ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16.01.2026 10:43
MENU CLOSE

Ο Φώτης Ραπακούσης, τα ορφανοτροφεία, το μουσείο του Αλή Πασά στα Ιωάννινα και η ιστορία που έγινε βιβλίο από το Μένιο Σακελλαρόπουλο

16.01.2026 08:15

Υπάρχουν βιογραφίες που δεν γράφονται για να εξιστορηθούν επιτυχίες, αλλά για να αποτυπωθεί η ανοχή και η αντοχή ενός ανθρώπου. Η ζωή του Φώτη Ραπακούση δεν αποτελεί απλώς μια προσωπική διαδρομή, αλλά μια συμπυκνωμένη εικόνα της μεταπολεμικής Ελλάδας. Θρήνος από την απώλεια, ιδρύματα, σιωπή, δουλειά και, τελικά, μια επίμονη προσπάθεια να μη χαθεί η ιστορική μνήμη.

Η μητέρα του, αδυνατώντας να αναθρέψει μόνη της τα παιδιά, πήρε μια απόφαση που σημάδεψε ανεπανόρθωτα την παιδική του ηλικία. Ο Φώτης και ο αδελφός του Σπύρος πέρασαν από τέσσερα ορφανοτροφεία. Το πιο καθοριστικό από αυτά ήταν το ορφανοτροφείο Ζηρού Φιλιππιάδος, όπου έζησε από τα έξι έως τα δώδεκα του χρόνια.

Ο Φώτης Ραπακούσης

Εκεί, η παιδική ηλικία δεν είχε χώρο για αθωότητα. Ο φόβος, η αυστηρή πειθαρχία, η ανασφάλεια και η απουσία οικογενειακής θαλπωρής διαμόρφωσαν έναν εσωτερικό κόσμο γεμάτο αγωνία. Η καθημερινότητα ήταν μια διαρκής αναμονή, για ένα γράμμα, για μια επίσκεψη, για μια μικρή ένδειξη ενδιαφέροντος από τον «έξω κόσμο». Οι σκέψεις φυγής επέστρεφαν πάντα στο ίδιο αδιέξοδο, «και πού να πήγαινες;».

Μέσα σε αυτή τη σκληρή πραγματικότητα γεννήθηκε όμως μια σχέση που έμελλε να αποδειχθεί καθοριστική. Ο Νιόνιος, ο Διονύσης Αναστόπουλος, έγινε κάτι πολύ περισσότερο από φίλος. Ήταν το πρόσωπο με το οποίο μοιράστηκε την έλλειψη, την πείνα, τον φόβο, αλλά και τη βαθιά ανάγκη να νιώθει κάποιος ότι δεν είναι μόνος. Το ίδιο κρεβάτι, οι ίδιες αγωνίες, η ίδια μικρή χαρά από ένα καλαθάκι σταφύλια.

Μετά τα ορφανοτροφεία, η ζωή δεν έγινε ευκολότερη. Μαθητεία στο Ληξούρι, εγκατάσταση στα Ιωάννινα, γάμος το 1979, σκληρή εργασία στην αρτοποιία από το 1980. Ο καθημερινός μόχθος έγινε τρόπος επιβίωσης, αλλά και η βάση για κάτι πολύ μεγαλύτερο. Από τον ιδρώτα αυτής της δουλειάς γεννήθηκε ένα όραμα, να περισυλλέξει, να διασώσει και να επαναπατρίσει κειμήλια της Ηπείρου. Καθοριστικό ρόλο σε αυτή την πορεία έπαιξε η γνωριμία του με τον αρχαιολόγο Σωτήρη Δάκαρη. Υπό την καθοδήγησή του, η συλλεκτική του δραστηριότητα απέκτησε σαφή προσανατολισμό προς την ύστερη Οθωμανική περίοδο. Δεν επρόκειτο πλέον για μια προσωπική συλλογή, αλλά για ένα έργο με ιστορικό βάθος και συνέπεια.

Παρατηρώντας κειμήλια

Το 2000 ιδρύθηκε το Μουσείο «Τα όπλα του αγώνα» στο Μεντρεσέ της βορειοανατολικής ακρόπολης του Κάστρου των Ιωαννίνων, ενώ από το 2012 μέρος της συλλογής στεγάζεται στο Μουσείο Αλή Πασά και Επαναστατικής Περιόδου στο Νησάκι.

Το Μουσείο του Αλί Πασά στα Γιάννενα

Τα αντικείμενα δεν στέκονται απλώς ως εκθέματα. «Ουρλιάζουν». Μεταφέρουν ιστορίες βίας, αγώνα και ανθρώπινης μοίρας, προκαλώντας δέος σε όσους μαθαίνουν ότι όλο αυτό το έργο δημιουργήθηκε από έναν άνθρωπο μόνο, χωρίς κρατική στήριξη.

Εξηγώντας σε μαθητές τη σημασία του Μουσείου

Παράλληλα όμως με τη δημόσια αναγνώριση, υπήρχε μια προσωπική αναζήτηση που δεν σταμάτησε ποτέ. Η αναζήτηση του χαμένου φίλου. Για πενήντα χρόνια ο Φώτης Ραπακούσης έψαχνε τον Νιόνιο σε τηλεφωνικούς καταλόγους, αρχεία, αργότερα στο διαδίκτυο και στο Facebook. Πάντα χωρίς αποτέλεσμα. Ένα λάθος στο επώνυμο είχε κρατήσει τους δύο άντρες χωρισμένους για δεκαετίες. Η ανατροπή ήρθε τυχαία. Μια παλιά φωτογραφία, ξεχασμένη σε οικογενειακά κουτιά, έπεσε ανάποδα και αποκάλυψε τα σωστά στοιχεία του ανθρώπου που ο Φώτης Ραπακούσης έψαχνε να βρει τόσα χρόνια.

Η συγκλονιστική αυτή ιστορία δεν έμεινε μόνο στη σφαίρα της προσωπικής μνήμης. Ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Μένιος Σακελλαρόπουλος, έχοντας γνωρίσει τον Φώτη Ραπακούση και το έργο του, κατέγραψε αυτή τη ζωή στο βιβλίο «Πικρό Γάλα» των εκδόσεων Ψυχογιός.

Το βιβλίο του Μένιου Σακελλαρόπουλου εμπνευσμένο από την ζωή του Φώτη Ραπακουση

Στις σελίδες του βιβλίου αποτυπώνεται όχι μόνο η πορεία του κ. Ραπακούση , αλλά και η μακρόχρονη αναζήτηση του χαμένου φίλου, μια αναζήτηση που λειτούργησε ως εσωτερικός άξονας ολόκληρης της ζωής του. Στις σελίδες του βιβλίου του ο Μένιος Σακελλαρόπουλος αναφέρει πως έφτασε στη συγγραφή του βιβλίου έχοντας πριν επισκεφτεί το Μουσείο γράφοντας για το πόσο ευχαριστημένος έμεινε. Όπως λέει ο δημοσιογράφος- συγγραφέας, ήταν από εκείνες τις στιγμές που δεν περιγράφονται εύκολα με λέξεις, όσο κι αν τις κυνηγάς. «Η πρώτη εικόνα από το Μουσείο του Αλή Πασά και της επαναστατικής περιόδου στο Νησάκι των Ιωαννίνων δεν ήταν απλώς εντυπωσιακή, ήταν σοκαριστική. Ένα έργο τέχνης από μόνο του, ένα ποίημα της Ιστορίας για την Ιστορία. Στα κελιά της Μονής Παντελεήμονα, εκεί όπου η πέτρα μυρίζει ακόμα αίμα, δόξα και προδοσία, εκεί όπου δολοφονήθηκε ο Αλή Πασάς, όπου έκλαψε η Βασιλική Κονταξή και σπάραξε η κυρα-Φροσύνη πριν πνιγεί στη λίμνη το 1801, ένιωθες πως η Ιστορία δεν ήταν παρελθόν. Ήταν παρούσα, ζωντανή, σχεδόν οδυνηρή. Και τότε ερχόταν η δεύτερη έκπληξη. Ότι αυτό το θαύμα δεν ήταν κρατικό έργο, ούτε αποτέλεσμα κάποιου μεγάλου ιδρύματος. Ήταν το όραμα ενός ανθρώπου. Του Φώτη Ραπακούση. Ένας ιδιώτης, πρώην φούρναρη για σαράντα χρόνια, που έστησε από το μηδέν το μουσείο, ξοδεύοντας την περιουσία του για να αγοράσει σε δημοπρασίες κειμήλια της εποχής. Πλήρωσε ενοίκια σε μητρόπολη και δήμο, δούλεψε με πείσμα και αγάπη, όχι για να δοξαστεί, αλλά για να φωτίσει την Ιστορία. Και τα αντικείμενα που συγκέντρωσε δεν μιλούν απλώς. Ουρλιάζουν».

Ο Μένιος Σακελλαρόπουλος με τον Φώτη Ραπακούση

Όπως λέει ο Μένιος Σακελλαρόπουλος λίγες ώρες και αφού είχε δημοσιεύσει τα όσα είχε γράψει για το Μουσείο δέχθηκε ένα τηλεφώνημα. Στην άλλη άκρη της γραμμής, ο Φώτης Ραπακούσης σχεδόν έκλαιγε σε κάθε «ευχαριστώ». Και τότε άνοιξε την ψυχή του. Μια εξομολόγηση που κουβαλούσε μέσα του μισό αιώνα. Από τα έξι του χρόνια στα ιδρύματα. Τέσσερα ορφανοτροφεία. Το πρώτο, το ορφανοτροφείο Ζηρού Φιλιππιάδος, από τα έξι μέχρι τα δώδεκα. Χρόνια που σημάδεψαν ανεξίτηλα την παιδική του ψυχή. Πόνος, φόβος, σιωπή. Μια μνήμη που δεν ήθελε να αγγίξει, πληγές που προσπαθούσε να κλείσει. Κάθε φορά που περνούσε από τον δρόμο για Πρέβεζα, γύριζε αλλού το βλέμμα. Δεν άντεχε ούτε την πύλη να δει. Ένα σφίξιμο στο στομάχι. Η σύζυγός του τον πίεζε χρόνια να πάνε, να της δείξει το μέρος που μεγάλωσε, ένα όμορφο τοπίο με λίμνη. Εκείνος όμως ήθελε να θυμάται μόνο ένα πράγμα. Τον Νιόνιο. Τον παιδικό του φίλο. Μαζί στα πάντα. Στην αγωνία μήπως έρθει κάποιος επισκέπτης, μήπως φτάσει ένα γράμμα, ένα μικρό δωράκι με λίγες καραμέλες. Στις αταξίες, στο ξύλο που έπεφτε χωρίς δεύτερη σκέψη, στο όνειρο της φυγής που ποτέ δεν γινόταν πραγματικότητα. Ο Νιόνιος ήταν το μοναδικό φωτεινό σημείο σε εκείνα τα σκοτεινά χρόνια. Και γι’ αυτό δεν τον ξέχασε ποτέ. Για πενήντα χρόνια τον έψαχνε. Με τηλέφωνα στον ΟΤΕ, με ερωτήσεις σε παλιούς τρόφιμους, με αναζητήσεις στο διαδίκτυο και στο Facebook. Τίποτα. Μόνο ένα όνομα, Διονύσης Αναστασόπουλος, από τον Πύργο Ηλείας. Μια θολή ανάμνηση από έναν παππού που είχε φέρει ένα καλαθάκι με σταφύλια, που τα μοιράστηκαν σαν θησαυρό. Ώσπου ήρθε η στιγμή που άλλαξε τα πάντα. Ο αδελφός του, ψάχνοντας παλιά κιβώτια, βρήκε μια φωτογραφία. Ο Φώτης παιδί, δίπλα σε ένα άλλο αγόρι. Μόλις την είδε, τα μάτια του καρφώθηκαν πάνω της. Ήταν ο Νιόνιος. Το ψάξιμο άρχισε ξανά, αυτή τη φορά μανιασμένο. Με τη βοήθεια και του γιου του. Και πάλι σκοτάδι. Καμία απάντηση. Μέχρι που, κοιτώντας απογοητευμένος τη φωτογραφία, του έπεσε από τα χέρια ανάποδα. Έσκυψε να τη σηκώσει και τότε το είδε. Πίσω, γραμμένα τα ονόματα. Φώτιος Ραπακούσης και Διονύσης Αναστόπουλος. Όχι Αναστασόπουλος. Ένα γράμμα λάθος. Όπως γράφει στο βιβλίο του ο Μένιος Σακελλαρόπουλος ο Φώτης Ραπακούσης ξεκίνησε να ψάχνει στον τηλεφωνικό κατάλογο με το σωστό επίθετο αυτή τη φορά, ώσπου: Το τηλέφωνο χτύπησε ξανά. Η φωνή στην άλλη άκρη ευγενική. Ηλικία; Ναι. Ορφανοτροφείο; Ναι. Ποιο; Στο Ζηρό. Εκεί λύγισαν όλα. «Σε βρήκα, φίλε», του είπε με φωνή που έτρεμε. Μετά από λίγα λεπτά ξαναμίλησαν. Ο Φώτης του μιλούσε για τα χρόνια που τον έψαχνε. Ο άλλος δίσταζε. Δεν ήθελε να θυμάται τίποτα. Μέχρι που ομολόγησε πως μόνο έναν θυμόταν. Έναν Ραπακούση. Τον αδελφό του. Τον άνθρωπο με τον οποίο είχαν κάνει τελετή και είχαν ορκιστεί αδέλφια.

Η αίθουσα με το ιστορικό καριοφύλλι

Συναντήθηκαν λίγες μέρες αργότερα στην Αθήνα. Σε ένα ξενοδοχείο. Η σύζυγος του Φώτη με τη φωτογραφική μηχανή στο χέρι, έτοιμη να φυλακίσει τη στιγμή. Η επανένωση των δύο αντρών στην Αθήνα, παρουσία των οικογενειών τους, έκλεισε έναν κύκλο έξι δεκαετιών. Ήταν η επιβεβαίωση ότι ορισμένοι δεσμοί δεν διαλύονται από τον χρόνο.

Ίσως έτσι να εξηγείται και το συναίσθημα που περιγράφει ο Φώτης Ραπακούσης όταν στάθηκε για πρώτη φορά μπροστά στα κελιά του Μουσείου Αλή Πασά και ένιωσε «τεράστια έκπληξη». Γιατί πίσω από τα εκθέματα, τα όπλα, τα κοσμήματα και τις φορεσιές, υπάρχει μια βαθύτερη ανάγκη, να μετατραπεί το τραύμα σε μνήμη και η μνήμη σε έργο.

Με το χρυσό καριοφίλι του Αλή Πασά

Σήμερα, όσοι επισκέπτονται το Νησάκι μαθαίνουν ότι ένας πρώην φούρναρης, μόνος του, δημιούργησε ένα μουσείο ευρωπαϊκών προδιαγραφών και συνεχίζει να το στηρίζει οικονομικά από την τσέπη του. Ένας άνθρωπος που δεν αγάπησε απλώς την Ιστορία. Την έκανε προσωπική υπόθεση. Και μέσα από αυτήν, προσπάθησε να δώσει νόημα σε μια ζωή που ξεκίνησε μέσα στη στέρηση και την απώλεια, αλλά δεν έμεινε ποτέ εκεί.

Διαβάστε επίσης:

Πέντε συλλήψεις για ληστείες σε βενζινάδικα και μίνι μάρκετ στην Αττική – Παλιοί γνώριμοι των Αρχών οι δύο συλληφθέντες

Καταγγελία για νεκρό μετανάστη στην Αμυγδαλέζα

Ταξί: Νέα παράταση στην απεργία ως το πρωί της Παρασκευής – 48ωρη και την επόμενη εβδομάδα

ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ 16.01.2026 10:43
Exit mobile version