17/10/2018 07:38:28

Υπάρχει Ευρώπη μετά το ευρώ;

 

«Η νομισματική ένωση είτε δεν θα γίνει είτε, αν γίνει, θα αποτύχει». Η φωνή του Παναγιώτη Κονδύλη, η βεβαιότητά του για την ακρίβεια της πρόβλεψής του ηχεί ακόμη καθαρά στα αυτιά μου, μια εικοσαετία σχεδόν μετά τη συνομιλία μας εκείνη στο σπίτι του, στο Κεφαλάρι της Κηφισιάς – 1995, αν θυμάμαι σωστά τη χρονιά.

Σήμερα η επαλήθευση του Κονδύλη είναι εξώφθαλμη. Mε την εισαγωγή του ευρώ, το οικονομικό χάσμα μεταξύ των κρατών-μελών όχι μόνο δεν μειώθηκε, αλλά αυξήθηκε δραματικά. Και επιπλέον, ένα νέο κοινωνικό και ψυχικό χάσμα ήρθε να το ενισχύσει. Η επιρροή της Γερμανίας στα ευρωπαϊκά πράγματα αυξήθηκε δυνανάλογα. Οι προστριβές μεταξύ Βορρά και Νότου, εύπορων και φτωχών, ενωσιακών θεσμών και εθνικών κυβερνήσεων, είναι πλέον στην ημερήσια διάταξη. Και οι αντιευρωπαϊκές δυνάμεις στα δύο άκρα του πολιτικού φάσματος σημειώνουν τη μία επιτυχία μετά την άλλη.

Εμπρός στα δυσοίωνα αυτά σημάδια, οι φεντεραλιστές – πολιτικοί θιασώτες της ευρωπαϊκής ιδέας αλλά και κοινοί οφικιάριοι και αξιωματούχοι – συνηθίζουν να υπεκφεύγουν. Έτσι, υποβαθμίζουν την κρίση σε πρόσκαιρη δυσκολία και την αποδίδουν βολικά σε αλλότριους παράγοντες: στην οικονομική ένωση που έμεινε ημιτελής, στην αναβίωση των εθνικισμών, στις αντιστάσεις των αντιπάλων τους. Με τον τρόπο αυτό, ζητούν να κλονίσουν την κοινή διαπίστωση ότι την κρίση δεν την προκάλεσαν μόνον οι σκεπτικιστές και οι αρνητές της Ευρώπης, αλλά πρωτίστως οι δικές τους ανεδαφικές προσδοκίες. Το ναυάγιο του Ευρωσυντάγματος, τα αλλεπάλληλα χαμένα δημοψηφίσματα από την εποχή της συνθήκης του Μάαστριχτ, η εικόνα των Βρυξελλών ως γραφειοκρατικού τέρατος – όλα αυτά είναι έργο δικό τους, προϊόν των δικών λανθασμένων υπολογισμών, όχι άλλου.

Το ότι οι Ευρωπαίοι φεντεραλιστές διστάζουν (ή πολύ σπανίως αποτολμούν) να ομολογήσουν τη συνυπαιτιότητά τους αυτή, εν μέρει εξηγείται από την προσπάθειά τους να διατηρήσουν τα πόστα τους στους μηχανισμούς των πολιτικών αποφάσεων. Ερμηνεύεται όμως και από τη βαριά κληρονομιά της μεταπολεμικής περιόδου, την κεκτημένη εκείνη ψευδαίσθηση δηλαδή ότι η Ευρώπη και η ενοποίησή της μόνο προς τα εμπρός μπορούν να προχωρούν, ποτέ προς τα πίσω. Στο πλαίσιο της καταναγκαστικής αυτής λογικής, η παραδοχή ενός σχεδιαστικού σφάλματος λογίζεται αμφισβήτησή του, και αυτή με τη σειρά της ευθεία απειλή για το όλο οικοδόμημα. Έτσι, ακόμη κι όταν αυτό το τελευταίο αντιμετωπίζει εμφανή προβλήματα ευστάθειας, ως μόνη λύση αντιπροτείνεται η φυγή προς τα εμπρός, η ολοκλήρωση του αρχικού σχεδιασμού. Άμα τη αποπερατώσει, μας βεβαιώνουν, όλα τα ενδιάμεσα προσκόμματα ως εκ του φυσικού θα εξαφανιστούν. Με τον ίδιο τρόπο, θυμίζω, αντιμετώπιζε επί δεκαετίες η σοβιετική ηγεσία τα ρήγματα στα θεμέλια του υπαρκτού σοσιαλισμού. Ώσπου ήρθε το 1989 η πτώση του Τείχους και η καθολική του κατάρρευση.

* * *

Völkergefängnis! Έτσι αποκαλούσε ο γερμανικός Τύπος στις αρχές της δεκαετίας του 1990 τη σπαρασσόμενη τότε Γιουγκοσλαβία: φυλακή εθνών. Σήμερα το τίμημα που καταβάλλουμε δεν είναι βέβαια σε αίμα, όμως για τα κράτη της ευρωζώνης ο νομισματικός κορσές που φορέσαμε ενίοτε φαντάζει εξίσου ασφυκτικός. Επόμενο είναι οι αλληλοκατηγορίες και οι αντεγκλήσεις να δίνουν και να παίρνουν. Φταίνε οι τζίτζικες και οι παράσιτοι του Νότου, λένε οι πάνω απ’ τις Άλπεις. Όχι, φταίνε οι μέρμηγκες και οι σπαγγοραμμένοι του Βορρά, απαντούν οι από κάτω.

Η ειρωνεία είναι ότι και οι δυο πλευρές έχουν εξίσου δίκιο και άδικο. Η υπαιτιότητα του ναυαγίου πρέπει να επιμεριστεί, δεν υπάρχουν αθώοι και ανεπίληπτοι εδώ. Διότι ούτε ο Βορράς θα μπορούσε ποτέ να αναλάβει το υπέρογκο κόστος της εξυγίανσης του Νότου, χωρίς να καταβυθιστεί και ο ίδιος. Ούτε όμως και ο Νότος να καταφέρει το βίαιο εκείνο οικονομικό και, στην ουσία του, πολιτισμικό άλμα που οι ζηλωτές των Βρυξελλών και του Βερολίνου τού ζητούν, χωρίς οι κοινωνικοί δεσμοί στο εσωτερικό του να καταρρακωθούν. Όταν το χάσμα είναι τόσο ευρύ, καμιά γέφυρα δεν μπορεί να στηθεί και να κρατήσει.

Γενικά, η αντίληψη εκείνη που θέλει την Ευρώπη να ενοποιείται εκ των άνω, διά του εμπορίου και των αγορών, ιστορικά έχει φτάσει στα όριά της. Γέννημα της ευφορίας της μεταπολεμικής ανοικοδόμησης, δεν αντέχει σε μια εποχή όπου τα πλανητικά δεδομένα είναι καταθλιπτικά. Διότι σήμερα υπάρχουν πιο επείγοντα κοινά προβλήματα που μας αφορούν και θέτουν υπό δοκιμασία την απόφασή μας να συμπορευθούμε: η δημογραφική παρακμή, η μεταναστευτική πρόκληση, η παραγωγική αποδιάρθρωση, οι φορολογικοί παράδεισοι και η εισοδηματική ανισότητα, η κλιματολογική απειλή. Ας αρχίσουμε απ’ αυτά.

Η Ευρώπη πρέπει να δείξει ότι και η ίδια παίρνει σοβαρά τις διδαχές που επιφυλάσσει στους άλλους. Η «ευελιξία», οι συμβιβασμοί, οι προσαρμογές δεν μπορούν να αφορούν μόνο τις εργασιακές σχέσεις και τα κοινωνικά δικαιώματα. Η ιστορία δεν είναι γραμμική. Ως εκ της δομής της, η νομισματική ένωση καθιστά απαράδεκτα υψηλό το τίμημα της εξόδου ενός μεμονωμένου μέλους της. Όμως μια από κοινού αποφασισμένη λύση ή χαλάρωσή της θα ήταν δυνητικά διαχειρίσιμη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση μπορεί να υπάρξει και χωρίς το ευρώ, το έχει ιστορικά αποδείξει. Όμως κανένα κοινό νόμισμα δεν μπορεί να ευδοκιμήσει όταν η κοινοπολιτεία των χωρών που το εκδίδει κινδυνεύει εξαιτίας του να αποσυντεθεί. Δίχως άλλο, το να κάνουμε μονομιάς τόσα βήματα προς τα πίσω είναι οδυνηρό. Πολύ λιγότερο όμως από το ν’ αναγκαστούμε να πάρουμε όλο τον δρόμο πάλι απ’ την αρχή.

* Ο Κ. Κουτσουρέλης είναι συγγραφέας, διευθυντής του περιοδικού Νέο Πλανόδιον (www.koutsourelis.gr).

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.