ΣΑΒΒΑΤΟ 07.02.2026 16:19
MENU CLOSE

Κλιματική μετανάστευση: Όταν τα ακραία καιρικά φαινόμενα εκτοπίζουν ανθρώπους

07.02.2026 10:13

Η κλιματική αλλαγή και τα ακραία καιρικά φαινόμενα που εντείνονται οδηγώντας σε ολοένα συχνότερες φυσικές καταστροφές, ήδη εκτοπίζουν ανθρώπους, οι οποίοι αναγκάζονται να μετακινηθούν προς ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ αυτών και προς την Ελλάδα. Αυτό προκύπτει, μεταξύ άλλων, από νέα έρευνα του WWF Ελλάς, του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες (ΕΣΠ) και της καθηγήτριας Διεθνών Θεσμών, κατόχου της έδρας UNESCO για την Κλιματική Διπλωματία Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), Εμμανουέλα Δούση, καταδεικνύοντας ότι η κλιματική μετανάστευση δεν αποτελεί σενάριο του μέλλοντος, αλλά μια πραγματικότητα του παρόντος.

«Η ιδέα για αυτή τη μελέτη ήταν να διερευνήσουμε εάν κάποιοι από τους πρόσφυγες, μετανάστες και αιτούντες άσυλο που βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα αναγκάστηκαν να φύγουν από τις χώρες τους εξαιτίας κλιματικών λόγων. Να δούμε δηλαδή αν η κλιματική αλλαγή ή οι καταστροφές που σημειώθηκαν στις χώρες τους έπαιξαν ρόλο στην απόφασή τους να φύγουν», εξηγεί στο Αθηναϊκό-Μακεδονικό Πρακτορείο Ειδήσεων ο ερευνητής του ΕΣΠ, Κωνσταντίνος Βλαχόπουλος.

Αφορμή για την έρευνα αποτέλεσε η μαρτυρία ενός επιζώντα του ναυαγίου της Πύλου, από τη Λαχώρη του Πακιστάν, ο οποίος είχε επιβιβαστεί στο αλιευτικό σκάφος Adriana. Όπως είχε δηλώσει, ο κύριος λόγος για τον οποίο εγκατέλειψε τη χώρα του ήταν οι επαναλαμβανόμενες και ολοένα εντονότερες κλιματικές καταστροφές στην περιοχή του. Όπως αναφέρεται στη μελέτη, το σπίτι και τα χωράφια του βρίσκονταν κοντά σε ποτάμι που πλημμύριζε όλο και πιο συχνά, οδηγώντας στην πλήρη απώλεια της περιουσίας και των καλλιεργειών του. Υπό αυτές τις συνθήκες, όπως ανέφερε, δεν είχε άλλη επιλογή από το να διακινδυνεύσει τη ζωή του, επιβιώνοντας τελικά από ένα από τα πιο θανατηφόρα ναυάγια στη Μεσόγειο τα τελευταία χρόνια.

Η συγκεκριμένη μαρτυρία λειτούργησε ως καταλύτης. Όπως σημειώνει ο κ. Βλαχόπουλος, «μας έδωσε την ιδέα ότι άνθρωποι που βρίσκονται ήδη στην Ελλάδα -πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο, μετανάστες- μπορεί, εκτός από τις συγκρούσεις, παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων ή τη φτώχεια που βιώνουν, να έχουν και κλιματικούς λόγους που τους οδήγησαν να φύγουν από τις χώρες τους. Έτσι ξεκινήσαμε να διερευνούμε αυτή την πιθανότητα μέσα από ένα ερωτηματολόγιο».

Τα αποτελέσματα της έρευνας

Τα αποτελέσματα της έρευνας είναι ενδεικτικά μιας βαθύτερης και συχνά αόρατης διάστασης της σύγχρονης μετανάστευσης. Συγκεκριμένα, 35 από τους 70 ερωτηθέντες (50%) δήλωσαν ότι κλιματικοί παράγοντες επηρέασαν την απόφασή τους να μεταναστεύσουν διασυνοριακά. Για 18 άτομα (26% του συνόλου), το κλίμα αποτέλεσε τον μοναδικό ή τον κύριο λόγο μετανάστευσης, ενώ 17 (24%) ανέφεραν τα ακραία καιρικά φαινόμενα ως δευτερεύοντα παράγοντα, σε συνδυασμό με οικονομικές δυσκολίες, συγκρούσεις ή την απουσία κρατικής στήριξης.

Όπως επισημαίνεται, παρότι το δείγμα δεν είναι στατιστικά αντιπροσωπευτικό του συνολικού μεταναστευτικού πληθυσμού, οι συγγραφείς της μελέτης τονίζουν ότι τα ευρήματα δείχνουν ότι άνθρωποι που έχουν εκτοπιστεί λόγω της κλιματικής αλλαγής έχουν ήδη μετακινηθεί σε χώρες της Ευρώπης λόγω της ανυπόφορης κατάστασης που βίωσαν.

Ένα από τα πιο κρίσιμα ευρήματα της έρευνας σχετίζεται με το ότι πολλοί από τους ερωτηθέντες αυτοπροσδιορίζονταν αρχικά ως «οικονομικοί μετανάστες» και δεν γνώριζαν τον όρο «κλιματική αλλαγή». Ωστόσο, καθώς προχωρούσε η συνέντευξη, περιέγραφαν επανειλημμένα πλημμύρες, ξηρασίες, καύσωνες και περιβαλλοντική υποβάθμιση που οδήγησαν στην απώλεια των μέσων διαβίωσής τους. Σε αρκετές περιπτώσεις, ένα συγκεκριμένο ακραίο γεγονός -όπως οι πλημμύρες του 2022 στο βορειοανατολικό Μπανγκλαντές- αναδείχθηκε τελικά ως η καθοριστική αιτία της φυγής.

Παράλληλα, η έρευνα δείχνει ότι η μετανάστευση δεν ήταν η πρώτη επιλογή. Περισσότεροι από τους μισούς συμμετέχοντες με κλιματικό προφίλ δήλωσαν ότι αρχικά προσπάθησαν να προσαρμοστούν, μετακινούμενοι εντός της χώρας τους ή αλλάζοντας επάγγελμα μετά την απώλεια εισοδήματος. Όταν όμως οι καταστροφές επαναλαμβάνονταν και οι συνθήκες ζωής επιδεινώνονταν, η διασυνοριακή μετακίνηση κατέστη αναπόφευκτη.

Όπως τονίζει η επικεφαλής πολιτικής του WWF Ελλάς, Θεοδότα Νάντσου, το πρωτότυπο της έρευνας έγκειται στο γεγονός ότι «για πρώτη φορά ρωτήθηκαν οι ίδιοι οι άνθρωποι που αναγκάζονται να μετακινηθούν». «Μέχρι σήμερα, η έρευνα για την κλιματική μετανάστευση βασιζόταν κυρίως σε ακαδημαϊκές προβλέψεις που τοποθετούσαν το φαινόμενο στο μέλλον. Η έκθεση της IPCC έχει δείξει ότι η κλιματική αλλαγή προστίθεται στις απειλές για τις ευάλωτες χώρες, επιδεινώνοντας συγκρούσεις, ανισότητες και την έλλειψη ανθεκτικότητας. Εμείς δείχνουμε ότι αυτό έχει ήδη συμβεί», σημειώνει.

Από την πλευρά της η καθηγήτρια Διεθνών Θεσμών του ΕΚΠΑ και κάτοχος της έδρας UNESCO για την Κλιματική Διπλωματία Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών (ΕΚΠΑ), Εμμανουέλα Δούση, υπογραμμίζει ότι σε αυτό που πρέπει να δοθεί έμφαση για τη συγκεκριμένη έρευνα είναι ότι βασίζεται σε εμπειρικά δεδομένα.

«Σε αντίθεση με άλλες έρευνες, που στο παρελθόν είχαμε μόνο εκτιμήσεις σε σχέση με τον αριθμό των ανθρώπων που έχουν μετακινηθεί λόγω της κλιματικής αλλαγής, σε αυτήν την έρευνα έχουμε πλέον εμπειρικά δεδομένα, μιλάμε δηλαδή με αριθμούς. Έχουμε δηλαδή συγκεκριμένα στοιχεία, ανθρώπους που αναφέρουν πώς επέδρασε η κλιματική αλλαγή μαζί με άλλους παράγοντες στην απόφαση για να μετακινηθούν. Και αυτό που αναδεικνύεται είναι ότι όντως η κλιματική αλλαγή ήταν ένας από τους λόγους που μετανάστευσαν. Υπήρξαν αρκετοί που είπαν ότι η μοναδική αιτία ήταν αυτή. Άλλοι που είπαν ότι επέδρασε ως δεύτερος λόγος. Υπήρχαν και άλλοι -πολύ ενδιαφέρον σημείο κι αυτό της έρευνας- που δεν ήξεραν καν την κλιματική αλλαγή αλλά όσο προχωρούσε η συζήτηση φάνηκε τελικά μέσα από αυτήν, ότι όντως μετακινήθηκαν λόγω ακραίων καιρικών φαινομένων, λόγω πλημμυρών, λόγω καταστροφών που συνέβησαν στις χώρες τους και δεν μπορούσαν πλέον να ζήσουν εκεί», υπογραμμίζει και προσθέτει: «Αυτό που πρέπει να επισημανθεί είναι ότι η υποβάθμιση του περιβάλλοντος και οι φυσικές καταστροφές υπήρξαν ανέκαθεν αιτίες πληθυσμιακών μετακινήσεων, παρότι όμως ο περιβαλλοντικός παράγοντας ήταν ήδη γνωστός ως αιτία μετανάστευσης η μεταπολεμική και κυρίαρχη μέχρι σήμερα ανάγνωση της μετανάστευσης τον αγνοεί». Όπως τονίζει, αυτό που ισχύει έως τώρα, είναι μία αυστηρά δυαδική αντίληψη της μετανάστευσης η οποία τώρα δοκιμάζεται από την κλιματική αλλαγή.

«Αυτό που αναγνωρίζουμε μέχρι τώρα είναι είτε οι μετακινούμενοι να εξαναγκάζονται να εγκαταλείψουν τη χώρα τους για πολιτικούς λόγους -και στην περίπτωση αυτή μπορούν να ζητήσουν διεθνή προστασία υπό το καθεστώς των προσφύγων- είτε μετακινούνται εθελοντικά για οικονομικούς λόγους -και σε αυτή την περίπτωση η είσοδός τους σε άλλες χώρες επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια των χωρών υποδοχής», σημειώνει η κυρία Δούση και προσθέτει ότι η κλιματική αλλαγή πράγματι αποτελεί έναν από τους λόγους μετανάστευσης ωστόσο δεν απομονώνεται ως μοναδική αιτία μετανάστευσης.

«Μπορεί να έχει πολλαπλασιαστική δράση, δηλαδή, να ενισχύσει άλλους παράγοντες που δίνουν το έναυσμα για μετανάστευση. Επίσης υπάρχει και το εξής, ότι η μετακίνηση πληθυσμών μπορεί να είναι το αποτέλεσμα μιας αργής διαδικασίας περιβαλλοντικής υποβάθμισης -παραδείγματος χάρη ανεβαίνει η άνοδος της στάθμης της θάλασσας ή διαβρώνεται το έδαφος- ή αντίστοιχα ένα αιφνίδιο καιρικό φαινόμενο που συμβαίνει μια χρονική στιγμή μπορεί να προκαλέσει μετανάστευση όπως είναι οι έντονες καταιγίδες, πλημμύρες, καταστροφές. Έπειτα μπορεί να είναι διασυνοριακή ή εντός των εθνικών συνόρων, να έχει προσωρινό ή μόνιμο χαρακτήρα. Έχει διάφορες όψεις», αναφέρει.

Παράλληλα, όπως υπογραμμίζουν οι εκπρόσωποι του Ελληνικού Συμβουλίου για τους Πρόσφυγες και του WWF Ελλάς, αυτό που δημιουργεί προβληματισμό είναι το θεσμικό κενό που υπάρχει γύρω από την κλιματική μετανάστευση.

«Δεν υπάρχει μια θεσμική θωράκιση σχετικά με τη νομική διάσταση, που να τους προστατεύει», αναφέρει ο κ. Βλαχόπουλος και προσθέτει ότι η κλιματική αλλαγή δεν περιλαμβάνεται στους λόγους για τους οποίους παρέχεται προστασία, άσυλο σε κάποιους ανθρώπους.

Ωστόσο όπως επισημαίνει η κυρία Νάντσου, η γνωμοδότηση του Διεθνούς Δικαστηρίου πέρσι το καλοκαίρι, «άνοιξε τον δρόμο για δικαστικές αποφάσεις σε σχέση με τις υποχρεώσεις των κρατών για την κλιματική αλλαγή».

Όπως υπογραμμίζει, ένα ακόμη στοιχείο που αναδεικνύεται είναι η ανάγκη για αξιοποίηση της επιστημονικής γνώσης με σκοπό την πρόληψη. «Μέσω της έρευνας θέλουμε να δοθεί βαρύτητα στις κλιματικές πολιτικές, με έμφαση στην προστασία των περιοχών στις οποίες θέλουν να ζήσουν αυτοί οι άνθρωποι, άρα των πατρίδων τους, αλλά και στην ενίσχυση των ανθρωπιστικών πολιτικών για όσους έρχονται εδώ», σημειώνει η επικεφαλής πολιτικής του WWF Ελλάς.

Από την πλευρά της η κυρία Δούση επισημαίνει ότι τίθεται το ερώτημα ποιο θεσμικό πλαίσιο είναι καταλληλότερο: της μετανάστευσης ή της κλιματικής αλλαγής. «Κατά τη γνώμη μου, το μόνο ρεαλιστικό αυτή τη στιγμή είναι το δεύτερο», σημειώνει.

«Παίρνουμε μέτρα για την κλιματική αλλαγή σε επίπεδο προσαρμογής πρώτα απ’ όλα. Εδώ εντάσσονται οι πολιτικές προσαρμογής. Πρόληψη, χαρτογράφηση των σημείων τρωτότητας, ανάπτυξη συστημάτων, έγκυρης προειδοποίησης, ενίσχυση της ανθεκτικότητας. Όλα αυτά είναι μέσα στις στρατηγικές προσαρμογής. Και τα κράτη οφείλουν να έχουν σχέδια προσαρμογής στην κλιματική αλλαγή. Άρα, οι εθνικές πολιτικές εδώ παραμένουν το κλειδί για τη μείωση του κινδύνου από φυσικές καταστροφές και την κλιματική αλλαγή. Όμως, οι πολιτικές προσαρμογής δεν αρκούν αν δεν συνοδεύονται από ισχυρές και φιλόδοξες πολιτικές για τη μείωση των αιτίων της κλιματικής αλλαγής. Άρα, πρέπει να έχουμε και πολιτικές για την προσαρμογή αλλά και φιλόδοξες πολιτικές για τη μείωση, για να μειώσουμε τα αίτια, τη χρήση δηλαδή των ορυκτών καυσίμων», τονίζει η κυρία Δούση, καθιστώντας σαφές ότι η κλιματική μετανάστευση αποτελεί μία πραγματικότητα.

Παρούσα πραγματικότητα

Παράλληλα, η κυρία Δούση επισημαίνει ότι η κλιματική μετανάστευση αποτελεί ήδη μια παρούσα πραγματικότητα, η οποία αναδεικνύεται σε μια ιδιαίτερα δύσκολη πολιτική συγκυρία. «Η συζήτηση έρχεται σε μια περίοδο όπου η μετανάστευση αντιμετωπίζεται ολοένα και περισσότερο ως απειλή. Το κλείσιμο των συνόρων, η ανέγερση τειχών ή οι κλειστές δομές είναι μέτρα που μπορεί προσωρινά να καθησυχάζουν τη ξενοφοβία, αλλά δεν προσφέρουν μακροπρόθεσμες και βιώσιμες λύσεις. Η μεγαλύτερη πρόκληση εδώ είναι να διαμορφωθούν πολιτικές και στρατηγικές διαχείρισης ενός φαινομένου που δεν μπορεί να σταματήσει» αναφέρει η καθηγήτρια Διεθνών Θεσμών.

«Παράλληλα, μιλάμε για κλιματική κρίση, αλλά μία κρίση είναι συνήθως ένα παροδικό φαινόμενο, διότι κορυφώνεται, υποχωρεί ή εκτονώνεται σε κάτι άλλο, δίνοντας την εντύπωση ότι είναι δυνατή η επιστροφή στην πρότερη κατάσταση. Αυτό πλέον είναι αδύνατον. Έχουμε ένα φαινόμενο που θα το έχουμε συνεχώς μπροστά μας, και πρέπει να μάθουμε να το διαχειριζόμαστε. Υπάρχουν λύσεις που μπορούν να βοηθήσουν προς αυτή την κατεύθυνση, όπως η μείωση των αιτιών και η διαχείριση των συνεπειών. Είναι κάτι που θα το έχουμε συνεχώς μπροστά μας. Κλείνοντας τα σύνορα ή ανεβάζοντας τείχη δεν λύνεις το πρόβλημα, το μεταθέτεις για αργότερα», προσθέτει.

Διαβάστε επίσης:

Νιώθουν ήδη τις συνέπειες αλλά είναι απροετοίμαστοι: 4 στους 5 Ευρωπαίους λένε ότι έχουν επηρεαστεί από την κλιματική αλλαγή

Ρεκόρ στην παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ στην ΕΕ – Στις πρώτες θέσεις η Ελλάδα

Ζητούνται εθελοντές στην Ουαλία να ζήσουν για 3 μήνες σε μικρό νησάκι για να… μετρούν θαλάσσιους παπαγάλους

ΣΑΒΒΑΤΟ 07.02.2026 16:18
Exit mobile version