Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Andrea Bajani
Η επέτειος
Μετάφραση: Δήμητρα Δότση
Εκδόσεις: Ίκαρος
Σελ.: 150
Χάρη στις εκδόσεις Ίκαρος και στη θαυμάσια μεταφραστική συμβολή της Δήμητρας Δότση είχαμε την τύχη να γνωρίσουμε -διαβάζοντας- και στη γλώσσα μας τον Ιταλό Αντρέα Μπαγιάνι, έναν από τους πιο δημοφιλείς συγγραφείς της σύγχρονης ιταλικής και ευρωπαϊκής πεζογραφίας, ο οποίος με το μυθιστόρημά του «Η επέτειος» ήρθε και προκάλεσε μια σεισμική δόνηση στα εγχώρια λογοτεχνικά πράγματα. Από τις περιπτώσεις βιβλίων που άμα τη εμφανίσει τους χτυπούν νεύρο και προκαλούν το ενδιαφέρον του αναγνωστικού κοινού λόγω της θεματολογίας τους και της πρόζας τους.
Το μυθιστόρημα «Η επέτειος», παρά τη μικρή του έκταση (μόλις 150 σελίδες) δεν διαβάζεται μονοκόμματα, δεν συνιστάται η ανάγνωσή του προ ύπνου, δεν θεωρείται βιβλίο «εύκολο», καθώς είναι πυκνογραμμένο και πολύ επίπονο στην ειλικρίνειά του, ο ρεαλισμός του «ενοχλεί», προκαλεί μια σχετική δυσφορία, μια κάποια εσωτερική αποσταθεροποίηση. Είναι βαθιά συναισθηματικό, συναισθηματικά βαθύ και στοχαστικό, είναι ένας καθρέφτης που έρχεται και στέκεται απέναντι από τον αναγνώστη, αντικατοπτρίζοντας φόβους, καλά κρυμμένες ενοχές, πόνο, σιωπές που σφάζουν, πληγές που θα παραμένουν πάντα πληγές.
Αυτό λοιπόν το σπαρακτικό μυθιστόρημα, το τόσο επικίνδυνα ήσυχο με απανωτούς σπινθήρες κάτω από την ησυχία του, το γραμμένο τόσο περίτεχνα και δομημένο τόσο σφιχτά (στην Ιταλία βρισκόταν για μήνες στη λίστα των ευπώλητων, παρά τον θόρυβο που αρχικά προκάλεσε λόγω του ότι ξεμπροστιάζει την οικογενειακή σήψη, καθώς έχει ως θέμα του μια επώδυνη αληθινή ιστορία ψυχολογικής ενδοοικογενειακής βίας), δικαίως τιμήθηκε με το Βραβείο Strega 2025, τη μεγαλύτερη λογοτεχνική διάκριση της Ιταλίας, και πρόσφατα κυκλοφόρησε και στα ελληνικά (έχει ήδη μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες), ερχόμενο να μας θυμίσει πως ένα μυθιστόρημα μπορεί να χτιστεί άρτια και να εντυπωσιάσει χωρίς μακροσκελείς περιγραφές και πομπώδες ύφος.
Ο Μπαγιάνι, συγγραφέας, ποιητής και καθηγητής δημιουργικής γραφής στο Rice University του Χιούστον στο Τέξας, με φωνή σχεδόν ψιθυριστή, αμείλικτη κι εκλεπτυσμένη, έπλασε ένα σύντομο συναρπαστικό έργο, φυτεύοντας στο εσωτερικό του μια νάρκη που σελίδα τη σελίδα εκρήγνυται και προκαλεί τραυματισμούς. Με χειρουργική ακρίβεια πραγματοποιεί μια ανατριχιαστική ανατομία -μέσω υπαινιγμών, αξιοθαύμαστης οικονομίας λόγου, κοφτών πλάνων και συγκρατημένων λεπτομερειών- για το πατριαρχικό καθεστώς που έχει επιβληθεί στην οικογένεια του πρωταγωνιστή – αφηγητή (ουσιαστικά του alter ego του Μπαγιάνι), ο οποίος τελικά παίρνει τη γενναία απόφαση να διαρρήξει οριστικά τους δεσμούς του με τους γονείς του, κρατώντας απόσταση απ’ τους ίδιους κι απ’ όσα τον πόνεσαν, πηγαίνοντας κόντρα στον ιερό θεσμό της οικογένειας, που θέλει τα μέλη της ενωμένα ακόμα κι αν μαίνεται μεταξύ τους ένας άγριος πόλεμος με θύματα και παράπλευρες απώλειες.
Με απροσμέτρητο βάθος και χαμηλής έντασης -στα όρια του δοκιμιακού- λόγο, ο Μπαγιάνι αιχμαλωτίζει, «εκμεταλλεύεται» και χρησιμοποιεί με ευφυία τις παύσεις, τα φευγαλέα βλέμματα, την ταραχή που κρύβεται στις μεγάλες σιωπές, την απόγνωση που σωματοποιείται, μια κίνηση ενός χεριού που μένει μετέωρο, δύο δάκρυα φυλακισμένα πίσω απ’ τα βλέφαρα, και παίζει με τις σιωπές εκείνες που φανερώνουν περισσότερα απ’ όσα θα έλεγαν χιλιάδες λέξεις, παραθέτει τα γεγονότα αποστασιοποιημένος, με σκανδαλώδη ψυχραιμία, ενώ αφήνει να εννοηθεί πόσο υπεύθυνοι είμαστε όλοι όταν γινόμαστε συνένοχοι αποδεχόμενοι τη βία, τη χειραγώγηση, την τοξικότητα και την ακύρωση εντός του οικογενειακού μας περιβάλλοντος, τρέφοντας με τη σιωπή και την υποταγή το τέρας που θεριεύει πίσω από κάθε κλειστή πόρτα.
Τα γεγονότα παρατίθενται μέσω μιας αλυσίδας σύντομων επεισοδίων, μέσω κιτρινισμένων φωτογραφιών, μέσω των εκρήξεων της μνήμης. Εδώ δεν έχουμε μια κλασική γραμμική αφήγηση, γιατί το βίωμα δεν χωράει σε στεγανά, γιατί τα γεγονότα που γίνονται προσωπικά μας τραύματα και τα κουβαλάμε στις ψυχικές μας αποσκευές ώς το τέλος κινούνται άναρχα στο μυαλό, γιατί κι η μνήμη αναδύεται απ’ τον βυθό στην επιφάνεια σαν σκόρπια κομμάτια ναυαγίου που δεν μπορούν εύκολα να συναρμολογηθούν.
Ο αφηγητής αναμοχλεύει τον βυθό του τραύματος, μιλά για να δώσει φωνή σ’ ό,τι επίπονο και απροσπέλαστο έχει συσσωρευμένο μέσα του, ανασυνθέτει τη γνωριμία και τον γάμο των γονιών του, σκιτσάρει το πορτρέτο της μητέρας του, της πλήρως υποταγμένης στον σύζυγό της (ήταν κι αυτός ένας ρόλος, ένα μικρό τίποτα στο μεγάλο τίποτα), και το πορτρέτο του πατέρα του, που μέσω της βίας, της επιβολής εξουσίας και της τρομοκρατίας απαιτούσε αγάπη και προσοχή. (Ο πατέρας προφανώς ήταν φορέας ενός αδιάγνωστου βαθύτατου ψυχικού τραύματος, γι’ αυτό και η χειριστική του συμπεριφορά, που συνδέεται με την παράλογη λογική που αθωώνεται και αναγνωρίζεται ως ελαφρυντικό με το πρόσχημα της πατριαρχικής παράδοσης).
Ο γιος – αφηγητής και η αδερφή του μεγάλωσαν σε ένα νοσηρό οικογενειακό περιβάλλον με έναν πατέρα τύραννο, που ήθελε να έχει τον πρώτο λόγο και τον έλεγχο στα πάντα, δεν ήθελε η σύζυγος και τα παιδιά του να έχουν επαφές με φίλους και συγγενείς, δεν επέτρεπε στη σύζυγό του να εργαστεί κι όταν εκείνη το τόλμησε, αυτός το θεώρησε ως προσωπική του ήττα, που στους άλλους την παρουσίαζε ως προοδευτική παραχώρηση. Η μητέρα δεν φοβόταν τον σύζυγό της, απλώς του είχε υποταχθεί. Ήταν ικανή να διακρίνει την εσωτερική του μάχη με τους δαίμονές του, αλλά ανίκανη να τον βοηθήσει κι έτσι κέντησε μια στολή αναισθησίας και ιώβειας υπομονής και τη φόρεσε. Ήταν ο σύζυγός της κι εκείνη ήταν η σύζυγός του, είχε κάνει μαζί του οικογένεια που – εν τέλει λόγω σιωπών και παρανοήσεων – διαλύθηκε.
Ο αφηγητής έφυγε από το πατρικό του στα είκοσί του με πρόσχημα τις σπουδές. Έκτοτε επισκεπτόταν πολύ συχνά τους γονείς του, γευμάτιζε μαζί τους -σε μια πάντα ηλεκτρισμένη ατμόσφαιρα- κι έφευγε ξανά για το Τορίνο. Σε μια του επόμενη επιστροφή στο πατρικό, ήρθε αντιμέτωπος με μια σκηνή που θα τον τσάκιζε: έξω από το σπίτι του βλέπει αστυνομικούς, ενώ εντός σπιτιού η μητέρα του αιμόφυρτη μεν, ψύχραιμη δε, προσπαθεί να βάλει σε τάξη την καταστροφή που προκάλεσε ο πατέρας.
Σε ένα άλλο στιγμιότυπο, ο γιος έχει επισκεφθεί ξανά τους δικούς του. Φεύγοντας, η μητέρα του τον ξεπροβοδίζει και -με το μητρικό της ένστικτο ενεργό- τον ρωτά «Θα ξανάρθεις να μας δεις;». Εκείνη ακριβώς τη μέρα ο γιος – αφηγητής είδε τους γονείς του για τελευταία φορά. Έκτοτε, άλλαξε σπίτι, ήπειρο, αριθμό τηλεφώνου, ύψωσε ένα τείχος απόρθητο, έφυγε οριστικά από την εστία μόλυνσης, μακριά από τη θηλιά που κάθε φορά οι γονείς του φρόντιζαν με αγάπη να του τυλίγουν γύρω απ’ τον λαιμό. Από τον ολοκληρωτισμό της αγίας οικογένειας έκανε ένα μεγάλο βήμα στον οριστικό ολοκληρωτικό αποχωρισμό. Γύρισε οριστικά την πλάτη στην οικογενειακή δυσλειτουργία και στη σιωπηλή συνενοχή. Για να μπορέσει να σώσει ό,τι ακόμα σώζεται μέσα του.
«Η επέτειος» είναι η επέτειος δέκα χρόνων ύστερα από αυτή τη θαρραλέα απόφαση, δέκα χρόνων απελευθέρωσης από τα δεσμά της πατριαρχικής εξουσίας και της ενδοοικογενειακής κόλασης, επέτειος μαύρης γιορτής για τη διάλυση ενός ήδη θρυμματισμένου οικείου και τόσο ανοίκειου κόσμου: της οικογένειας. Αφοπλιστικό χρονικό μιας τραγικής επίγνωσης. Επώδυνη αναδρομή και λυτρωτική αναμέτρηση με το παρελθόν. Ακτινογραφία μιας οικογένειας που καιγόταν στα σκοτάδια της, στη σιωπή, στην υψηλή θερμοκρασία της χωρίς διάγνωση ψυχικής ασθένειας.
Διαβάστε επίσης:
Βιβλίο: Ένα graphic novel για τη γλώσσα, την ιστορία και τη μνήμη
Βιβλίο: Όταν ένας Ευρωπαίος συγγραφέας μίλησε για τη δημοκρατία στην Αθήνα της δικτατορίας
Βιβλίο: Μέση Ανατολή – Μνήμη και μαρτυρία
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.