16/12/2018 13:49:34
16.9.2017 / ΑΝΤΡΙAΝΑ ΒΑΣΙΛA
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 1986 στις 14-09-2017

Νέο καθεστώς για τα ληξιπρόθεσμα χρέη

Νέο καθεστώς για τα ληξιπρόθεσμα χρέη - Media

 

Στα 80 δισ. ευρώ υπολογίζονται τα μη εισπράξιμα χρέη ιδιωτών προς το Δημόσιο

Πέρασαν τα δύο δισ. ευρώ οι ληξιπρόθεσμες οφειλές τον Ιούλιο, γεγονός που δημιουργεί πονοκέφαλο στα «τζιμάνια» του υπουργείου Οικονομικών, αφού ακόμη και η περίφημη λύση των 120 δόσεων δεν στάθηκε ικανή να δελεάσει τους φορολογούμενους, που βλέπουν τις τσέπες τους άδειες!
 
Την ίδια ώρα, οι θεσμοί αντιδρούν στις δόσεις και επισημαίνουν σε όλους τους τόνους ότι θέλουν περαιτέρω «σκλήρυνση» της υφιστάμενης ρύθμισης των 100 δόσεων (δηλαδή, από Ιανουάριο, όποιος δεν πληρώνει τις τρέχουσες υποχρεώσεις να μένει εκτός) και μαζικές δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών από την εφορία.
Γεγονός είναι ότι, στο σύνολο των περίπου δύο εκατομμυρίων οφειλετών του Δημοσίου, προστέθηκαν τον Ιούλιο άλλοι 170.000, οι οποίοι είναι ζήτημα αν θα μπορέσουν να ενταχθούν στη ρύθμιση, αφού... «ουκ αν λάβοις παρά του μη έχοντος».
 
Το ποσό μαμούθ, μαζεύτηκε, σύμφωνα με την ΑΑΔΕ, επειδή βεβαιώθηκαν 746 εκατ. ευρώ (!) «από τρεις υποθέσεις ελέγχου μηδενικής εισπρακτικής απόδοσης». Η ΑΑΔΕ περιορίζει το καθαρό νέο φορολογικό ληξιπρόθεσμο χρέος στα 695 εκατ. ευρώ, καθώς αφαιρεί και 567 εκατ. ευρώ, τα οποία οφείλονται σε «μη φορολογικές κατηγορίες εσόδων, όπως δάνεια, λοιπές εισφορές και μη φορολογικά πρόστιμα». 
 
Τι δεν αμφισβητεί η ΑΑΔΕ; Την εκ νέου αύξηση του αριθμού των οφειλετών κατά 172.704 άτομα μέσα σε μόλις έναν μήνα, το γεγονός ότι περίπου ένα εκατομμύριο φορολογούμενοι βρίσκονται με δεσμευμένους τραπεζικούς λογαριασμούς και το ότι, συνολικά, 1,678 εκατ. πολίτες απειλούνται ανοικτά με την εφαρμογή αναγκαστικών μέτρων.
Για τον λόγο αυτόν «ξεγραμμένα» θεωρούνται πλέον από την εφορία ληξιπρόθεσμα άνω των 80 δισ. ευρώ, που αντιστοιχούν σε 50% του ΑΕΠ, καθώς είναι αδύνατον να εισπραχθούν, όπως παραδέχεται η Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων. 
 
Με το ζόρι 15 δισ.
Από το σύνολο των χρεών προς το Δημόσιο που έφθασαν στο τέλος Ιουλίου τα 97,33 δισ. ευρώ, εισπράξιμα είναι μόλις τα 15 δισ., τα οποία προέρχονται από σχετικά νέες οφειλές. Τα υπόλοιπα – περίπου 82 δισ. ευρώ – είναι ουσιαστικά απαιτήσεις ανεπίδεκτες εισπράξεως.
 
Είναι χαρακτηριστικό πως, στην ετήσια έκθεση της ΑΑΔΕ σχετικά με τα ληξιπρόθεσμα χρέη, όπως αυτά είχαν διαμορφωθεί στις 31 Δεκεμβρίου 2016, αναφέρεται: «Το δε “αποτελεσματικό υπόλοιπο” ανήλθε την 1.12.2016 σε 11,436 δισ. ευρώ και αποτελεί το 12,3% του συνολικού ληξιπρόθεσμου υπολοίπου της 1.12.16 (92,882 δισ. ευρώ)». Ως «αποτελεσματικό ληξιπρόθεσμο» χρέος, νοείται εκείνο που μπορεί να εισπραχθεί σε μια περίοδο 2 έως 2,5 ετών.
Με την αύξηση των χρεών που σημειώθηκε έως και τον Ιούλιο (έφτασαν σε 97,33 δισ. ευρώ) εκτιμάται πως το αποτελεσματικό ληξιπρόθεσμο χρέος κυμαίνεται στα 15 δισ. ευρώ, κάτι που σημαίνει ότι οφειλές άνω των 80 δισ. ευρώ θεωρούνται μη εισπράξιμες, τουλάχιστον στο ορατό μέλλον.
 
Η δεξαμενή των ανείσπρακτων χρεών έχει γεμίσει διαχρονικά από οφειλές προβληματικών και πτωχευμένων επιχειρήσεων και φυσικών προσώπων, από φορολογικά πρόστιμα και προσαυξήσεις, από χρέη ΔΕΚΟ που σήμερα δεν υπάρχουν, από οφειλές εταιρειών που είχαν ενταχθεί τη δεκαετία του 1980 στον Οργανισμό Ανασυγκρότησης Επιχειρήσεων και από καταπτώσεις εγγυήσεων που χορήγησε στο παρελθόν το Δημόσιο προς δημόσιους και ιδιωτικούς φορείς.
Ενδεικτικές είναι ορισμένες διαπιστώσεις, από τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ, σύμφωνα με τα οποία το «παλιό» ληξιπρόθεσμο κεφάλαιο ανέρχεται σε 61,34 δισ. ευρώ και περιλαμβάνει οφειλές:
Φυσικών προσώπων 8,1 δισ. ευρώ.
Νομικών Προσώπων 15,6 δισ. ευρώ.
Δημόσιων Επιχειρήσεων Κοινής Ωφελείας, δημοτικών επιχειρήσεων κ.λπ., ύψους 7,5 δισ. ευρώ.
Πτωχευμένων επιχειρήσεων ύψους 7,2 δισ. ευρώ.
Ειδικής εκκαθάρισης 7,7 δισ. ευρώ.
Λοιπών οφειλετών 4,8 δισ. ευρώ.
Οριστικά ανεπίδεκτες εισπράξεως οφειλές 10,5 δισ. ευρώ.
 
Διαχωρισμός οφειλών
Η εκκαθάριση του αρχείου των ληξιπρόθεσμων χρεών προς την εφορία αποτελεί και μνημονιακή υποχρέωση. Έχει συμφωνηθεί με τους θεσμούς να μελετηθεί ο φάκελος των οφειλών των φορολογουμένων, ώστε να διαπιστωθεί ποια εξ αυτών είναι εισπράξιμα και ποια έχουν δυσκολίες ή, απλώς, είναι αδύνατο να εισπραχθούν.
 
Οι οφειλές που θα κριθούν μη εισπράξιμες δεν θα διαγραφούν, αλλά θα καταχωρηθούν σε άλλη λίστα και η εφορία θα συνεχίσει να τις διεκδικεί, αναζητώντας έσοδα ή περιουσιακά στοιχείων των οφειλετών. Ωστόσο, δεν θα απασχολείται ολόκληρος ο εισπρακτικός μηχανισμός με τα συγκεκριμένα χρέη, που έχουν ελάχιστη απόδοση.
 
Στόχος είναι ο εισπρακτικός μηχανισμός να επικεντρωθεί στα χρέη που θεωρούνται εισπράξιμα και να αυξηθεί έτσι η αποτελεσματικότητα.
Όπως αναφέρει η ΑΑΔΕ στην ετήσια έκθεσή της, σκοπός της διαδικασίας χαρακτηρισμού των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης είναι η επιτάχυνση της διαδικασίας εκκαθάρισης των επί σειρά ετών σωρευμένων ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Δημόσιο από εκείνες που πραγματικά και εμπεριστατωμένα θεωρούνται επισφαλείς, προκειμένου το Δημόσιο να διαθέτει μια ολοκληρωμένη, διαφανή, αποτελεσματική και ελέγξιμη διαδικασία είσπραξης των οφειλών, με στόχο οι εισπρακτικοί μηχανισμοί να επικεντρώσουν τις προσπάθειές τους στις οφειλές που παρουσιάζουν αυξημένες πιθανότητες είσπραξης.
Ο χαρακτηρισμός οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης γίνεται εφόσον πληρούνται στο σύνολό τους οι αναφερόμενες στον νόμο προϋποθέσεις και τηρηθεί η ειδική διαδικασία η οποία ορίζεται στο άρθρο 82 του ΚΕΔΕ. 
Ειδικά για τις περιπτώσεις οφειλών μεγάλου ύψους (άνω του 1,5 εκατ. ευρώ), η απόφαση του ΓΓΔΕ εκδίδεται κατόπιν εισήγησης του προϊσταμένου της Επιχειρησιακής Μονάδας Είσπραξης και έπειτα από σύμφωνη γνώμη του αρμόδιου τμήματος του Ελεγκτικού Συνεδρίου.
 
Ο έλεγχος διενεργείται από ειδικά οριζόμενο για τον σκοπό αυτόν ελεγκτή, ο οποίος πιστοποιεί με βάση τεκμηριωμένη έκθεση ελέγχου ότι αποδεδειγμένα έχουν ολοκληρωθεί όλες οι απαιτούμενες ενέργειες για τον εντοπισμό πάσης φύσεως περιουσιακών στοιχείων κινητών, ακινήτων, απαιτήσεων στα χέρια τρίτων ή τυχόν άλλης πηγής εσόδων.
 
Με τον χαρακτηρισμό των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης, αναστέλλεται η παραγραφή τους για μια δεκαετία, ενώ επέρχονται άμεσα οι προβλεπόμενες από τον νόμο συνέπειες για τον οφειλέτη και τα συνυπόχρεα πρόσωπα, όπως η μη χορήγηση αποδεικτικού φορολογικής ενημερότητας και η δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων.
 
Τονίζεται ότι ο χαρακτηρισμός των οφειλών ως ανεπίδεκτων είσπραξης δεν συνεπάγεται και την οριστική διαγραφή τους. Το Δημόσιο διατηρεί ακέραιο το δικαίωμά του για την είσπραξη της οφειλής ή συμψηφισμού της και μετά την καταχώρισή της στα ειδικά βιβλία των ανεπίδεκτων είσπραξης.
 
Οφειλή που έχει καταχωρηθεί ως ανεπίδεκτη είσπραξης επαναχαρακτηρίζεται ως εισπράξιμη, εάν διαπιστωθεί ότι υπάρχει δυνατότητα μερικής ή ολικής αποπληρωμής της από τον οφειλέτη ή από συνυπόχρεο πρόσωπο.
 
Έκτοι στα κρυφά πλούτη
Εν τω μεταξύ, ενώ στο εσωτερικό ψαχνόμαστε για 2 δισ. ευρώ, τρεις ερευνητές από τα πανεπιστήμια της Νορβηγίας, της Κοπεγχάγης και της Καλιφόρνιας (Μπέρκλεϊ) δημοσίευσαν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα έρευνα για τον πλούτο που κρύβεται σε υπεράκτιους παραδείσους (εδώ το σχετικό άρθρο: http://www.marketwatch.com/story/here-are-the-countries-whose-wealthy-stash-their-riches-in-offshore-havens-2017-09-11).
Συγκεκριμένα, Έλληνες έχουν «παρκάρει» 67 δισ. ευρώ σε φορολογικούς παραδείσους. Το ποσό αυτό αντιστοιχεί στο 37% του ΑΕΠ.
 
Εδώ θα πρέπει να αναφερθεί ότι η χώρα μας έρχεται στην έκτη θέση απόκρυψης χρημάτων. Τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα είναι με διαφορά η χώρα που βρίσκεται στην πρώτη θέση και ακολουθούν η Βενεζουέλα, η Σαουδική Αραβία, η Ρωσία, η Αργεντινή, η Ελλάδα, η Ταϊβάν, η Τουρκία, η Πορτογαλία, το Βέλγιο και η Μ. Βρετανία. Πάνω από τον παγκόσμιο μέσο όρο του 9,8% βρίσκονται η Γερμανία και η Γαλλία. 
 
Χαμηλά είναι τα ποσοστά στις σκανδιναβικές χώρες, παρ’ ότι έχουν πολύ υψηλούς συντελεστές φορολογίας εισοδήματος, κάτι που υποδεικνύει ότι η... «χάι κλας» φοροδιαφυγή δεν σχετίζεται κατ’ ανάγκην με τη φορολογική επιβάρυνση.
Οι ερευνητές βασίστηκαν σε στοιχεία που δεν έχουν έως τώρα αξιοποιηθεί για τέτοιου τύπου έρευνες και προέρχονται από την Τράπεζα Διεθνών Διακανονισμών (BIS), αλλά και από λίστες τραπεζικών λογαριασμών του ελβετικού τμήματος της HSBC, οι οποίες διέρρευσαν στον Τύπο (σ.σ.: από την HSBC προήλθαν, ως γνωστόν, και τα στοιχεία της «λίστας Λαγκάρντ»).
 
Σε ξεχωριστή μελέτη, οι ίδιοι ερευνητές διαπιστώνουν ότι η φοροδιαφυγή αυξάνεται ανάλογα με τον πλούτο. Κατά μέσον όρο στη Σκανδιναβία η φοροδιαφυγή / φοροαποφυγή φθάνει το 3% της φορολογίας εισοδήματος, αλλά για τους φορολογούμενους που ανήκουν στο 0,01% των πλουσιότερων κατοίκων το ποσοστό της αποφυγής φόρων εκτινάσσεται στο 30%.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.