Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Στην τρέχουσα κινηματογραφική εβδομάδα οι θιασώτες του θρίλερ μπορούν να πανηγυρίζουν, αφού έχουν την ευκαιρία να συναντηθούν η κλασικότερη εκδοχή του είδους, το «Ψυχώ» και μια νεότερη. Την αφορμή για την πρώτη τη δίνει μια επανέκδοση της ταινίας, ενώ η δεύτερη είναι η «Εμμονή» του Κέρι Μπάρκερ, που απέχει όχι μόνον χρονικά από τον «ένδοξο» πρόγονό του, αλλά και σε επίπεδο κινηματογραφικής συγκρότησης. Παρ’ όλα αυτά, κάποιος ο οποίος ασκείται στο είδος μπορεί να παρακολουθήσει τη φιλόδοξη δημιουργία του Μπάρκερ, χωρίς να προδοθεί.
Τίτλος ταινίας: «Ψυχώ»

Σύνοψη: Μια όμορφη γραμματέας ενός μεσιτικού γραφείου βρίσκεται με 40.000 δολάρια στα χέρια, από μια εν εξελίξει αγοροπωλησία. Καθώς είναι Σαββατοκύριακο, ξεκινάει ένα ταξίδι , με πρώτη στάση το μοτέλ του Νόρμαν Μπέιτς και της μητέρας του.
Σκηνοθεσία: Άλφρεντ Χίτσκοκ
Παίζουν: Άντονι Πέρκινς, Τζάνετ Λι, Βέρα Μάιλς, Μάρτιν Μπάλσαμ
Έχουμε μπροστά μας, σε επανέκδοση, μια αρχετυπική ταινία, το «Ψυχώ», την οποία κάποιοι, οι περισσότεροι, θα την παρακολουθήσουν για πολλοστή φορά, αλλά και κάποιοι θα έρθουν σε παρθενική επαφή μαζί της. Έτσι κι αλλιώς, κάθε νέο ραντεβού με την ταινία του Άλφρεντ Χίτσκοκ είναι μια πρώτη φορά. Είναι, λοιπόν, ευκαιρία και για εμάς ακόμη, τους επαγγελματίες του σινεμά η επαναθέασή της, καθώς πάντα προσθέτει στοιχεία στην ερμηνεία, αλλά και αυξάνει τον θαυμασμό μας για το κινηματογραφικό κέντημα. Μερικές ταινίες ωριμάζουν υπέροχα και στο πέρασμα του χρόνου πολλαπλασιάζουν τη «γευστική» απόλαυση. Μια τέτοια είναι ο «Θίασος», μια δεύτερη η «Αποκάλυψη, τώρα!», φυσικά και το «Ψυχώ». Στην πρώτη επαφή αφήνεσαι στο κρεσέντο της αδρεναλίνης, στη συνέχεια αιχμαλωτίζεσαι στον τρόπο με τον οποίον πλέκει τον σκηνοθετικό ιστό ο Άλφρεντ Χίτσκοκ, στο τέλος θαυμάζεις τη δομή των σχέσεων, η οποία αγγίζει τα βαθύτερα στρώματα του ανθρώπινου ψυχισμού. Αν το θέατρο έχει τον «Οιδίποδα»για να καμαρώνει πάνω στο πεδίο μιας «προφητικής» ψυχανάλυσης -έτσι θα την ονομάζαμε καταχρηστικά-, η έβδομη τέχνη (πολύ νεαρότερο αδελφάκι του θεάτρου) διαθέτει το «Ψυχώ». Έχουν γραφεί κείμενα επί κειμένων για τους λόγους που το συγκεκριμένο έργο αποτελεί το μαιευτήριο των ταινιών τρόμου. Συνεπώς, εμείς θα περιοριστούμε σε τρεις συνοψιστικές παρατηρήσεις, ως προς τις βασικές αιτίες, που μετά από κοντά εξήντα χρόνια μας κάνουν να υποκλινόμαστε μπροστά του:

1. Η σύλληψη της σχέσης μητέρα-γιος, η οποία μπορεί να αποκτήσει τρομακτικές διαστάσεις. Κυριολεκτικά, στην ταινία, αλλά και μεταφορικά στην καθημερινότητα. Ο ιδιοκτήτης του μοτέλ στο οποίο καταλύει η Τζάνετ Λι, ως πρωταγωνίστρια, είναι ο ίδιος ένα θύμα των σκοτεινών μηχανισμών, οι οποίοι διαμορφώνουν την υποσυνείδητη σχέση του με τη μητέρα. Το «ελαφρυντικό» αυτό οδηγεί τον Χίτσκοκ σε ένα απρόβλεπτο, ανατρεπτικό φινάλε (μετά τη συγκλονιστική σκηνή του ξενοδοχείου), αφού η έμμεση αθώωση αποτελεί παραβίαση των κωδίκων του Χόλιγουντ, οι οποίοι απαιτούν ξεκάθαρες λύσεις και τακτοποίηση των πάντων υπέρ του «καλού»
Άλλωστε, η ταινία ξεκινάει με μια ανάλογη παραβίαση, καθώς η εξωσυζυγική συνάντησή της ηρωίδας με τον εραστή της, μόνον σύμφωνη με τις απαιτήσεις της εποχής δεν είναι. Η κινηματογράφηση το πηγαίνει ακόμη παρακάτω, αφού τολμάει και την εκθέτει με εσώρουχα. Λίγο μετά πραγματοποιεί μια λαθροχειρία, βάζοντας χέρι στα λεφτά της συναλλαγής με τον πελάτη, στο μεσιτικό γραφείο όπου εργάζεται. Αυτό δίνει το δικαίωμα στον Χίτσκοκ να γίνει ακόμη πιο τολμηρός στα πλάνα του, κινηματογραφώντας την Τζάνετ Λι κατά πρόσωπο, ενώ βρίσκεται στο τιμόνι του αυτοκινήτου της. Μετατρέπει το πρόσωπό της, αδιόρατα, με κατάλληλες εκφράσεις και φωτοσκιάσεις από τον δρόμο που «ρέει» γύρω της, σε διαβολικό-φορέα του κακού. Παρά το γεγονός ότι στην πορεία δείχνει να μετανοιώνει, τα δύο αμαρτήματα έχουν συντελεστεί, άρα «τιμωρία». Ας μην ξεχνάμε ότι ο Βρετανός σκηνοθέτης κατά βάθος είναι πουριτανός, με έντονο στοιχείο αυτοσαρκασμού εντέλει.
2. Εισάγει τους βασικούς κανόνες του θρίλερ, στην αξιοποίηση των βλεμμάτων, του μοντάζ, στο δέσιμο υποκειμενικών και αντικειμενικών πλάνων. Για παράδειγμα, το βλέμμα της πρωταγωνίστριας πάνω στον φάκελο με τα χρήματα, γίνεται ο καλύτερος μάρτυρας της άνομης επιθυμίας της. Η σύνθεση υποκειμένου και αντικειμένου (επαναλαμβάνεται σε πολλές σκηνές στη συνέχεια), μέσα σε δύο πλάνα, συμπυκνώνει τον τεράστιο κόσμο της επιθυμίας. Ο τρόπος που διαβάζει τη συνάντηση με τον αστυνομικό η Τζάνετ Λι αποτελεί την επιτομή των βλεμμάτων ενοχής: νομίζουμε πάντα ότι ο άλλος βλέπει αυτό που πράξαμε. Το σινεμά, για πρώτη φορά, χρησιμοποιεί την κάμερα ως καταγραφέα εσωτερικής ενοχής. Καταφέρνει να μας τοποθετήσει κάθε φορά, ως θεατές, στη θέση αυτού που ξαφνιάζεται, που τρομάζει περισσότερο. Από την εναλλαγή αυτή, που φτάνει ακόμη και σε ανορθόδοξες γωνίες λήψης, προκύπτει ο τρόμος από το άγνωστο, το αναπάντεχο. Αυτό, βέβαια, είναι ο θάνατος και ο Χίτσκοκ τον κάνει υπόθεση όλων μας, όπως και είναι. Αυτά τα πενήντα δύο πλάνα στο ντους, οι εβδομήντα οκτώ γωνίες λήψεις, αποτελούν τα σαράντα πέντε δευτερόλεπτα που άλλαξαν την πορεία του σινεμά. Κι όπως ευφυώς έγραψε κάποιος, μετά από τη σκηνή αυτή ποτέ δεν ξαναμπήκαμε στο ντους νιώθοντας ασφαλείς. Το μαχαίρι-φαλλός που ανεβοκατεβαίνει, ο φόνος ως ερωτική πράξη.

3. Η χρήση της μουσικής του Μπέρναρ Χέρμαν αποτελεί ένα ακόμη χνάρι, πάνω στο οποίο πάτησε ολόκληρη κατηγορία χολιγουντιανών ταινιών έκτοτε. Ο στριγγός ήχος των έγχορδων, ολότελα παράταιρος για την εποχή, ακολουθούμενος από κλασικά μοτίβα δίνει μια ακόμη ανατρεπτική διάσταση. Έστω κι αν θεωρήσουμε ότι υπάρχει συγχρονισμός στον βηματισμό μουσικής και συναισθημάτων (όπως απαιτούν οι κλασικές αρχές), η σχεδόν παραφωνία στον τόνο των εγχόρδων θα μπορούσε να αποτελεί και μια κινηματογραφική παραφωνία. Στην ουσία πρόκειται για τόλμη, η οποία αναγνωρίστηκε πολλά χρόνια μετά, όπως συμβαίνει με κάθε προφητεία. Από τον συγκεκριμένο κανόνα δεν ξέφυγε ούτε ο Χίτσκοκ, ο οποίος εκείνη τη χρονιά, το 1960, δεν κράτησε κανένα χρυσό αγαλματίδιο στα χέρια του. Ούτε κάποια άλλη χρονιά…
Τίτλος ταινίας: «Εμμονή» («Obsession»)

Σύνοψη: Ένας νεαρός, απελπισμένος από την αδυναμία του να εκφράσει τον έρωτά του και να βρει ανταπόκριση, πραγματοποιεί την ευχή να εκπληρωθεί το όνειρό του. Ως τη στιγμή που ανακαλύπτει ότι η ευχή οδηγεί σε περίεργα και νοσηρά μονοπάτια.
Σκηνοθεσία: Κερι Μπάρκερ
Παίζουν: Μάικλ Τζόνστον, Κούπερ Τόμλινσον, Μέγκαν Λόλες, Ίντι Νιοβαρέτε
Ίσως η «Εμμονή» να ακροβατεί ανάμεσα στην επιθυμία, στην πραγματοποίησή της και στην πιθανότητα οδυνηρής εξέλιξής της, αφού το «πρόσεχε τι εύχεσαι» αποτελεί μια έκφραση της αμερικανικής κουλτούρας. Ίσως, πάλι, να αποπειράται να μετατραπεί σε ένα κινηματογραφικό ψυχογράφημα της εμμονής (όπως προδίδει και ο τίτλος) και των πιθανών σεναρίων, στα οποία μας υποβάλλει. Με άλλα λόγια, ό,τι παρακολουθούμε ως ταινία μπορεί να έχει συμβεί, μπορεί και να αποτελεί αποκύημα της νοσηρής φαντασίας του απελπισμένου νεαρού. Καθώς προσπαθεί να εκδηλώσει την ερωτική του επιθυμία στο αντικείμενο του πόθου του, δειλός και συνεσταλμένος, καταφεύγει στη βοήθεια της άτυπης «μαγείας». Από μια άποψη, υπάρχουν κοινά σημεία με το «Ψυχώ»: η νοσηρή εμμονή (έστω, διαφορετικού προσανατολισμού), η αδυναμία εκδήλωσής της, το φονικό περιβάλλον, εδώ με τη μορφή σπλάτερ. Η εμμονή του πρωταγωνιστή μοιάζει να δικαιώνεται με την ευχή που εκφράζει σε κάτι σαν fortune cookie, συνηθισμένο παιχνίδι στην Αμερική. Το μπλέξιμο που ακολουθεί, αν το παρακολουθήσουμε απλώς σαν αφορμή για ένα θρίλερ, έχει καλώς. Αν όμως του δώσουμε σημασίες και νοήματα, με παιχνιδίσματα της φαντασίας και της πραγματικότητας, τότε έχει…κακώς. Το έχουμε δει σε πολύ καλύτερες εκδόσεις, όπως, ας πούμε, στο «Λίγο μετά τα μεσάνυχτα» του Μάρτιν Σκορσέζε, με παρόμοια αφορμή.

Υπάρχουν στιγμές, κυρίως στο πρώτο μέρος, όπου η απορία για το τι συμβαίνει πραγματικά μπορεί να αποτελεί ένα ευπρόσδεκτο κλείσιμο του ματιού από τον Κέρι Μπάρκερ. Όταν, όμως, το ψυχολογικό θρίλερ μετατρέπεται σε λουτρό αίματος, το φιλμ χάνει την ισορροπία του στον ακροβατισμό, πέφτει και τσακίζεται άγαρμπα. Όσο για την προσπάθεια του σκηνοθέτη να αγγίξει το θέμα της «εμμονής» από την οπτική γωνία της ψυχανάλυσης, εκεί η πτώση είναι ακόμη πιο θορυβώδης. Και στο τέλος δεν μένει όρθια ούτε η αμφισημία ούτε η αμφιβολία, που θα μπορούσαν να αποτελούν προστατευτικό δίχτυ.
Αξιολόγηση: **
Διαβάστε επίσης
Κριτική ταινίας: «Θανάσιμα πλούσιος» – Πώς η απληστία γίνεται παιχνίδι
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.