Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΤο Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP) στηρίχτηκε στη θεωρία της φυλετικής ανισότητας και με την ίδια πνοή υποσχέθηκε στους Γερμανούς μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών από αυτήν που υπήρχε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δημοκρατίας στη Γερμανία.
Το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα (NSDAP) στηρίχτηκε στη θεωρία της φυλετικής ανισότητας και με την ίδια πνοή υποσχέθηκε στους Γερμανούς μεγαλύτερη ισότητα ευκαιριών από αυτήν που υπήρχε κατά τη διάρκεια της αυτοκρατορίας, ακόμη και κατά τη διάρκεια της δημοκρατίας στη Γερμανία. Στην πράξη αυτό συνέβη σε βάρος άλλων με τα μέσα του ληστρικού και φυλετικού πολέμου. Θεωρούμενος από τα μέσα, ο φυλετικός αγώνας έμοιαζε να υπαινίσσεται το τέλος του ταξικού αγώνα. Αν το δούμε από αυτήν την οπτική γωνία, το Εθνικοσοσιαλιστικό Γερμανικό Εργατικό Κόμμα δεν έκανε τίποτε περισσότερο από το να προπαγανδίζει μία από τις κοινωνικο-επαναστατικές και εθνικο-επαναστατικές ουτοπίες του προηγούμενου αιώνα. Αυτό το έκανε δημοφιλές και από εκεί αντλούσε την εγκληματική του ορμή. Ο Χίτλερ μιλούσε για την «οικοδόμηση του κοινωνικού λαϊκού κράτους», ενός «σοσιαλιστικού κράτους» που θα αποτελούσε πρότυπο και στο οποίο «όλοι οι [κοινωνικοί] φραγμοί θα γκρεμίζονται κάθε μέρα όλο και περισσότερο»!
«Τώρα ή ποτέ»
Όπως όλοι οι επαναστάτες, έτσι και πολύ νέοι σε ηλικία οπαδοί του ναζιστικού κινήματος πρόβαλλαν την αύρα του «τώρα ή ποτέ». Στο χρονικό σημείο της ανάληψης της εξουσίας, το 1933, ο Γιόζεφ Γκέμπελς ήταν τριάντα πέντε ετών, ο Ράινχαρντ Χάιντριχ είκοσι οκτώ, ο Άλμπερτ Σπέερ είκοσι εφτά, ο Άντοφλ Άιχμαν είκοσι έξι, ο Γιόζεφ Μένγκελε είκοσι ένα, ο Χάινριχ Χίμλερ και ο Χανς Φρανκ τριάντα δύο. Ο Χέρμαν Γκέρινγκ – ένας από τους μεγαλύτερους – μόλις είχε πατήσει τα σαράντα. Στη μέση ακόμη του πολέμου ο Γκέμπελς με αφορμή μια στατιστική έρευνα διαπίστωνε ότι «κατ’ αυτήν ο μέσος όρος ηλικίας των ηγετικών προσώπων ανέρχεται στο μεσαίο στρώμα του κόμματος στα τριάντα τέσσερα και στο κράτος στα σαράντα τέσσερα χρόνια. Μπορεί κανείς λοιπόν πράγματι να πει ότι η Γερμανία σήμερα καθοδηγείται από τη νεολαία της». Ταυτόχρονα όμως ο ίδιος απαιτούσε και «προσωπική ανανέωση».
Ελευθερία και περιπέτεια
Για την πλειοψηφία των νεαρών Γερμανών ο εθνικοσοσιαλισμός δεν σήμαινε δικτατορία, απαγόρευση λόγου και καταπίεση, αλλά ελευθερία και περιπέτεια. Έβλεπαν εκεί μια εξέλιξη του νεανικού κινήματος, ένα σωματικό και πνευματικό αντι-aging πρόγραμμα. Οι 20άρηδες και 30άρηδες που έδιναν τον τόνο ξεσηκώθηκαν το 1935 απαξιωτικά απέναντι στους βλάκες. Έβλεπαν τους εαυτούς τους ως μοντέρνους, αντιατομιστές, ανθρώπους της δράσης. Κορόιδευαν τις «αγωνίες του μικροαστού, γιατί σ’ εμάς ανήκει το μεγάλο αύριο». Τον Ιανουάριο του 1940 ονειρεύονταν τη «μεγάλη μάχη», για την οποία υπέθεταν: «…Ανεξάρτητα από το ποιος θα σκοτωθεί, αυτή η χώρα θα προχωρήσει σε ένα ευτυχισμένο, λαμπρό μέλλον», ώστε ακόμη και στις αρχές Μαρτίου του 1944 – παρ’ όλη τη φρίκη που είχαν βιώσει μέχρι τότε – να αναλαμβάνουν «την τελική προσπάθεια γι’ αυτόν τον πόλεμο».
Ένας 33χρονος εξηγούσε το γιατί κατατάχτηκε σε ένα από τα δημιουργημένα μέσα σε μερικές μέρες επιτελεία μετοίκησης, που το 1939 έφερναν εντελώς απρόοπτα τους Γερμανούς του εξωτερικού από την Ανατολική και Κεντρική Ευρώπη «πίσω στο Ράιχ»: «Δεν χρειάστηκε να σκεφτώ ούτε ένα δευτερόλεπτο για να καταταχτώ. Το καθήκον που τίθεται είναι μοναδικό. Ελπίζω ενδεχομένως να με χρειάζονται και να δεχτούν την αίτησή μου. Αυτή η πρόσκληση θα με λυτρώσει ταυτόχρονα και από τη στενότητα του γραφείου μου – πόσο αδιάφορο μου έχει γίνει». Δεκατέσσερις μέρες αργότερα σημείωνε ο ίδιος στο ημερολόγιό του: «Έχω τρομάξει από το μέγεθος της αποστολής, ποτέ πιο πριν δεν μου δόθηκε τέτοια ευθύνη». Τη συμμετοχή των φοιτητριών στην περίθαλψη των Γερμανών μετοίκων του εξωτερικού στην κατακτημένη περιφέρεια (γκάου) του Βάρτε και την αυτοσχέδια οικοδόμηση σχολείων και παιδικών σταθμών για την περίοδο της σοδειάς ονειρεύονταν οι νεαρές Γερμανίδες: «Ήταν αδιάφορο από ποια σχολή προερχόμασταν. Ένα μεγάλο κοινό καθήκον μας ένωνε όλες, το να χρησιμοποιήσουμε δηλαδή κατά τη διάρκεια των διακοπών μας όλη μας τη δύναμη και την, αν και ελάχιστη, γνώση μας εδώ, στην περιφέρεια Βάρτε. Και, για να πούμε την αλήθεια, ήμασταν περήφανες που αποτελούσαμε τις πρώτες φοιτήτριες που μπορούσαμε να προσφέρουμε εδώ δουλειά προσκόπου».
Ο γεννημένος το 1915 μετέπειτα πρόεδρος των εργοδοτών Χανς Μάρτιν Σλάιερ χλεύαζε το 1942 – ως 27χρονος υπάλληλος κατοχής στην Πράγα – τα κατάλοιπα των παλιών, διστακτικών ελίτ της διοίκησης και της εκπαίδευσης, που στα μάτια του δυσκόλευαν την επανάσταση για τον «πραγματικό εθνικοσοσιαλισμό»: «Η προθυμία που είχαμε στα νεανικά μας χρόνια να αναζητούμε τα καθήκοντα και όχι να τα περιμένουμε, η σταθερή μας επίσης συμμετοχή στο κίνημα μετά την ανάληψη της εξουσίας, μας έβαλαν νωρίτερα από το συνηθισμένο στις ευθύνες». Ο Χανς Σούστερ, ένας από τους αρχισυντάκτες της «Suddeutsche Zeitung» στη δεκαετία του 1970, έγινε τονν Μάιο του 1941 ακόλουθος οικονομικών στη γερμανική πρεσβεία του Ζάγκρεμπ (Άγκραμ) και συμμετείχε στην οικοδόμηση του δορυφορικού κράτους της Κροατίας. Πιο πριν, επιλεγμένος λόγω της διατριβής του στη Λειψία με θέμα «Το εβραϊκό ζήτημα στη Ρουμανία», είχε δουλέψει στη γερμανική πρεσβεία στο Βουκουρέστι και είχε πάρει μέρος σε συνωμοτικές επιχειρήσεις. Και αυτός είχε γεννηθεί το 1915. Από το Ζάγκρεμπ λοιπόν ο 26χρονος έγραφε τον Ιανουάριο του 1942 με την προσδοκία τού ιδεολογικά πεπεισμένου δράστη στον αργότερα επίσης πλούσιο σε επιρροή φίλο του Χέλμουτ Μπέκερ:
«Τώρα θέλω πράγματι να φύγω – αυτή η τελευταία χρονιά μού έφερε πάρα πολλά εδώ. Σχεδόν πολύ εύκολα πετύχαμε πολλά – αν και υπό μεγάλες εντάσεις και κινδύνους εβδομάδων. Στην αρχή ήταν το πραξικόπημα στο Βελιγράδι και μετά ο πόλεμος και το δικό μας πραξικόπημα εδώ, στο Άγκραμ. Μετά η τύχη τού να μπορώ επί μισό σχεδόν χρόνο να συμμετέχω, κάτω από έναν εξέχοντα άνθρωπο όπως ο πρέσβης Κάσε, στην κοπιαστική ανοικοδόμηση αυτού του κράτους με μεγάλη δική μας υπευθυνότητα και υπό ιδιαίτερα ευνοϊκές συνθήκες χάρη στις πολύ στενές σχέσεις με την εδώ κυβέρνηση από την εποχή πριν από τη ριζική ανακαίνιση». Ο Σούστερ πέτυχε αυτό που ήθελε και φάνηκε ως στρατιώτης σύντομα ευγνώμων που «το πολύπλευρο αυτής της παρουσίας, η διαρκής ένταση, η ανάγκη δικών μου, αν και μικρότερων, αποφάσεων» και «ενός ορισμένου μέτρου με φαντασία και πρωτοβουλία […] με φύλαξαν από την καταστροφική πλευρά του πολέμου».
Οι άντρες και οι γυναίκες που παρουσιάσαμε βρήκαν όλοι αυτό που ήθελαν και αυτό που οποιοσδήποτε σε αυτήν την ηλικία το δίχως άλλο θέλει ευχαρίστως: υπευθυνότητα, συνθήκες όχι ακόμη σταθεροποιημένες, που απαιτούν το προσκοπικό πνεύμα, την πίεση για ακάματο αυτοσχεδιασμό, για συνεχή δοκιμή των πνευματικών και σωματικών δυνάμεων. Δημιούργησαν μια ζωή στην οποία μπορούσαν κάθε τόσο να αλλάζουν τον αρχικό τους βηματισμό. Μισούσαν τη στενοκεφαλιά της καθημερινότητας του γραφείου, έψαχναν την αυτοδοκιμασία και τη διασκέδαση, το αίσθημα του ανυπολόγιστου και την τελευταία μόδα στο σύγχρονο πόλεμο των κινημάτων. Ασκούσαν τη μετεφηβική αναζήτηση ταυτότητας στην πλήρη αίσθηση φαινομενικής παντοδυναμίας.
Φοιτητές επί των επάλξεων
Το 1933 την εξουσία κατέλαβαν φοιτητές και τελειόφοιτοι ανώτατων σχολών. Σ’ αυτούς ανήκαν τα εξεγερμένα παιδιά των παλαιών ελίτ και οι αλαζονικοί νεαροί άντρες που είχαν ευνοηθεί από την άνοδο της δημοκρατίας που είχε πετύχει η σοσιαλδημοκρατία. Ξεπερνούσαν την ετερογενή καταγωγή τους στη σοσιαλρομαντική, ταυτόχρονα όμως με σύγχρονο τρόπο τεχνοκρατικά διαμορφωμένη ουτοπία του εθνικοσοσιαλισμού. Θεωρούσαν τους εαυτούς τους και τους όμοιούς τους πρωτοπόρους ενός «νεαρού λαού». Χλεύαζαν τα λόγω εμπειρίας σκεπτικά γηρατειά ως «λαχανικά νεκροταφείου», τους με σταθερές αρχές επί μακρόν υπηρετούντες υπαλλήλους ως «κυρίους που η σκόνη τρέχει από τα μπατζάκια τους». Μακριά από το παρόν και κοντά στο μέλλον ανέπτυσσαν τα οράματά τους για μια ζωή που την έβλεπαν ως το αντίθετο της αποτελμάτωσης. Οι δραστήριοι, καθώς και οι πολλοί εφήμεροι – περίεργοι που συμπαθούσαν το κίνημα αντιπαρέθεταν το στενεμένο σήμερα στη λαϊκή ροδαυγή του αύριο. Το βάρος της σύντομα ήδη γιγάντιας καθημερινότητας, για να το πούμε με μια έκφραση της εποχής, ελάφρυνε στη θέα του μέλλοντος. Το καλοκαίρι του 1941 ο Γκέμπελς σκέφτηκε να εκδώσει τους πολεμικούς του λόγους υπό τον τίτλο «Μεταξύ χθες και αύριο». Και πράγματι, το βιβλίο ονομάστηκε τότε «Εποχή χωρίς προηγούμενο». Ο εθνικοσοσιαλισμός μπορεί για πολλούς να θεωρηθεί ως η δικτατορία των νέων. Εξελίχθηκε μέσα σε ελάχιστα χρόνια στο καταστροφικά επιτυχέστερο σχέδιο γενεών του 20ού αιώνα.
Πηγή: Gotz Aly
Το λαϊκό κράτος του Χίτλερ
Μετάφραση: Νίκος Δεληβοριάς
Εκδόσεις: Κέδρος
Σελ.: 518
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.