Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Ιστοριογράφοι και αφηγήσεις
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Στο Βυζάντιο, η ιστοριογραφία ήταν τέχνη του λόγου, άσκηση πολιτικής κριτικής, θεολογικό σχόλιο και μέσο διαμόρφωσης συλλογικής μνήμης. Ο ιστορικός ήταν μέλος του κόσμου που περιέγραφε, συχνά με ενεργό ρόλο στα γεγονότα. Η γραφή της Ιστορίας συνδύαζε την κλασική παράδοση των Ελλήνων με τα χριστιανικά ήθη και την αυτοκρατορική κοσμοαντίληψη, δημιουργώντας ένα υβρίδιο που έμελλε να διαρκέσει χίλια χρόνια.
Ο Προκόπιος (6ος αιώνας) υπήρξε ο κορυφαίος ιστοριογράφος της εποχής του Ιουστινιανού. Στο έργο του «Περί Πολέμων» ακολουθεί τη θουκυδίδεια φόρμα, καταγράφοντας τις εκστρατείες του Βελισαρίου με ακρίβεια και λόγια γλώσσα. Πρόκειται για ιστοριογραφικό έργο σε οκτώ βιβλία, που καλύπτουν την περίοδο 527-553/554.
Στο «Περί Κτισμάτων» εγκωμιάζει τα έργα του Ιουστινιανού, συνθέτοντας μιαν επίσημη, σχεδόν πανηγυρική αφήγηση σε έξι βιβλία. Εικάζεται ότι γράφτηκε κατά παραγγελία της αυτοκρατορικής αυλής.
Τα «Ανέκδοτα ή Απόκρυφη Ιστορία» συγκροτούν ένα τελείως διαφορετικό από τα προηγούμενα βιβλίο, στο οποίο ανατρέπει την εικόνα που είχε δώσει για τον Ιουστινιανό και τον περίγυρό του στα άλλα βιβλία. Ο απίστευτος αυτός λίβελος θεωρήθηκε παλιότερα ότι δεν μπορεί να έχει γραφτεί από αυτόν. Η συγκριτική μελέτη του κειμένου, όμως, απέδειξε ότι είναι δικό του. Δεν υπάρχει συμφωνία των ειδικών ούτε για το πότε γράφτηκε ούτε για το πότε δημοσιεύτηκε αυτό το βιβλίο.
Ο Θεοφάνης ο Ομολογητής
Ο Θεοφάνης (8ος-9ος αι.) εκπροσωπεί ένα διαφορετικό είδος: τη χρονογραφία. Στο έργο του τα γεγονότα παρουσιάζονται σε αυστηρή χρονολογική σειρά, ενταγμένα στο πλαίσιο της Θείας Οικονομίας, δηλαδή της ιδέας ότι η Ιστορία είναι η αποκάλυψη του σχεδίου του Θεού μέσα στον χρόνο.
Η αφήγησή του είναι λιτή, αλλά φορτισμένη με ηθική αξιολόγηση, και οι βασιλείς κρίνονται όχι μόνο για τις νίκες και τις ήττες τους, αλλά και για την ευσέβεια ή την ασέβειά τους. Η Ιστορία εδώ γίνεται προέκταση της εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας.
Το πιο γνωστό του έργο είναι η «Χρονογραφία», η εξιστόρηση δηλαδή των ιστορικών γεγονότων από την εποχή της ανάρρησης του Διοκλητιανού το 284 μ.Χ. έως και την πτώση του Μιχαήλ Α’ (813 μ.Χ.). Το έργο του, γραμμένο από την οπτική γωνία των εικονόφιλων, αποτελεί τη σημαντικότερη ιστορική πηγή γι’ αυτή την ιστορική περίοδο.
Η μεσοβυζαντινή ιστοριογραφία
Από τον 10ο έως τον 12ο αιώνα, η βυζαντινή Ιστορία ανανεώνεται μέσα από μορφές όπως ο Μιχαήλ Ψελλός και η Άννα Κομνηνή.
Μιχαήλ Ψελλός
Ο Ψελλός στη «Χρονογραφία» του περιγράφει τα έτη 976-1078, με βάση τις προσωπικές του παρατηρήσεις. Ο Ψελλός παρουσιάζει τα γεγονότα ως αποτέλεσμα ισχυρών προσωπικών συγκρούσεων, συναισθημάτων και δολοπλοκιών, δίχως να αφήνει χώρο για τη Θεία Πρόνοια. Ως συγγραφέας ήταν σταθερά ατομιστής στην προσέγγισή του. Κοίταζε τον κόσμο από τη δική του οπτική γωνία, άλλοτε σοβαρά και άλλοτε ειρωνικά.
Άννα Κομνηνή
Η Άννα Κομνηνή συνέγραψε στην Αγία Μονή της Κεχαριτωμένης, στην Κωνσταντινούπολη, μεταξύ του 1137 και του 1148 την «Αλεξιάδα» σε 15 βιβλία (κεφάλαια). Στο έργο της κατέγραψε την ιστορία του πατέρα της Αλεξίου Α’ μεταξύ 1069 και 1118, προβάλλοντας την πολιτική του σοφία, την ηθική του ανωτερότητα και τη θεϊκή προστασία που τον συνόδευε. Η γλώσσα και η μορφή του κειμένου αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα του αττικισμού. Το έργο της αποτελεί σημαντική πηγή για την Α’ Σταυροφορία και είναι επίσης πολύτιμο για τις γεωγραφικές και τοπογραφικές πληροφορίες που περιέχει.
Τόσο στον Ψελλό όσο και στην Κομνηνή, η Ιστορία γίνεται και αυτοβιογραφία του συγγραφέα, που αποκαλύπτει το πώς θέλουν να μείνουν στη μνήμη των ανθρώπων.
Από την Άλωση του 1204 έως τον 15ο αιώνα
Μετά την κατάληψη της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, οι Βυζαντινοί ιστοριογράφοι μετατρέπονται συχνά σε μάρτυρες καταστροφών.
Νικήτας Χωνιάτης
Ο Νικήτας Χωνιάτης θεωρείται ο σημαντικότερος βυζαντινός ιστορικός του 12ου αιώνα, όντας αυτόπτης μάρτυρας της κατάληψης της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους στις 13 Απριλίου 1204.
Το κυριότερο έργο του είναι η «Χρονική Διήγησις» (Ιστορία Κωνσταντινουπόλεως), όπου καλύπτονται γεγονότα που αφορούν την ιστορία της Κωνσταντινούπολης από το 1118 έως το 1207. Σε κάποιες από τις εκδοχές του το έργο του ακολουθείται από μια σύντομη περιγραφή των χάλκινων αγαλμάτων της Κωνσταντινούπολης, τα οποία έτηξαν οι Σταυροφόροι για να κόψουν νομίσματα. Το κείμενο αυτό είναι γνωστό με την ονομασία «De signis».
Ιωάννης Καντακουζηνός
Ο Ιωάννης Καντακουζηνός, αυτοκράτορας και ιστορικός, αφηγείται τον εμφύλιο πόλεμο του 14ου αιώνα, υπερασπιζόμενος τον εαυτό του και την πολιτική του γραμμή. Η αφήγησή του είναι μετρημένη, αλλά σαφώς απολογητική. Το τετράτομο έργο του, «Ιστορία», εκδόθηκε από τον J. Pontanus το 1603. Επίσης συνέγραψε σχόλια για τα πρώτα πέντε βιβλία των «Ηθικών» του Αριστοτέλη και μερικές αμφιλεγόμενες θεολογικές πραγματείες, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται μία υπέρ του Ησυχασμού («Λόγοιαντιρρητικοί») και μία κατά του Μωαμεθανισμού, η οποία εκδόθηκε από τον Migne.
Οι τελευταίοι ιστορικοί: Χαλκοκονδύλης και Δούκας
Στα χρόνια πριν και μετά την Άλωση του 1453, δύο ιστορικοί ξεχωρίζουν για το έργο τους: ο Λαόνικος Χαλκοκονδύλης και ο Δούκας.
Λαόνικος Χαλκοκονδύλης
Ύστερα από τη φυγή του στην Ιταλία, έγραψε ιστορία με τίτλο «Αποδείξεις Ιστοριών» σε 10 τόμους, η οποία καλύπτει την περίοδο 1298-1463. Η ιστορία του Λαόνικου Χαλκοκονδύλη αποτελεί μια από τις σπουδαιότερες πηγές για τη μελέτη της περιόδου. Το κεντρικό θέμα του βιβλίου είναι η βαθμιαία πτώση της Ανατολικής Ρωμαϊκής (Βυζαντινής) Αυτοκρατορίας, η άνοδος των Οθωμανών Τούρκων και η προσπάθεια των κρατών της περιοχής να αντισταθούν στον τουρκικό επεκτατισμό.
Στις «Αποδείξεις Ιστοριών» γράφει με αττικίζουσα γλώσσα και κλασικό ύφος, υιοθετώντας την πανοραμική αφήγηση του Ηροδότου και του Θουκυδίδη. Αξιοσημείωτο είναι ότι ο Χαλκοκονδύλης είναι ο πρώτος που με την εκτεταμένη χρήση του ονόματος «Έλληνες», αντί για το καθιερωμένο «Ρωμαίοι», συνδέει τους συγχρόνους του με τους αρχαίους Έλληνες.
Μιχαήλ Δούκας
Στην Ιστορία του ο Δούκας δίνει μία περιληπτική περιγραφή των γεγονότων «από κτίσεως κόσμου» μέχρι το 1204 και εξιστορεί λεπτομερώς τα γεγονότα από το 1204 μέχρι το 1462. Δίνει πολύ σημαντικές πληροφορίες για τη σταδιακή επέκταση των Οθωμανών και τη Μάχη του Κοσσυφοπεδίου (1389), καθώς και για την προετοιμασία της πολιορκίας της Κωνσταντινούπολης, την πολιορκία καθ’ εαυτή και την Άλωση της Πόλης από τον Μωάμεθ Β’ τον Πορθητή.
Στο έργο του, πιο λαϊκής γλώσσας και λιγότερο επιτηδευμένο, κυριαρχεί ο τόνος του αυτόπτη μάρτυρα και η συναισθηματική φόρτιση. Περιγράφει την Άλωση με ζωντανές εικόνες και χωρίς δισταγμό να εκφράσει προσωπική λύπη ή αγανάκτηση.
Πώς έγραφαν την Ιστορία οι Βυζαντινοί;
Αν έπρεπε να συνοψίσουμε, η βυζαντινή ιστοριογραφία χαρακτηρίζεται από:
- Σύνθεση λόγου και ήθους: Συνδυασμός κλασικής ρητορικής με χριστιανική ηθική.
- Πολιτική λειτουργία: Η Ιστορία ήταν εργαλείο υπεράσπισης ή κριτικής της εξουσίας.
- Αυτοβιογραφικό στοιχείο: Οι συγγραφείς προβάλλουν τον εαυτό τους ως μάρτυρες ή κριτές των γεγονότων.
- Θεολογική ερμηνεία: Τα γεγονότα εντάσσονται στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας, ακόμη και όταν ο τόνος είναι κοσμικός.
Η βυζαντινή Ιστορία δεν επιδιώκει την «αντικειμενικότητα» με τον σύγχρονο όρο· επιδιώκει τη νοηματοδότηση των γεγονότων.
Για τους Βυζαντινούς, η γραφή της Ιστορίας ήταν ένας τρόπος να κατανοήσουν τον εαυτό τους μέσα στη ροή του χρόνου και να διασφαλίσουν ότι, ακόμη και αν η αυτοκρατορία έσβηνε, η μνήμη της θα επιβίωνε. Από τον λόγιο εγκωμιαστή Προκόπιο μέχρι τον συγκινημένο Δούκα, όλοι υπήρξαν μέρος της ίδιας αλυσίδας: εκείνης που συνέδεε το παρόν με την κλασική παράδοση και με μια συλλογική ταυτότητα που ήθελαν να αφήσουν ακέραιη στις επόμενες γενιές.
Διαβάστε επίσης:
ΠΑΣΟΚ: Τα ανοιχτά μέτωπα – Συνέδριο, προκριματικές, συμμαχίες και θεσμικές συγκρούσεις