κοινό αντέχει μια ταινία ελληνική τον χρόνο και εκεί θα πάει. Φέτος δούλεψε ο Παντελής Βούλγαρης, του χρόνου κάποια άλλη.

Του χρόνου η δικιά σας ταινία;
Μακάρι! Είναι ήδη έτοιμη, γίνεται επεξεργασία ήχου αυτήν τη στιγμή στο Ισραήλ. Είναι του Αλέξη Αλεξίου, λέγεται «Τετάρτη 4:45» και είναι μια ταινία κρίσης. Αφορά έναν άνθρωπο με οικογένεια σε μια κρίσιμη στιγμή της ζωής του. Ένας ιδιοκτήτης ενός jazz club που έχει δανειστεί λεφτά για να μπορέσει να συντηρήσει το μαγαζί του. Κάποια στιγμή όμως έρχονται και του τα ζητάνε πίσω, αυτός δεν έχει να δώσει και του παίρνουνε το μαγαζί του. Όλα τα λάθη που έχει κάνει, πάει να τα λύσει με τον πιο λάθος τρόπο. Ένα εξαιρετικό σενάριο και μια πολύ καλή συνεργασία. Μέσα είναι το γερμανικό κέντρο κινηματογράφου, το ελληνικό, η ΕΡΤ, πολύς κόσμος. Θα δούμε. Σε καιρούς κρίσης, γενικότερα στην οικονομία, ποτέ δεν ξέρεις τι θα πάει, είναι μη προβλέψιμα τα φαινόμενα. Όχι μόνο δεν υπάρχει συνταγή, αλλά καταργείται, είναι όλα απρόβλεπτα.

Και γιατί σε αυτές τις μη προβλέψιμες καταστάσεις επιλέξατε να σκηνοθετήσετε τον λόγο της Λούλας Αναγνωστάκη;
Πρώτα από όλα η Λούλα Αναγνωστάκη είναι από τις πιο αγαπημένες μου συγγραφείς. Στα πρώτα βήματά μου στο θέατρο ή, αν θέλεις, ένας λόγος που βρισκόμουνα στο θέατρο, ήταν τα κείμενά της. Είναι συνδεδεμένη με το πρώτο θέατρο που είδα στην εφηβεία μου. Ο λόγος της Λούλας Αναγνωστάκη είναι καίριος, ελλειπτικός, δεν έχει εντοπιότητα, ελληνικός λόγος και συγχρόνως με απόσταση από τα πράγματα. Καλώς ή κακώς μεταφέρουμε το «εγώ» μας μέσα από τα κείμενά μας. Εγώ διάλεξα την «Πόλη» στο «Επί Κολωνώ», γιατί είναι ένα επίκαιρο μονόπρακτο, που έχει να κάνει με την αναζήτηση των ανθρώπων ενός προορισμού. Οι ήρωες της Αναγνωστάκη κουβαλάνε την ήττα και αυτό εμένα με ιντριγκάρει. Προσπαθούν να ανακαλύψουν κάτι από τη ζωή τους που λείπει. Είναι σαν αυτό που είμαι και εγώ και κατά τη γνώμη μου όλοι οι καλλιτέχνες. Δεν είναι φυσιολογικοί άνθρωποι οι καλλιτέχνες, κάτι πρέπει να τους λείπει από τη ζωή τους, είναι προβληματικοί και το κουβαλάνε αυτό. Όλο το κομμάτι του ναρκισσισμού είναι μούφα. Επιφανειακό, η ουσία είναι ότι, για να ασχοληθείς με την τέχνη, πρέπει να είσαι πολύ ευαίσθητος πόλος, να μπορείς να αντιληφθείς τα κύματα της κοινωνίας. Τους κραδασμούς της, πριν μπουν στον κόσμο. Αυτή είναι η δουλειά της τέχνης, να είναι το καμπανάκι της κοινωνίας.

Μια και αντιλαμβάνεται τους κραδασμούς της κοινωνίας, γι’ αυτό μπαίνει και στη Βουλή ο καλλιτέχνης;
Εγώ πιστεύω ότι ο καλλιτέχνης δεν έχει καμία δουλειά στην πολιτική, γιατί κάνει πολιτική με το επάγγελμά του. Είναι σαν να έχεις καταλάβει λάθος τη δουλειά σου. Εννοώ πως η στάση της ζωής ενός ανθρώπου και κατ’ επέκταση ενός καλλιτέχνη, που κάνει μια δουλειά δημόσια και εκτίθεται στον κόσμο, είναι από μόνη της μια στάση ζωής πολιτική. Το τι θα σου πω, σε ποιο κανάλι θα πάω, με ποιον θα συνεργαστώ, είναι πολιτική. Ο καλλιτέχνης που, επιπλέον, πηγαίνει και ασχολείται με την πολιτική, «φορτώνει» παραπάνω κάτι που ήδη κάνει. Βεβαίως πρέπει να έχει τις απόψεις του, όχι όμως να καταχράται της δημοσιότητάς του, ακόμα και αν τα κόμματα θέλουν να τις χρησιμοποιήσουν. Να δημοσιοποιεί, αλλά με μικρό καλαθάκι και σύνεση στο πώς προβάλλεται, για να μην προσβάλλει.

Έρχεται λύση σε όλα αυτά που ζούμε;
Ζούμε σε μια εποχή ασύλληπτης σύγχυσης. «Ζούμε σε εποχές οριζοντίωσης» λέει πολύ ωραία ο Μανώλης Αναγνωστάκης και συνεχίζει «ας κρατήσουμε όρθιες ισχνές καλαμιές». Αυτό, δηλαδή, για το οποίο αγωνίζεται πλέον ο κόσμος, είναι για την αξιοπρέπειά του. Πρέπει να σώσουμε τα στοιχειώδη και πρέπει να γίνει τώρα, χωρίς ταμπέλα, ΣΥΡΙΖΑ, Ν.Δ., «58». Μήπως έχουν αποφασίσει άλλοι πριν από μας για εμάς; Ποιοι μας θέλουνε Αλβανία, σταθερά, για τα επόμενα 50 χρόνια; Ερώτηση που δεν έχει πρόχειρη και επιπόλαιη απάντηση. Δεν ξέρω την αλήθεια, ούτε και τη λύση. Αυτό που λέω, απλοϊκά, είναι ότι δεν πάει άλλο.

Πώς εξηγείτε ότι δεν ξεφουσκώνει η Χρυσή Αυγή;
Υπάρχει αντίδραση. Υπάρχει η λεγόμενη «τιμωριτική ψήφος». Δεν είναι όλος ο κόσμος σε φάση αυτογνωσίας, υπάρχει και αυτός που λειτουργεί με το θυμικό του. Απλώς, ο πολιτισμός μάς έμαθε να ξεπερνάμε την πρώτη σκέψη, το ότι «θα σου σπάσω τα μούτρα», και να λειτουργούμε πολιτισμένα.

Βιβλίο γράφετε;
Εδώ και πολύ καιρό, και πιέζω τον εαυτό μου να συνεχίσει. Η γραφή, όμως, θέλει στρατιωτική πειθαρχία. Γραφώ ένα μυθιστόρημα και ελπίζω μέχρι τον Σεπτέμβρη να έχει κυκλοφορήσει. Είναι στο σήμερα και όλα είναι υπαρκτά πρόσωπα, μια και οι πηγές είναι η πραγματικότητα, η καθημερινότητα.

Είχατε ποτέ φανταστεί ότι η τηλεόραση δεν θα ήταν μέρος της ζωής σας;
Φυσικά. Ποτέ δεν πίστεψα ότι θα ήταν αποκλειστικά μέρος της καθημερινότητάς μου. Πρέπει όμως να πω ότι ένα μεγάλο κομμάτι της δικής μου ευημερίας το οφείλω στην τηλεόραση. Αν δεν είχα κάνει τηλεόραση, δεν θα είχα το μίνιμουμ της καλής διαβίωσης, την οποία δόξα τω Θεώ έχω. Δεν επιδίωξα ποτέ βίο πλούσιο και με υπερηφάνεια λέω ότι δεν παρασύρθηκα από ένα life style το οποίο για δεκαετίες μεσουρανούσε στην πατρίδα μας. Έχω γνώση τού ποιος είμαι.

Καλοκαίρι;
Δουλεύω πάνω από 25 χρόνια χειμώνα, καλοκαίρι, πρωί, βράδυ. Θα ήθελα να κάνω διακοπές, αλλά δεν μπορώ, δεν βγαίνει. Αυτό το καλοκαίρι θα είμαι στις «Τρωάδες» του Ευριπίδη που ανεβάζει ο Θέμης Μουμουλίδης.


ΙNFO: Ο Στέλιος Μάινας πρωταγωνιστεί στο έργο του Άρνον Γκρούνμπεργκ «Τίρζα», στο θέατρο «Ιλίσια», σε σκηνοθεσία Κώστα Φιλίππογλου. Μαζί του οι Άννα Μάσχα, Γιώργης Τσαμπουράκης, Ηλιάνα Μαυρομάτη, Τάσος Δημητρόπουλος, Ίριδα Μάρα. Κυριακή με Τετάρτη.

Παράλληλα, σκηνοθετεί το εμβληματικό έργο της Λούλας Αναγνωστάκη «Η Πόλη», στο θέατρο «Επί Κολωνώ», με τους

5 ημερομηνίες

• Γεννήθηκε στη Σύρο το 1957
• Τελείωσε τη δραματική σχολή Βεάκη το1983
• Το 1984 συμμετέχει στη «Λούφα και παραλλαγή»
• Από το 1993 μέχρι και το 1996 πρωταγωνιστεί στην τηλεοπτική επιτυχία
«Οι μεν και οι δεν»
• Το 2010 εκδίδει το πρώτο του βιβλίο «Τα φαινόμενα απατούν»

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.