16/10/2018 20:49:28
20.9.2010

67ο Φεστιβάλ Βενετίας: Happy end

67ο Φεστιβάλ Βενετίας: Happy end - Media

Ένα ακόμη διεθνές φεστιβάλ, ένα ακόμη μεγάλο βραβείο για το ελληνικό σινεμά. Η ταινία της Αθηνάς Τσαγγάρη «Attenberg» έφυγε από τη Βενετία με το βραβείο ερμηνείας για την πρωταγωνίστρια της Αριάν Λαμπέντ, αποδεικνύοντας ότι η εξαίρεση έγινε κανόνας και ότι το σινεμά της χώρας μας μετριέται πια ανάμεσα στα πιο δυναμικά της Ευρώπης.

Η τάση είχε ήδη καταγραφεί και εν πολλοίς επικυρωθεί από το Variety, το σοβαρότερο περιοδικό για τους επαγγελματίες του σινεμά παγκοσμίως, σε ένα άρθρο με τίτλο «τα ελληνικά φιλμ λάμπουν στη Βενετία». Το κείμενο περιείχε δηλώσεις τόσο από την Αθηνά Τσαγγάρη όσο και από τον Σύλλα Τζουμέρκα, του οποίου η «Χώρα Προέλευσης» προβλήθηκε στην εβδομάδα κριτικής του Φεστιβάλ και υπογράμμιζε ότι «το ελληνικό σινεμά συνεχίζει την εκρηκτικά δημιουργική πορεία του παρά τα προβλήματα που δημιουργεί η οικονομική κρίση στη χώρα». Η αλήθεια είναι πως και οι δυο ελληνικές ταινίες (καθώς και η μικρού μήκους του Γιώργου Ζώη «Cassus Beli») είναι από τα καλύτερα φιλμ που είδαμε στη Βενετία. Το «Attenberg» αφηγείται την ερωτική αφύπνιση μιας κοπέλας που προτιμά τα ντοκιμαντέρ για ζώα από τους ίδιους τους ανθρώπους και της σχέσης της με τον πατέρα της που πεθαίνει από καρκίνο. Αφαιρετικό, σχεδόν ψυχρό στον τρόπο που κοιτάζει τους ήρωες του, απόλυτα στιλιζαρισμένο κατορθώνει εν τούτοις να χωρέσει στις άψογες εικόνες του μια σχεδόν εκρηκτική συναισθηματική βόμβα που σκάει αθόρυβα αλλά σαρωτικά στην κορύφωση του φιλμ. Κι αν το τοπίο, η αρχιτεκτονική και ο περιβάλλων χώρος παίζει τον ρόλο ενός ακόμη χαρακτήρα, είναι οι ηθοποιοί που του δίνουν την δύναμη. Ο Γιώργος Λάνθιμος, η Ευαγγελία Ράντου, ο Βαγγέλης Μουρίκης αλλά κυρίως η πρωτοεμφανιζόμενη Αριάν Λαμπέντ, που δίνει μια από τις καλύτερες ερμηνείες που είδαμε τα τελευταία χρόνια στο σινεμά. Οι ερμηνείες από ολόκληρο το πολυπρόσωπο καστ είναι αναμφίβολα ένα από τα δυνατά σημεία και στη «Χώρα Προέλευσης» του Τζουμέρκα, όμως στην περίπτωσή της όλα τα υλικά του φιλμ δένουν μαζί σε ένα αποτέλεσμα που είναι συναρπαστικά πολύπλοκο και επώδυνα αληθινό στον τρόπο που αγγίζει την ίδια την παθογένεια της σύγχρονης Ελλάδας, μέσα από την ιστορία μιας οικογένειας. Παίρνοντας μια απλή ιστορία, αυτήν μιας ενδοοικογενειακής υιοθεσίας και ανάγοντάς τη σε σύμπτωμα της νοοτροπίας που έφερε τη χώρα μας στη σημερινή της κατάσταση, καταγράφει με αμείωτη, επώδυνη σχεδόν, δύναμη τη διάλυση μιας οικογένειας και μιας χώρας και τον τρόπο που ενώ όλα είναι σάπια και άρρωστα προσπαθούν να δείχνουν καθαρά και υγιή. Αν αναζητήσουμε μια κοινή θεματική που ενώνει τις δυο ταινίες αυτή δεν μπορεί παρά να είναι οι οικογενειακές σχέσεις και ο τρόπος που ο βασικός πυρήνας της κοινωνικής ζωής αλλάζει δραματικά, παρ’ ότι το ένα φιλμ δεν θα μπορούσε να απέχει περισσότερο από το άλλο. Αυτή την ποικιλομορφία του νέου ελληνικού σινεμά υπογραμμίζει και το άρθρο του Variety, κάτι που δεν θα μπορούσε παρά να αποτελεί ένα ακόμη δείγμα της δυναμικής του πορείας προς τα εμπρός. Πέρα από τις ελληνικές ταινίες, όμως, το δεύτερο μισό του φεστιβάλ δεν έκρυβε ιδιαίτερες εκπλήξεις. Με εξαίρεση το «Balada Triste de la Trompeta» του Ισπανού Άλεξ ντε Λα Ιγκλέθια, που δίχασε ριζικά τους κριτικούς αλλά που έφυγε από το φεστιβάλ με το λιοντάρι σκηνοθεσίας και σεναρίου, οι υπόλοιπες ταινίες άφησαν μάλλον χλιαρές εντυπώσεις. Το «Venus Noire» του Αμπντελατίφ Κεσίς για την αληθινή ιστορία μιας γυναίκας από την Αφρική που υπήρξε περιοδεύων θέαμα και επιστημονικό αξιοπερίεργο στην Ευρώπη του 19ου αιώνα, παρά τις καλές προθέσεις της πέφτει θύμα της υπερβολικής γραφικότητας και της τεράστιας διάρκειάς της. Το «La Solitudine dei Numeri Primi» του Σαβέριο Κονστάντζο, η ζωή και ο έρωτας δυο παιδιών στη διάρκεια τριάντα χρόνων, δεν θα μπορούσε να περιγραφεί με καμιά άλλη λέξη από «σαλάτα». Το «Town» του Μπεν Άφλεκ δεν είναι τίποτα περισσότερο από μια τυπική αστυνομική ιστορία γεμάτη σεναριακές ευκολίες και τρύπες, ενώ μόνο το «Drei» του Τομ Τίκβερ, παρά τις αδυναμίες του, κατόρθωσε να κερδίσει τις εντυπώσεις, με το ενδιαφέρον μείγμα κωμωδίας και δράματος και τη δίχως στεγανά ματιά του στις σύγχρονες σχέσεις. Όσο για τα υπόλοιπα βραβεία, αυτά πήγαν στις ταινίες του... πρώτου μισού του φεστιβάλ, με τον Χρυσό Λέοντα να πηγαίνει στο «Somewhere» της Σοφίας Κόπολα, «μια ταινία που έμεινε στο μυαλό μας», όπως είπε ο κάποτε... boyfriend της Σοφίας Κουέντιν Ταραντίνο. Το βραβείο ανδρικής ερμηνείας κέρδισε ο Βίνσεντ Γκάλο (δίχως να βγάλει λέξη) στο «Essential Killing» του Γέρζι Σκολιμόφσκι, ενώ το βραβείο καλλιτεχνικής συμβολής και αυτό της Fipresci πήγε στον Ρώσο Μιχαήλ Κρίτσμαν για το «Silent Souls». Ένας ειδικός λέοντας πήγε στον Μόντε Χέλμαν για το σύνολο της καριέρας του κι όχι για την καινούρια (αδιάφορη) ταινία του «Road to Nowhere»...

Στις αίθουσες αυτή την εβδομάδα

Η Αντζελίνα Τζολί ζήλεψε τις δάφνες του Τζέισον Μπορν και γι αυτό μεταμορφώνεται σε κυνηγημένη κατάσκοπο στο «Salt» του Φίλιπ Νόις, μια καλοφτιαγμένη περιπέτεια δράσης που βλέπεται με την ίδια ευκολία που ξεχνιέται.

Βασισμένο σε μια ιδέα του Μ. Νάιτ Σιάμαλαν το «Devil» του Τζον Έρικ Ντάουντλ κλείνει πέντε αγνώστους σε ένα ασανσέρ και στη συνέχεια αποκαλύπτει ότι κάποιος από αυτούς δεν είναι ό,τι φαίνεται.

Η «Τρυφερότητα» του Παναγιώτη Καραμήτσου εξιστορεί την σχέση δυο γυναικών που ζουν σε διπλανά διαμερίσματα σε μια αθηναϊκή πολυκατοικία. Η μια μεσήλικη και καθώς πρέπει, η άλλη νεαρή και επαναστατημένη. Θα γνωριστούν, θα συγκρουστούν, θα ανακαλύψουν ότι έχουν πιο πολλά κοινά απ’ ό,τι πίστευαν, σε μια ανεξάρτητη ελληνική ταινία που κέρδισε το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου σκηνοθέτη και πρωτοεμφανιζόμενης ηθοποιού.

Σε επανέκδοση, βγαίνουν η «Καζαμπλάνκα» του Μάικλ Κέρτιζ, το «Πέρσι στο Μάριενμπαντ» του Αλέν Ρενέ και ο «Αμερικάνος Φίλος» του Βιμ Βέντερς.

Γιώργος Ν. Κορωναίος

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.