15/12/2018 08:00:29
8.11.2018 / ΜΑΡΙΑ ΜΗΤΣΟΠΟΥΛΟΥ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2046 στις 08-11-2018

«Ιερός» συμβιβασμός - Οι επιδιώξεις του Μαξίμου μετά τη συμφωνία Τσίπρα - Ιερώνυμου

«Ιερός» συμβιβασμός - Οι επιδιώξεις του Μαξίμου μετά τη συμφωνία Τσίπρα - Ιερώνυμου  - Media

 

Θεσμικός εκσυγχρονισμός, καταπολέμηση της διαφθοράς και κοινωνικό κράτος στην κορυφή της ατζέντας

Η Συμφωνία Τσίπρα – Ιερώνυμου για την μισθοδοσία των κληρικών και την εκκλησιαστική περιουσία έρχεται να συμπληρώσει το καρέ της Συνταγματικής Αναθεώρησης και να αναδιατάξει την πολιτική ατζέντα, με το βλέμμα στις προσεχείς κάλπες, φεύγοντας από ζητήματα που απασχόλησαν το προηγούμενο διάστημα και προκάλεσαν εσωστρέφεια.
 
Η διευθέτηση ζητημάτων γύρω από την διαμφισβητούμενη εκκλησιαστική περιουσία, το πόρισμα για τα σκάνδαλα στην Υγεία που παρουσιάζεται τμηματικά μέχρι και την επόμενη εβδομάδα, και η Συνταγματική Αναθεώρηση ξεδιπλώνουν για το επόμενο διάστημα μια κυβερνητική ατζέντα στη βάση των πυλώνων της καταπολέμησης της διαφθοράς και της διαπλοκής από τη μία και του θεσμικού εκσυγχρονισμού του κράτους από την άλλη.
 
Ειδικά δε σε ό,τι αφορά τη Συνταγματική Αναθεώρηση, στην κορυφή της ατζέντας της ανεβαίνουν προφανώς η αντιμετώπιση των φαινομένων διαφθοράς/διαπλοκής και της ατιμωρισίας πολιτικών προσώπων μέσω της προτεινόμενης αλλαγής του νόμου περί ευθύνης υπουργών και η επαναρρύθμιση των σχέσεων κράτους – Εκκλησίας με την πρόταση για τις αλλαγές στο άρθρο 3 – την κατοχύρωση της έννοιας της «θρησκευτικής ουδετερότητας» νομικά, αλλά και πρακτικά δια της υποχρεωτικότητας του πολιτικού όρκου για αιρετούς και δημόσιους υπαλλήλους.
 
Σε συνδυασμό με τη νομοθέτηση του πακέτου της ΔΕΘ – σήμερα αναμένεται να κατατεθεί στη Βουλή η ρύθμιση για τα αναδρομικά ενστόλων, δικαστικών, πανεπιστημιακών και γιατρών - και την κατάληξη του ζητήματος των συντάξεων προς τα τέλη Νοεμβρίου, που μεταφράζεται και σε ατπά οφέλη για συγκεκριμένες κατηγορίες πολιτών, η κυβέρνηση επιχειρεί να διαμορφώσει την ατζέντα και το κλίμα λίγο πριν το νέο χρόνο, η είσοδος του οποίου θα σημάνει την τελική φάση της πορείας προς της εκλογές. Με τα περισσότερα ζητήματα του κυβερνητικού έργου να έχουν ολοκληρωθεί για αυτή την τελική φάση σε πρώτο πλάνο έρχονται οι πρωτοβουλίες οι λεγόμενες «μακράς πνοής».
 
Τακτική και ατζέντα
Με αυτή την ατζέντα η κυβέρνηση επιχειρεί να περάσει στην αντεπίθεση και να πιέσει την αξιωματική αντιπολίτευση.
 
• Καταρχάς στα ζητήματα της διαφθοράς επιχειρείται η περικύκλωση της ΝΔ: από τη μία το πόρισμα της πλειοψηφίας για τα σκάνδαλα στην Υγεία «βγάζει στη σέντρα» των πολιτικών ευθυνών (και για ορισμένους, και των πιθανών ποινικών ευθυνών) πρώην υπουργούς, κορυφαία στελέχη σήμερα της αξιωματικής αντιπολίτευσης. Από την άλλη της καταλογίζει απροθυμία να προσέλθει στη θεσμική διαδικασία για την Συνταγματική Αναθεώρηση φοβούμενη την τροποποίηση του νόμου περί ευθύνης υπουργών, προκαταλαμβάντας όποια της επιλογή: αν δε συμμετάσχει φοβάται, αν συμμετάσχει σύρεται.
 
• Αναφορικά με τα νομοθετήματα για τις εξαγγελίες του πρωθυπουργού στη ΔΕΘ τα οποία η κυβέρνηση προαναγγέλλει ότι θα φέρει στη Βουλή χωριστά ως το τέλος του χρόνου ζητώντας ονομαστικές ψηφοφορίες – κατά το πρότυπο της νομοθετικής ρύθμισης για τη διανομή του κοινωνικού μερίσματος στους συνταξιούχους τα δύο προηγούμενα χρόνια - εκτιμά ότι θα διεμβολίσει ή εν πάση περιπτώσει θα μπορέσει να προκαλέσει εσωκομματική αναστάτωση σε ΝΔ και ΚΙΝΑΛ.
 
• Επίσης, αναφορικά με τα θεσμικά ζητήματα και το θέμα των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας η κυβέρνηση θα προβάλλει τον – σύμφωνα με την ίδια – προοδευτικό χαρακτήρα των πρωτοβουλιών της πιέζοντας τον αρχηγό της ΝΔ και χρεώνοντάς του τις γραφικότητες κορυφαίων στελεχών της ΝΔ όπως οι τοποθετήσεις του κοινοβουλευτικού εκπροσώπου της ΝΔ Μάκη Βορίδη περί του δημόσιου εορτασμού των Χριστουγέννων και της αφαίρεση του σταυρού από τη σημαία.
 
Ήταν ενδεικτική χθες η υπογράμμιση, για μια ακόμη φορά εκ μέρους του Δημήτρη Τζανακόπουλου του ότι ο πρόεδρος της ΝΔ προβάλει ένα μεταρρυθμιστικό προφίλ αλλά στην πράξη, ακολουθεί την ακροδεξιά πτέρυγα του κόμματός του. Αναφερόμενος στον τρόπο που αντιμετωπίστηκαν οι κυβερνητικές προτάσεις για τη θρησκευτική ουδετερότητα, δηλαδή με «γραφικά ψεύδη» και «διαστρεβλώσεις» σημείωσε πως «πρόκειται για ανεύθυνη και ασόβαρη πρακτική, που δεν συμβάλλει στον πολιτικό διάλογο και επί της ουσίας επιβεβαιώνει την εκτίμηση μας ότι η Νέα Δημοκρατία, όχι απλώς σέρνεται στις ακροδεξιές θέσεις των κυρίων Βορίδη- Γεωργιάδη, αλλά πολύ περισσότερο υιοθετεί την ακροδεξιά κουλτούρα του ανορθολογισμού και της παραδοξολογίας».
 
Επιδιώξεις
Ο πρωθυπουργός αξιοποίησε την συγκυρία του ανοίγματος της Συνταγματικής Αναθεώρησης προκειμένου να παρουσιάσει την συμφωνία με τον Ιερώνυμο, η οποία εφόσον ολοκληρωθεί, λειτουργεί συμπληρωματικά με το σχετικό κομμάτι της Συνταγματικής αναθεώρησης, πέρα από το ότι αντιμετωπίζει χρόνιες ιδιοκτησιακές εκκρεμότητες με τρόπο που όπως τουλάχιστον προβάλλεται θα αποφέρει έσοδα και στις δύο πλευρές.
 
Η κυβερνητική πρόθεση είναι, κλείνοντας την τετραετία να προσμετρηθεί στις θετικές πρωτοβουλίες της «κυβέρνησης της αριστεράς» η οριοθέτηση των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας και η διευθέτηση «ιστορικών εκκρεμοτήτων» σε σχέση με τη διαμφισβητούμενη περιουσία, χωρίς βέβαια «διαχωρισμό» και βεβαίως χωρίς ρήξη αλλά με συναίνεση.
 
Μπορεί δε κανείς να πει ότι με το βλέμμα στραμμένο στις εκλογές ο πρωθυπουργός αξιοποιεί και την πολύ καλή προσωπική του σχέση με τον Αρχιεπίσκοπο Ιερώνυμο ώστε να υπογραμμίσει τη διάθεση συνεννόησης της κυβέρνησης με την Εκκλησία σε ρεαλιστική βάση (όχι δηλαδή από ιδεολογική προσέγγιση) και να δείξει ότι αυτή τη συνεννόηση την εγγυάται προσωπικά. Παράλληλα φιλοδοξώντας να ανατρέψει τα στερεότυπα υπό την έννοια ότι ως αριστερός πρωθυπουργός επιδίωξε έναν «ιστορικό συμβιβασμό» με την Εκκλησία σε πνεύμα συνεννόησης, επιχειρεί να αποσταθεροποιήσει και τη ΝΔ που παραδοσιακά μονοπωλεί το πεδίο των σχέσεων με την Εκκλησία.
 
Εξορθολογισμός, όχι «διαζύγιο»
Ειδικότερα σε ό,τι αφορά το θέμα της συμφωνίας Τσίπρα – Ιερώνυμου οι δύο πλευρές μιλούν καταρχάς για «πρόταση συμφωνίας» που μένει να εγκριθεί από το υπουργικό συμβούλιο και την Ιερά Σύνοδο, ωστόσο το πλαίσιο των επίσημων ανακοινώσεων δείχνει να προκαταλαμβάνει τη συνέχεια.
 
Είναι σαφές ότι δεν πρόκειται για συναινετικό «διαζύγιο» («διαχωρισμό») ή βάση προς μια τέτοια κατεύθυνση, εξ ου και η κυβερνητική ρητορική περί εξορθολογισμού ή εκσυγχρονισμού των σχέσεων Κράτους – Εκκλησίας μετά από μακρόχρονο καλόπιστο και ειλικρινή διάλογο και στη βάση αμοιβαίων υποχωρήσεων. Εν προκειμένω αποτελεί μια διευθέτηση οικονομικών ζητημάτων σε μια λογική ξεκαθαρίσματος από τη μία και συνδιαχείρισης από την άλλη.
 
Για τα πρακτικά ζητήματα που ανακύπτουν σχετικά με τη μισθοδοσία των κληρικών χθες ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έδωσε περαιτέρω διευκρινίσεις. Κατά την κυβέρνηση η συμφωνία απελευθερώνει 10.000 θέσεις εργασίας στο Δημόσιο και με δεδομένη τη συμφωνία με τους θεσμούς για τις προσλήψεις που πλέον ορίζει την αναλογία σε 1:1 υπάρχει η δυνατότητα για σταδιακές προσλήψεις τα επόμενα χρόνια, από το 2020 και μετά. Σύμφωνα με τον κυβερνητικό εκπρόσωπο οι θέσεις αυτές μπορούν να καλύψουν τις ανάγκες του κοινωνικού κράτους με προσλήψεις γιατρών, εκπαιδευτικών κλπ.
 
Η ετήσια κρατική επιδότηση για τη μισθοδοσία των κληρικών που σήμερα ανέρχεται περί τα 200 εκατομμύρια ευρώ, εκτιμάται ότι σταδιακά θα μειώνεται όσο θα αυξάνονται τα έσοδα από την αξιοποίηση της εκκλησιαστικής. Υπολογίζεται ότι το ποσό της επιδότησης θα καλύπτεται εξολοκλήρου από αυτά τα έσοδα και όχι από τον προϋπολογισμό ως το 2030.
 
Φίλης: Γαλαντομία της Πολιτείας
Ως προς τα ζητήματα αυτά, ενστάσεις καταγράφονται στο εσωτερικό της κυβερνητικής πλειοψηφίας από τον βουλευτή του ΣΥΡΙΖΑ και πρώην υπουργό Παιδείας Νίκο Φίλη, ο οποίος στο πλαίσιο συνέντευξής του χθες στο topontiki.gr έθεσε δύο ζητήματα.
 
Σε σχέση με την μισθοδοσία των κληρικών σημείωσε ως θετικό ότι οι δύο πλευρές συμφώνησαν να μην είναι δημόσιοι υπάλληλοι οι ιερείς ωστόσο διατύπωσε το ερώτημα πώς αυτό θα επιτευχθεί ουσιαστικά «όταν το κράτος διατηρεί την υποχρέωσή του να πληρώνει στην εκκλησία τουλάχιστον 210 εκατομμύρια ετησίως προκειμένου αυτή να μισθοδοτεί εις τον αιώνα τον άπαντα τους ιερείς».
 
Και συνέχισε διερωτώμενος γιατί πρέπει να δίνονται τόσα χρήματα και να διασφαλίζονται οι 10000 θέσεις των ιερέων, όταν «στα χρόνια των μνημονίων είχαμε μόνο 8000 μόνιμους νοσοκομειακούς γιατρούς». Επίσης, σημείωσε πως «με τη συμφωνία για την εκκλησιαστική περιουσία, αναγνωρίζονται στην Εκκλησία αμφισβητούμενες περιουσίες, προκειμένου να αξιοποιηθούν από κοινού με το κράτος».
 
Και άφησε την αιχμή ότι «χρειάζεται πολύ δημόσια συζήτηση και νομική διευκρίνιση και όχι γαλαντομίες εκ μέρους του κράτους» έκανε δε λόγο «ρύθμιση τύπου ‘’περαίωση’’ υπέρ της Εκκλησίας και μάλιστα προκαταλαμβάνοντας το Κτηματολόγιο που θα ολοκληρωθεί τα αμέσως επόμενα χρόνια. Οι ρυθμίσεις για τα οικονομικά της Εκκλησίας δεν έχουν σχέση με τη Συνταγματική Αναθεώρηση γι` αυτό ο διάλογος πρέπει να γίνει χωρίς βιασύνες και δεσμεύσεις σε βάρος του δημοσίου συμφέροντος».
 
Τζανακόπουλος: «Συναξιοποίηση» αντί για δικαστήρια
Ως προς το δεύτερο ζήτημα ο Δημήτρης Τζανακόπουλος σε σχετική ερώτηση του «Π» στο μπρίφινγκ απάντησε ως η κυβέρνηση επιχειρεί να λύσει ένα ζήτημα που δεν θα επιλυόταν ούτε με το Κτηματολόγιο διότι θα συνεχίζονταν οι δικαστικές διαμάχες.
 
Αυτή τη στιγμή είπε, υπάρχουν πραγματικές αμφισβητήσεις τμημάτων της περιουσίας, «είτε αμφισβητήσεις που αφορούν απαλλοτριώσεις που έγιναν πριν από το 1939, είτε αμφισβητήσεις που αφορούν την μετά το 1952 περιουσία, για την οποία συντάχθηκε η σχετική συμφωνία τότε Εκκλησίας-Πολιτείας». Αυτό το οποίο επιχειρεί η συγκεκριμένη συμφωνία, σημείωσε «είναι να διευθετήσει όλο αυτό το ζήτημα των περιουσιών, το οποίο δεν θα επιλυόταν και δεν πρόκειται να επιλυθεί με την ολοκλήρωση του Κτηματολογίου, διότι θα συνεχίζονταν δικαστικές διαμάχες ως προς τα τμήματα της περιουσίας αυτής. Αντί, λοιπόν, να μπούμε σε μια λογική μιας διαρκούς δικαστικής διένεξης ή πολλαπλών δικαστικών διενέξεων, αποφασίσαμε το λογικό.
 
Δηλαδή, από τη μια μεριά η Εκκλησία να παραιτηθεί εφόσον έχουμε την επιδότηση από την ελληνική Πολιτεία -για την προ του 1939 περιουσία- από οποιαδήποτε άλλη αξίωσή της σε σχέση με αυτή. Και από την άλλη μεριά, σε σχέση με την περιουσία του 1952 και μετά, να πάμε σε μια λογική συναξιοποίησης. Δηλαδή, στη λογική του 50% και 50%».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.