Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google
Add topontiki.gr on GoogleΗ Ελλάδα καταναλώνει αισθητά λιγότερη ενέργεια ανά κάτοικο από την Ευρωπαϊκή Ένωση και τη Γερμανία. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι η ελληνική οικονομία είναι ενεργειακά αποδοτικότερη.
Για να το κρίνουμε πρέπει να εξετάσουμε ταυτόχρονα τρία χαρακτηριστικά: πόση ενέργεια καταναλώνουμε ανά κάτοικο, πόσο ΑΕΠ παράγουμε ανά μονάδα ενέργειας και πόσο τελικά πληρώνουμε για αυτήν.
Η κατά κεφαλήν τελική κατανάλωση ενέργειας στην Ελλάδα είναι αισθητά χαμηλότερη από την ΕΕ και ακόμη περισσότερο από τη Γερμανία.
Αυτό όμως δεν αποτελεί από μόνο του ένδειξη ενεργειακής αποδοτικότητας.
Η χαμηλή κατανάλωση μπορεί να είναι αποτέλεσμα καλύτερα μονωμένων κτιρίων, αποδοτικότερων μηχανημάτων και οικονομικότερων μεταφορών. Μπορεί όμως να οφείλεται σε χαμηλότερη οικονομική δραστηριότητα ή ακόμη και σε ενεργειακή φτώχεια.
Εάν ένα νοικοκυριό καταναλώνει λιγότερο επειδή το σπίτι του είναι καλύτερα μονωμένο, έχουμε πραγματική ενεργειακή αποδοτικότητα. Εάν όμως δεν ανάβει τη θέρμανση επειδή δεν μπορεί να πληρώσει τον λογαριασμό, η μικρότερη κατανάλωση δεν αποτελεί επιτυχία αλλά στέρηση ενεργειακής υπηρεσίας.
Το ίδιο ισχύει στην παραγωγή. Εάν μια βιομηχανία παράγει το ίδιο προϊόν με 30% λιγότερη ενέργεια, έχει γίνει αποδοτικότερη. Εάν όμως μειώσει την παραγωγή της ή κλείσει, επίσης μειώνεται η ενεργειακή κατανάλωση — χωρίς καμία βελτίωση της αποδοτικότητας.
Στην Ελλάδα σημαντικό μέρος της μείωσης της κατανάλωσης συνέπεσε με την υποχώρηση της πρωτογενούς και βιομηχανικής δραστηριότητας, τη μείωση των επενδύσεων και τον περιορισμό της αγοραστικής δύναμης των πολιτών.
Για αυτό ουσιαστικότερος δείκτης είναι η ενεργειακή παραγωγικότητα: πόσο ΑΕΠ παράγουμε από κάθε μονάδα ενέργειας που καταναλώνουμε.
Η Ελλάδα καταναλώνει λιγότερη ενέργεια ανά κάτοικο, αλλά παράγει αισθητά λιγότερο ΑΕΠ από κάθε MWh σε σχέση με την ΕΕ και τη Γερμανία.
Με βάση τα μεγέθη που εξετάσαμε, η ελληνική ενεργειακή παραγωγικότητα βρίσκεται περίπου 20% χαμηλότερα από την ΕΕ και 30% χαμηλότερα από τη Γερμανία.
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο στοιχείο: η χαμηλή κατανάλωση δεν αποτελεί από μόνη της επιτυχία. Στόχος πρέπει να είναι περισσότερη οικονομική αξία από κάθε MWh.
Η Eurostat ορίζει ως τελική κατανάλωση την ενέργεια που φτάνει πράγματι στον τελικό χρήστη — νοικοκυριά, βιομηχανία, μεταφορές, υπηρεσίες και γεωργία — εξαιρώντας την ενέργεια που χρησιμοποιείται για μετατροπή και τις χρήσεις του ίδιου του ενεργειακού τομέα.
Η επίσημη τελική κατανάλωση της Ελλάδας το 2023 ήταν περίπου 15,73 Mtoe ή 183 TWh.
Για να εκτιμήσουμε το πραγματικό χρηματικό βάρος πρέπει να αποτιμήσουμε ηλεκτρισμό, βενζίνη, diesel, πετρέλαιο θέρμανσης, LPG, φυσικό αέριο, βιομάζα και λοιπές τελικές μορφές ενέργειας στις τιμές που πραγματικά επιβαρύνουν την οικονομία.
Για τον ηλεκτρισμό χρησιμοποιούμε πλέον μεσοσταθμικό συνολικό τελικό κόστος 200 €/MWh, συμπεριλαμβανομένων των σχετικών ενεργειακών ρυθμιζόμενων και φορολογικών επιβαρύνσεων.
Με τελική κατανάλωση ηλεκτρισμού περίπου 46 TWh, αυτό σημαίνει ενεργειακό λογαριασμό ηλεκτρισμού περίπου €9,2 δισ.
Με την αντίστοιχη αποτίμηση των υπόλοιπων μορφών ενέργειας, ο συνολικός λογαριασμός τελικής ενέργειας βρίσκεται ως τάξη μεγέθους περίπου στα €25 δισ. ετησίως, δηλαδή περίπου:
11% του ΑΕΠ ή €110 περίπου ενεργειακής δαπάνης ανά €1.000 παραγόμενου ΑΕΠ, ενώ ο μέσος όρος στην ΕΕ είναι
Πρόκειται για δική μας εκτίμηση «ποσότητα × τελική τιμή» και όχι για επίσημο δείκτη της Eurostat, αλλά στη βάση των στοιχείων κατανάλωσης και τελικών τιμών της Eurostat. Το ελληνικό ΑΕΠ του 2023 ήταν €225,2 δισ.
Για αυτό ο ουσιαστικότερος δείκτης είναι η ενεργειακή παραγωγικότητα: πόσο ΑΕΠ παράγεται από κάθε MWh τελικής ενέργειας και πόσο κοστίζει ως ποσοστό το ΑΕΠ
| 2023 | Ελλάδα | ΕΕ-27 | Γερμανία | |
| Τελική ενέργεια/κάτοικο | ~1,5 toe | ~2,0 toe | ~2,3 toe | |
| ΑΕΠ ανά MWh τελικής ενέργειας | ~€1.290 | ~€1.630 | ~€1.860 | |
| MWh ανά €1 εκατ. ΑΕΠ | ~777 | ~615 | ~538 | |
| Πετρελαιοειδή στην τελική κατανάλωση | ~54% | ~37% | ~37% | |
| Εκτιμώμενο ενεργειακό κόστος/ΑΕΠ | ~11% | ~7–9% | ~6–7% | |
| Κόστος ενέργειας ανά €1.000 ΑΕΠ | ~€110 | ~€70–90 | ~€60–70 |
Δηλαδή εμείς πληρώνουμε την ενέργεια μας €110/€1.000 ΑΕΠ ακριβότερα 45% (€75€/1.000 ΑΕΠ) από την ΕΕ και 70%(€65€/1.000 ΑΕΠ) από την Γερμανία και για αυτό η οικονομία μας μειονεκτεί στο διεθνή ανταγωνισμό
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο πόση ενέργεια καταναλώνουμε, αλλά και ποια ενέργεια.
Το 2023 τα πετρελαιοειδή αντιπροσώπευαν 54% της τελικής ενεργειακής κατανάλωσης της Ελλάδας, έναντι μόλις 37% στην ΕΕ.
Το ιδιαίτερο ελληνικό πρόβλημα είναι ο συνδυασμός: χαμηλή κατά κεφαλήν κατανάλωση, χαμηλή ενεργειακή παραγωγικότητα, υψηλή εξάρτηση από πετρέλαιο και μεγάλο κόστος ενέργειας σε σχέση με το ΑΕΠ.
Υπάρχει και μια τέταρτη διάσταση: η ενεργειακή εξάρτηση είναι ταυτόχρονα διαρκής εκροή πόρων από την ελληνική οικονομία.
Το 2023 η Ελλάδα εισήγαγε ορυκτά καύσιμα, λιπαντικά και συναφή ενεργειακά προϊόντα αξίας περίπου €22,77 δισ. και εξήγαγε περίπου €16,48 δισ. Η καθαρή διαφορά ήταν περίπου:
€6,3 δισ. ετησίως ή 2,8% του ΑΕΠ δλδ καθαρή εσωτερική κατανάλωση ορυκτών καυσίμων, που δεν περιλαμβάνει εγχώριες δαπάνες, φόρους, δίκτυα, μεταφορές, υπηρεσίες και περιθώρια.
Το κρίσιμο όμως είναι ότι τα €6,3 δισ. αποτελούν επαναλαμβανόμενη ετήσια εξωτερική επιβάρυνση.
Σε είκοσι χρόνια, εάν υποθέσουμε απλώς για λόγους τάξης μεγέθους ότι παραμένει σταθερή:
€6,3 δισ. × 20 = €126 δισ.
χωρίς να συνυπολογίζονται μεταβολές τιμών, κατανάλωσης ή προεξόφληση.
Εδώ βρίσκεται η θεμελιώδης οικονομική διαφορά μεταξύ ορυκτών καυσίμων και ΑΠΕ.
Το εισαγόμενο καύσιμο είναι επαναλαμβανόμενη λειτουργική δαπάνη. Οι ΑΠΕ είναι επένδυση σε παραγωγικό κεφάλαιο.
Το πετρέλαιο και το φυσικό αέριο που αγοράζουμε σήμερα αύριο έχουν καεί και πρέπει να αγοραστούν ξανά. Ένα φωτοβολταϊκό ή ένα αιολικό πάρκο που κατασκευάζεται σήμερα παράγει ενέργεια για πάνω από 20 χρόνια, χωρίς κόστος καυσίμου.
Επιπλέον, εάν χρησιμοποιήσουμε ως συντηρητική μεσοσταθμική παραδοχή περίπου 50% εγχώρια προστιθέμενη αξία στις επενδύσεις ΑΠΕ, σημαντικό μέρος της επένδυσης παραμένει στην ελληνική οικονομία μέσω κατασκευών, ηλεκτρολογικού εξοπλισμού, μελετών, εγκατάστασης, έργων δικτύου, λειτουργίας, συντήρησης και υπηρεσιών.
Για αυτό το κόστος της ενεργειακής μετάβασης δεν πρέπει να συγκρίνεται με το μηδέν. Πρέπει να συγκρίνεται με το κόστος της εναλλακτικής:
τη συνέχιση της καταβολής δισεκατομμυρίων ευρώ κάθε χρόνο για εισαγόμενα ορυκτά καύσιμα.
Τα περίπου €6 δισ. που φεύγουν καθαρά κάθε χρόνο για ενεργειακές εισαγωγές πρέπει να ξαναπληρωθούν τον επόμενο χρόνο. Οι επενδύσεις σε ΑΠΕ, αποθήκευση και δίκτυα αφήνουν πίσω τους παραγωγικό κεφάλαιο που λειτουργεί για δεκαετίες.
Η Ελλάδα διαθέτει ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που δεν διαθέτει στα ορυκτά καύσιμα: άφθονο εγχώριο ηλιακό και αιολικό δυναμικό και τεράστιες ποσότητες αναξιοποίητης βιομάζας.
Για να αξιοποιηθούν όμως οι ΑΠΕ σε ολόκληρη την οικονομία, πρέπει να μεταφέρουμε στον ηλεκτρισμό όσο το δυνατόν περισσότερες χρήσεις πετρελαίου και φυσικού αερίου: μεταφορές, θέρμανση, ψύξη και βιομηχανικές θερμικές διεργασίες όπου αυτό είναι τεχνικά εφικτό.
Ο εξηλεκτρισμός έχει και ένα δεύτερο πλεονέκτημα: μειώνει δραστικά την απαιτούμενη τελική ενέργεια.
Μια αντλία θερμότητας με COP 3 μπορεί με 1 MWh ηλεκτρισμού να δώσει περίπου 3 MWh θερμότητας. Ένα ηλεκτρικό αυτοκίνητο χρειάζεται επίσης 4 φορές λιγότερη τελική ενέργεια από ένα αυτοκίνητο εσωτερικής καύσης για την ίδια μετακίνηση.
Άρα χρειαζόμαστε πολύ λιγότερες ηλεκτρικές MWh για την ίδια ενεργειακή υπηρεσία σε σχέση με τα ορυκτά καύσιμα.
Εδώ βρίσκεται η μεγάλη αντίφαση της ενεργειακής πολιτικής.
Ακόμη και με τη διορθωμένη μεσοσταθμική τελική τιμή των 200 €/MWh, ο ηλεκτρισμός παραμένει ακριβός σε σχέση με την ενεργειακή MWh αρκετών ορυκτών καυσίμων.
Η τελική τιμή του περιλαμβάνει, πέρα από την καθαρή ενέργεια, ρυθμιζόμενες χρεώσεις δικτύων, ΥΚΩ, ΕΤΜΕΑΡ και φορολογικές επιβαρύνσεις.
Οι επενδύσεις στα δίκτυα είναι απαραίτητες. Χρειάζεται όμως να επανεξεταστεί ποιο μέρος του συνολικού κόστους πρέπει να επιβαρύνει την ηλεκτρική MWh, όταν ταυτόχρονα επιδιώκουμε να μεταφέρουμε κατανάλωση από τα ορυκτά καύσιμα στον ηλεκτρισμό.
Δεν μπορούμε να επιδιώκουμε εξηλεκτρισμό της οικονομίας και ταυτόχρονα να διαμορφώνουμε την τελική τιμή του ηλεκτρισμού έτσι ώστε τα ορυκτά καύσιμα να παραμένουν οικονομικά ελκυστικότερα.
Χρειάζεται επομένως μείωση του τελικού κόστους ηλεκτρισμού και εξορθολογισμός των ρυθμιζόμενων και φορολογικών επιβαρύνσεων, παράλληλα με τις αναγκαίες επενδύσεις σε δίκτυα, αποθήκευση και διασυνδέσεις.
Το ενεργειακό παράδοξο της Ελλάδας μπορεί τελικά να συνοψιστεί απλά:
Καταναλώνουμε λιγότερο, παράγουμε λιγότερα από κάθε μονάδα ενέργειας, πληρώνουμε περισσότερα σε σχέση με το ΑΕΠ μας και εξάγουμε δισεκατομμύρια ευρώ για να αγοράζουμε τα καύσιμα που μας λείπουν.
Ο στόχος επομένως δεν πρέπει να είναι απλώς η περαιτέρω μείωση της κατανάλωσης.
Πρέπει να είναι περισσότερο ΑΕΠ ανά MWh, μικρότερο ενεργειακό κόστος ανά €1.000 ΑΕΠ και δραστική υποκατάσταση των εισαγόμενων ορυκτών καυσίμων από εγχώρια ανανεώσιμη ηλεκτρική ενέργεια.
Η ενεργειακή μετάβαση δεν είναι μόνο περιβαλλοντική πολιτική.
Είναι πολιτική εθνικής ενεργειακής ανεξαρτησίας, βελτίωσης του εμπορικού ισοζυγίου, δημιουργίας παραγωγικού κεφαλαίου και ανάπτυξης.
Και θα έχει πραγματικά ολοκληρωθεί όταν το χαμηλό κόστος παραγωγής των εγχώριων ΑΠΕ φτάσει στον τελικό καταναλωτή και τα δισεκατομμύρια που σήμερα δαπανώνται επαναλαμβανόμενα για εισαγόμενα καύσιμα μετατρέπονται σταδιακά σε επενδύσεις που παράγουν καθαρή, εγχώρια και ανταγωνιστική ενέργεια για δεκαετίες.
* Ο Βασίλης Τσολακίδης είναι βοαρχιτέκτονας και σύμβουλος στρατηγικού σχεδιασμού για την ενέργεια, το περιβάλλον, το κλίμα
Διαβάστε επίσης:
Η λιτότητα με κοστούμι και επιτόκιο
Κλιματική κρίση, πυρκαγιές και αποποίηση ευθυνών
Το καλώδιο (με την Κύπρο) και οι ήττες χωρίς πόλεμο (… με την Τουρκία)
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.