19/10/2019 22:07:26
16.10.2018 / ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΡΥΣΙΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2042 στις 11-10-2018

Διαρκές... βραχυκύκλωμα στην Ευρώπη

Διαρκές... βραχυκύκλωμα στην Ευρώπη - Media

 

Οι δυσάρεστες εκπλήξεις για τις ελίτ λόγω των αποτελεσμάτων στα δημοψηφίσματα

Σαν βόμβα έπεσε στα ευρωπαϊκά – και όχι μόνο... – κέντρα αποφάσεων το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος στην ΠΓΔΜ για την κύρωση της συμφωνίας των Πρεσπών και την ένταξη της χώρας στην Ε.Ε. και το ΝΑΤΟ.

Παρά τον τεράστιο μηχανισμό που κινητοποιήθηκε για ένα θετικό αποτέλεσμα, παρά την «παρέλαση» μεγαλόσχημων από τα Σκόπια – από τον γ.γ. του ΝΑΤΟ Γενς Στόλτενμπεργκ έως τον υπουργό Άμυνας των ΗΠΑ Τζέιμς Μάτις –, παρά τις ασφυκτικές πιέσεις προς την αντιπολίτευση της ΠΓΔΜ να μην μποϊκοτάρει το δημοψήφισμα, η εικόνα ήταν αποκαρδιωτική.

Με την αποχή στο 60+%, πρακτικά η συμφωνία απονομιμοποιείται, η κυβέρνηση Ζάεφ πλέον μοιάζει να αναζητά διέξοδο μέσα από πρόωρες εκλογές μήπως και καταφέρει να αλλάξει τις ισορροπίες στη Βουλή της ΠΓΔΜ για να περάσει τη συμφωνία, ενώ από τη στάση των πολιτών φάνηκε ότι δεν υπάρχει κανένας ιδιαίτερος ενθουσιασμός για τη συμφωνία – κάθε άλλο.

Ιστορική... συνέχεια

Πάντως, όσοι μοιάζουν να εκπλήσσονται από τη στάση των πολιτών της ΠΓΔΜ μάλλον αγνοούν βασικά τμήματα της σύγχρονης ευρωπαϊκής ιστορίας, καθώς πλέον μοιάζει με παράδοση κάθε φορά που ευρωπαϊκές χώρες πραγματοποιούν δημοψηφίσματα να «σκάει» και τουλάχιστον μια «βόμβα» που προκαλεί βραχυκυκλώματα στη λειτουργία της Ε.Ε. Ιστορικά οι πολίτες των χωρών - μελών της Ε.Ε. δείχνουν εξαιρετικά επιφυλακτικοί έναντι των προτάσεων των ελίτ τους, εγχώριων και ευρωπαϊκών.

Την αρχή στο γαϊτανάκι των αρνητικών δημοψηφισμάτων έκανε η Δανία το όχι και τόσο μακρινό 1992, όταν οι πολίτες της χώρας κλήθηκαν να επικυρώσουν τη Συνθήκη του Μάαστριχτ για την ίδρυση της Ε.Ε. Το 50,7% απέρριψε τη συνθήκη και ακολούθησαν φρενήρεις διαπραγματεύσεις των Βρυξελλών με την Κοπεγχάγη.

Τελικά, αφού η Δανία διασφάλισε το δικαίωμα μη συμμετοχής της στην ΟΝΕ και άλλες μείζονες πολιτικές της Ε.Ε., το δημοψήφισμα επαναλήφθηκε ένα χρόνο μετά και η χώρα επικύρωσε το Μάαστριχτ με ποσοστό 56,7%, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι η Δανία πραγματοποίησε και νέο δημοψήφισμα το 2000 για την ένταξη της χώρας στο ευρώ, όπου το «όχι» έλαβε ποσοστό 53,2% και η χώρα διατήρησε το εθνικό της νόμισμα.

Τα «όχι» στο Ευρωσύνταγμα

Με τη Δανία να δίνει το... κακό παράδειγμα, οι ευρωπαϊκές ελίτ θα έπρεπε να περιμένουν κι άλλα χαστούκια. Άλλωστε η Γαλλία, ένας από τους «πυλώνες» του ευρωπαϊκού οράματος, είχε στείλει μήνυμα το 1992, όταν «γυρνούσε την πλάτη» με δημοψήφισμα στη Συνθήκη του Μάαστριχτ με το οριακό 51% «Ναι» και 49% «Όχι» (οι Γάλλοι, λάτρεις των ευφυολογημάτων, το ονόμασαν... «μικρό ναι»).

Ωστόσο τα αποτελέσματα των δημοψηφισμάτων του 2005 για την κύρωση του Ευρωπαϊκού Συντάγματος (διά χειρός Βαλερί Ζισκάρ Ντ’ Εστέν) ήταν πραγματικός εφιάλτης.

Στη Γαλλία, στις 29 Μαΐου του 2005, στο δημοψήφισμα για το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα, το 55% ψήφισε «Όχι» καταφέρνοντας καίριο χτύπημα στο σχέδιο, το οποίο δέχθηκε τη χαριστική βολή τρεις μέρες αργότερα, όταν οι Ολλανδοί πολίτες το απέρριψαν με το ηχηρό 61% που έλαβε το «Όχι».

Για να γίνει αντιληπτός ο αντίκτυπος των δημοψηφισμάτων σε Γαλλία και Ολλανδία, αρκεί να αναφερθεί ότι αναβλήθηκαν οριστικά τα προγραμματισμένα δημοψηφίσματα για την κύρωση του Ευρωσυντάγματος σε Τσεχία, Δανία, Βρετανία, Ιρλανδία, Πολωνία και Πορτογαλία, ενώ οι χώρες - μέλη που το κύρωσαν διά των κοινοβουλίων τους βρέθηκαν μπροστά σε «κενό γράμμα».

Το Ευρωπαϊκό Σύνταγμα είχε τελειώσει και πλέον θα χρειαζόταν το κόλπο της Συνθήκης της Λισσαβώνας για να περάσουν οι βασικές προβλέψεις του.

Ιρλανδικά θρίλερ

Μια από τις χώρες μέλη της Ε.Ε. με παράδοση στα δημοψηφίσματα - «βόμβες» είναι η Ιρλανδία, η οποία έχει δύο φορές απορρίψει κρίσιμα νομικά κείμενα της Ένωσης. Η αρχή έγινε το 2001, όταν οι πολίτες της Ιρλανδίας απέρριψαν με το ηχηρό 53,9% (αλλά με μικρή συμμετοχή) τη Συνθήκη της Νίκαιας, η οποία ερχόταν να συμπληρώσει τη Συνθήκη του Μάαστριχτ. Ένα χρόνο αργότερα, το δημοψήφισμα επαναλήφθηκε, αφού το Δουβλίνο είχε κι αυτό εξασφαλίσει εξαιρέσεις από κάποιες προβλέψεις της συνθήκης, και πήρε το πολυπόθητο «Ναι» με ποσοστό 62,9% και κάπως καλύτερη συμμετοχή.

Όμως τα ιρλανδικά θρίλερ επαναλήφθηκαν και το 2008, όταν οι πολίτες της χώρας κλήθηκαν να επικυρώσουν τη Συνθήκη της Λισσαβώνας (που ήταν το Ευρωσύνταγμα με άλλη μορφή...) και να αποφασίσουν αν θα τροποποιούσαν το σύνταγμα της χώρας τους για να προσαρμοστεί στις απαιτήσεις της συνθήκης.

Όπως και το 2001, στις 12 Ιουνίου του 2008 το 53,4% των Ιρλανδών απέρριψε τις αλλαγές στο ιρλανδικό σύνταγμα ουσιαστικά μπλοκάροντας τη Συνθήκη της Λισσαβώνας. Ύστερα από ασφυκτικές πιέσεις των Βρυξελλών και θυελλώδεις συνθήκες στο Δουβλίνο (αλλά και συμφωνίες σχετικά με το Κολέγιο των Επιτρόπων και τους νόμους της χώρας περί άμβλωσης), το δημοψήφισμα επαναλήφθηκε στις 2 Οκτωβρίου του 2009 και τελικά εγκρίθηκε με το «Ναι» να συγκεντρώνει 67,1%.

«Όχι» στο ευρώ και μια δολοφονία

Όπως προαναφέρθηκε, η Δανία, το 2000, απέρριψε την ένταξή της στην ΟΝΕ και τη χρήση του ευρώ ως νομίσματος της χώρας. Τρία χρόνια αργότερα η Σουηδία προκήρυξε δημοψήφισμα για τον ίδιο ακριβώς λόγο, με το κυβερνών κόμμα των Σοσιαλδημοκρατών να εμφανίζεται πλήρως διχασμένο έναντι του ζητήματος.

Επικεφαλής του «Ναι» τέθηκε η υπουργός Εξωτερικών της χώρας Άννα Λιντ, η οποία τάχθηκε αναφανδόν υπέρ της ένταξης της χώρας στην Ευρωζώνη. Τρεις μέρες πριν από τη διεξαγωγή του δημοψηφίσματος η Λιντ έπεσε νεκρή από το μαχαίρι ενός άνδρα σε πολυκατάστημα στο κέντρο της Στοκχόλμης, όπου είχε πάει για να αγοράσει ρούχα για βραδινό ντιμπέιτ επί του δημοψηφίσματος.

Η δολοφονία της Λιντ (αν και αργότερα διαπιστώθηκε ότι δεν είχε άμεση σχέση με το δημοψήφισμα) τάραξε βαθιά την κυβέρνηση του Γιόραν Πέρσον, η οποία, πάντως, αποφάσισε να προχωρήσει κανονικά με το δημοψήφισμα. Στις 14 Σεπτεμβρίου του 2003 οι Σουηδοί, σε ποσοστό 56%, απέρριψαν την ένταξη της χώρας στο ευρώ και έγιναν η δεύτερη σκανδιναβική χώρα που έμενε εκτός ευρωζώνης.

Η «βύθιση» του σχεδίου Ανάν

Αν και δεν σχετίζεται ευθέως με τα ζητήματα της Ε.Ε., το δημοψήφισμα της 24ης Απριλίου του 2004 σχετικά με την κύρωση ή όχι του σχεδίου Ανάν για την επίλυση του κυπριακού ζητήματος αποτέλεσε άλλη μια ήττα για μέρος της ευρωπαϊκής, αλλά και γενικότερα της διεθνούς ελίτ, η οποία επιδίωκε «εδώ και τώρα» λύση του Κυπριακού με ένα σχέδιο δημιουργίας ενός πρωτοφανούς στον κόσμο... υβριδικού κράτους.

Ύστερα από άγονες συζητήσεις υπό τον γ.γ. του ΟΗΕ Κόφι Ανάν, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι κλήθηκαν να αποφασίσουν αν αποδέχονται ή απορρίπτουν το τελικό σχέδιο.

Στις 7 Απριλίου 2004 ο τότε Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας αείμνηστος Τάσσος Παπαδόπουλος, σε ένα έντονο διάγγελμά του είχε τονίσει ότι «λυπούμαι ειλικρινά, γιατί δεν μπορώ να αποδεχθώ και να υπογράψω το Σχέδιο Ανάν όπως, τελικά, διαμορφώθηκε. Παρέλαβα κράτος διεθνώς αναγνωρισμένο. Δεν θα παραδώσω “κοινότητα” χωρίς δικαίωμα λόγου διεθνώς και σε αναζήτηση κηδεμόνα. Και όλα αυτά έναντι κενών, παραπλανητικών, δήθεν προσδοκιών».

Το βράδυ του δημοψηφίσματος το Σχέδιο Ανάν απορρίφθηκε από την ελληνοκυπριακή πλευρά με το συντριπτικό 76% και, παρ’ ότι οι Τουρκοκύπριοι το ενέκριναν με ποσοστό 65%, το Σχέδιο Ανάν έλαβε άδοξο τέλος.

Η «βόμβα» του Brexit

Εάν υπάρχει ένα δημοψήφισμα που τάραξε συθέμελα τις παραδοχές των ελίτ σε όλο τον πλανήτη, δεν είναι άλλο από το δημοψήφισμα της 23ης Ιουνίου του 2016 για την παραμονή ή έξοδο της Βρετανίας από την Ε.Ε., καθώς ο πλανήτης κοιμήθηκε με Bremain και ξύπνησε με... Brexit.

Του δημοψηφίσματος είχε προηγηθεί σκληρή διαπραγμάτευση του τότε πρωθυπουργού της Βρετανίας Ντέιβιντ Κάμερον με τις Βρυξέλλες, η οποία κατέληξε στην αποκαλούμενη «Νέα συμφωνία για τη Βρετανία εντός της Ε.Ε.», που διασφάλιζε μεγαλύτερη αυτονομία της χώρας εντός της Ένωσης.

Ο Κάμερον, με το πακέτο στα χέρια, προκήρυξε το δημοψήφισμα για να ηρεμήσει τους ευρωσκεπτικιστές βουλευτές του κόμματός του, σίγουρος ότι το «Ναι» στην παραμονή της Βρετανίας στην Ε.Ε. θα υπερίσχυε. Ο ίδιος μαζί με τον υπουργό Οικονομικών της Βρετανίας Τζορτζ Όσμπορν τάχθηκαν αμέσως υπέρ του «Ναι», ενώ στην πλευρά του «Όχι» τάχθηκαν ο Νάιτζελ Φάρατζ του Ukip και ο Μπόρις Τζόνσον.

Τελικά, στις 23 Ιουνίου, το 72% των Βρετανών πήγε στις κάλπες και το βράδυ της ίδιας ημέρας όλα τα exit poll συνέκλιναν στο συμπέρασμα ότι η καμπάνια του «Ναι» είχε υπερισχύσει, έστω και οριακά. Ωστόσο, τα πάντα ανατράπηκαν το πρωί της 24ης, καθώς το επίσημο αποτέλεσμα έδινε 51,9% στο «Όχι» και 48,1% στο «Ναι».

Η Βρετανία είχε ψηφίσει για έξοδο από την Ε.Ε., ο Κάμερον παραιτήθηκε και η διάδοχός του Τερέζα Μέι ζει τον δικό της εφιάλτη προσπαθώντας να ξεμπερδέψει το απίστευτο χάος του Brexit.

Η σημασία του αποτελέσματος του δημοψηφίσματος είναι τόσο μεγάλη ώστε πληροφορίες αναφέρουν ότι λίγο πριν τις προεδρικές εκλογές του 2016 στις ΗΠΑ, ο Μπιλ Κλίντον, πρώην Πρόεδρος και σύζυγος της υποψήφιας για την Προεδρία Χίλαρι Κλίντον, φέρεται να εκτίμησε ότι το Brexit επαναλαμβάνεται στις ΗΠΑ. Τελικά, όπως είναι γνωστό, η Κλίντον έχασε και ο Ντόναλντ Τραμπ εξελέγη Πρόεδρος της χώρας.

Μια πολύ ιταλική... αυτοκτονία

Για την Ε.Ε. ο Ιταλός πρωθυπουργός Ματέο Ρέντσι αποτελούσε μια από τις «χρυσές ελπίδες» όχι μόνο της Κεντροαριστεράς, αλλά συνολικά των ανανεωτικών δυνάμεων της Ευρώπης. Ήταν νέος, δυναμικός, ευρώφιλος και, παράλληλα, εξέφραζε ενδιαφέρουσες απόψεις σχετικά με τη λειτουργία της Ε.Ε. Ωστόσο, ο ίδιος φαινόταν να ταλαιπωρείται από τις συνταγματικές δεσμεύσεις της χώρας του.

Έτσι, την Κυριακή 4 Δεκεμβρίου 2016, οι Ιταλοί πολίτες κλήθηκαν διά της ψήφου τους να εγκρίνουν μια μείζονα συνταγματική αναθεώρηση που προωθούσε ο Ρέντσι, με την οποία επιδίωκε να βάλει τάξη στο συνταγματικό / πολιτικό χάος της Ιταλίας, στοχεύοντας να αποδυναμώσει τη Γερουσία υπέρ του Κοινοβουλίου.

Ο Ρέντσι φαινόταν σίγουρος για τη νίκη του «Ναι» στο δημοψήφισμα, ωστόσο οι Ιταλοί είχαν άλλη άποψη: το 59,1% απέρριψε τη συνταγματική αναθεώρηση ρίχνοντας την Ιταλία σε πολιτικό χάος, οδηγώντας τον Ρέντσι σε παραίτηση (και απόσυρση από την κεντρική πολιτική σκηνή) και ανοίγοντας τον δρόμο για τις εκλογές που έφεραν στην κυβέρνηση το Κίνημα των Πέντε Αστέρων και τη Λέγκα δύο χρόνια αργότερα.

Το δημοψήφισμα στην Ελλάδα

Τέλος, μια αναφορά στα ευρωπαϊκά δημοψηφίσματα θα ήταν ελλιπής αν δεν συμπεριλάμβανε το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου 2015 στην Ελλάδα σχετικά με την αποδοχή ή απόρριψη προτάσεων της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για νέο πρόγραμμα σταθεροποίησης στη χώρα. Της προκήρυξης του δημοψηφίσματος είχαν προηγηθεί πυρετώδης διαβούλευση μεταξύ της κυβέρνησης Τσίπρα και των θεσμών, συγκρούσεις στο Eurogroup και τόσο πολύ παρασκήνιο που δεν χωράει σε... τόμους.

Τελικά, τα ξημερώματα της 27ης Ιουνίου ο Αλέξης Τσίπρας προκήρυξε το δημοψήφισμα και από εκεί και πέρα τα πράγματα έγιναν εκρηκτικά: ουρές στα ATM των τραπεζών, capital controls και κλειστές τράπεζες, πολεμικό κλίμα στο εγχώριο πολιτικό σκηνικό και το ΣτΕ να δηλώνει αναρμόδιο να κρίνει τη συνταγματικότητα του δημοψηφίσματος μόλις δύο μέρες πριν από τις κάλπες.

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ακραίας πόλωσης και σκηνικού τρομοκρατίας εντός και εκτός χώρας, οι πολίτες έδωσαν το ξεκάθαρο 61,3% στο «Όχι», με τη συμμετοχή να φθάνει το 62%.

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.