22/10/2019 18:55:49
24.1.2019 / ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 24-1-2019 στις 2057

Δύσκολη η επομένη των Πρεσπών

Δύσκολη η επομένη των Πρεσπών - Media

 

Οι ασάφειες που υπονομεύουν την εφαρμογή της συμφωνίας

Όλο και πιο βαθύ γίνεται το χαντάκι, όλο και σκληρότερα τα σύνορα που προσπαθούν να επιβάλουν ΣΥΡΙΖΑ και Ν.Δ. στο πλαίσιο του νέου δικομματισμού.

Προφανώς δεν ήταν απαραίτητη η φασαρία γύρω από το πρόσφατο πολυπληθές συλλαλητήριο κατά της συμφωνίας των Πρεσπών για να φανεί ότι τα δύο ισχυρότερα κόμματα πριμοδοτούν έναν ψευδοεμφύλιο ο οποίος προσομοιάζει, λιγότερο ή περισσότερο, με τις σκληρές ιδεολογικές και πολιτικές συγκρούσεις των δεκαετιών του 1960 και του 1980 – και βεβαίως καμιά σχέση δεν έχει με τη δεκαετία του 1940.

Η ιστορική αναλογία των σημερινών πολιτικών συγκρούσεων με αυτές των δεκαετιών του 1960 και του 1980 ανιχνεύεται στην προσπάθεια ανασύνθεσης ενός κατακερματισμένου πολιτικού σκηνικού, χαρακτηριστικό που κυριαρχεί και στις μέρες μας. Τόσο στις δύο αυτές δεκαετίες του 20ού αιώνα όσο και στην τρέχουσα η ανασύνθεση αφορούσε τους ιστορικούς πολιτικούς χώρους του Κέντρου και της Αριστεράς, ανεξάρτητα από τα επιμέρους ιδεολογικά πρόσημα που κυριάρχησαν κάθε περίοδο.

● Το 1960 η Ένωση Κέντρου κατίσχυσε πλήρως στον ευρύτερο χώρο οριστικοποιώντας την ήττα της Αριστεράς στο πολιτικό επίπεδο.

● Το 1980 το ΠΑΣΟΚ ολοκλήρωσε την ιδεολογική και πολιτική ενσωμάτωση της μεγάλης λαϊκής βάσης της Αριστεράς που είχε αρχίσει αμέσως μετά τη χούντα.

● Σήμερα ο ΣΥΡΙΖΑ περιμένει τις εκλογές για να οριστικοποιήσει τη δική του κατίσχυση έναντι των υπολειμμάτων του ΠΑΣΟΚ.

Το παρελθόν διδάσκει

Κατά μια «διαβολική σύμπτωση», αυτές οι περίοδοι, πέρα από τις εσωτερικές πολιτικές και ιδεολογικές συγκρούσεις, σημαδεύτηκαν από καταλυτικές εξελίξεις στα εθνικά θέματα:

1. Η δεκαετία του 1960 είχε μόλις κληρονομήσει τις βαρύτατες προβλέψεις των συνθηκών Ζυρίχης και Λονδίνου του 1959 (με πρωταγωνιστές τους Κωνσταντίνο Καραμανλή και Αντνάν Μεντερές), οι οποίες απέφεραν μια «κολοβή» και ελεγχόμενη ανεξαρτησία στην Κύπρο και προσέφεραν δικαίωμα επέμβασης στην Τουρκία, η οποία το αξιοποίησε 15 χρόνια αργότερα με την εισβολή και την κατοχή του βόρειου τμήματος του νησιού, που συνεχίζεται και σήμερα.

Την αφορμή προσέφερε η ελληνική χούντα, η οποία υπήρξε αποτέλεσμα της πολιτικής ανωμαλίας του 1965.

2. Η δεκαετία του 1980, στο κλείσιμό της, το 1988, ύστερα από την ελληνοτουρκική κρίση στο Αιγαίο του 1987, σηματοδοτήθηκε από τη συνάντηση Ανδρέα Παπανδρέου - Τουργκούτ Οζάλ στο Νταβός της Ελβετίας, κατά την οποία η Ελλάδα εγκατέλειψε επί της ουσίας την πολιτική που έλεγε ότι η οριοθέτηση της υφαλοκρηπίδας είναι η μόνη ελληνοτουρκική διαφορά και θα πρέπει να επιλυθεί με παραπομπή της στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης.

Η μετέπειτα παραδοχή του Παπανδρέου περί «mea culpa» δεν αφήνει περιθώριο αμφισβήτησης για τη νέα κατάσταση που διαμορφωνόταν στα ελληνοτουρκικά, η οποία επιβεβαιώθηκε εμπράκτως ελάχιστα χρόνια μετά:

ύστερα από την κρίση των Ιμίων τον Ιανουάριο του 1996, η οποία καθιέρωσε τον αμερικανικό επιδιαιτητικό ρόλο των ΗΠΑ σε ενδεχόμενες κρίσεις στο Αιγαίο, ήρθε η συμφωνία της Μαδρίτης (Κωνσταντίνος Σημίτης - Σουλεϊμάν Ντεμιρέλ) να επισημοποιήσει την ύπαρξη «γκρίζων ζωνών».

3. Στις μέρες μας η Άγκυρα, δύο δεκαετίες μετά τα Ίμια και τη Μαδρίτη, έχει αναβαθμίσει τόσο πολύ το επίπεδο απειλής στο Αιγαίο, ώστε να δημιουργείται η βάσιμη αίσθηση ότι η παγίως επεκτατική Τουρκία απαιτεί την είσπραξη των γραμματίων προηγούμενων δεκαετιών. Το τουρκικό δόγμα διαίρεσης του Αιγαίου, με την κωδική ονομασία «Γαλάζια Πατρίδα», βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη.

Αδυναμία συναίνεσης

Ταυτόχρονα όμως η σημερινή ελληνική κυβέρνηση, αναλαμβάνοντας – υπό την πίεση ΗΠΑ και Ε.Ε. – ένα τεράστιο πολιτικό ρίσκο, υπογράφει τη συμφωνία των Πρεσπών μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ (Αλέξης Τσίπρας - Ζόραν Ζάεφ) για την επίλυση των διαφορών μεταξύ των δύο χωρών, της οποίας η κύρωση από την ελληνική Βουλή αναμένεται σήμερα (;) εν μέσω εντονότατης πολιτικής και κοινωνικής πόλωσης.

Η αξιολόγηση της συμφωνίας καθεαυτής προφανώς δεν μπορεί να γίνει σε συνθήκες «εργαστηρίου», διότι απλούστατα αυτές δεν υφίστανται. Όπως κάθε συμφωνία που άπτεται εθνικών συμφερόντων, υποχρεωτικά αξιολογείται υπό το φως και το βάρος πολλών παραμέτρων. Αυτές είναι:

1. Η δυνατότητά της να κλείνει εκκρεμότητες: ιστορικές, πολιτικές, εμπορικές και άλλες.

2. Η ευρεία συναίνεση στο εσωτερικό των χωρών που τη συνάπτουν.

3. Η αποτύπωση του επικρατούντος συσχετισμού ισχύος.

4. Οι συνέπειες στην ισχύ κάθε συμβαλλομένου.

5. Το στρατηγικό περιβάλλον στο οποίο συνάπτεται.

6. Το όφελος αυτού που ωθεί στη σύναψη της συμφωνίας στη διπλωματία – δεν υπάρχουν σε αυτές τις πρωτοβουλίες «καλοί Σαμαρείτες», αλλά στρατηγικοί στόχοι που επιτυγχάνονται ή όχι.

7. Τα στρατηγικά ανταλλάγματα που λαμβάνει κάθε πλευρά έναντι των παραχωρήσεων που κάνει στο πλαίσιο ενός «υποβοηθούμενου» συμβιβασμού.

Ακραία ρευστότητα

Η αδυναμία να υπάρξει συναίνεση επί της ωφελιμότητας της συμφωνίας είναι προφανής όχι μόνο σε πολιτικό, αλλά και σε τεχνοκρατικό επίπεδο. Αν επιχειρήσουμε να δούμε πόσες από τις παραπάνω προϋποθέσεις εκπληρώνονται στην περίπτωση της συμφωνίας των Πρεσπών, θα διαπιστώσουμε ότι:

1. Κλείνει σε έναν βαθμό εκκρεμότητες του απώτατου παρελθόντος, αλλά δεν επιλύει οριστικά αυτές που δημιουργήθηκαν στη διάρκεια του 20ού αιώνα. Κοινώς, προσφέρει στην Ελλάδα κάποιους πόντους στο ονοματολογικό ζήτημα της γειτονικής χώρας, καθώς το «Βόρεια Μακεδονία» είναι σαφώς προτιμότερο από το «Μακεδονία», ωστόσο επισημοποιεί την αποδοχή, εκ μέρους της Ελλάδας, μακεδονικής εθνότητας και γλώσσας, δηλαδή του βασικού οχήματος του μεγαλοϊδεατικού «μακεδονισμού», ο οποίος αποτελεί το κύριο ιδρυτικό στοιχείο του γειτονικού κράτους.

Επιπλέον αφήνει ανοιχτούς όλους τους εσωτερικούς κινδύνους στην ΠΓΔΜ και, υπό προϋποθέσεις, συνεχίζει να υφίσταται ενδεχόμενο χρησιμοποίησης της χώρας αυτής ως ενός ακόμη πιονιού στην ασταθή βαλκανική σκακιέρα. Ο δε όρος «μακεδονικός» ενδέχεται να προκαλέσει στο μέλλον σοβαρές αντιδικίες μεταξύ Ελλάδας και «Βόρειας Μακεδονίας» εφόσον θα τον διεκδικούν με διαφορετική αφετηρία ισχύος αφενός μια χώρα και αφετέρου η περιοχή μιας άλλης χώρας.

2. Δεν κερδίζει ευρεία συναίνεση ούτε στην ΠΓΔΜ ούτε στην Ελλάδα. Αντιθέτως συμβάλλει στην πολιτική ρευστοποίηση και προκαλεί σκληρό διχασμό στο εσωτερικό τους αποδυναμώνοντας τη δυνατότητα μακροημέρευσής της.

3. Ο συντριπτικός συσχετισμός ισχύος υπέρ της Ελλάδας δεν αποτυπώνεται στη συμφωνία, ακόμη και αν απορρίψουμε τις φωνές που λένε ότι ο κατ’ εξοχήν ωφελημένος είναι η σημερινή ΠΓΔΜ.

4. Οι συνέπειες στην ισχύ της Ελλάδας δεν είναι σαφείς, αφού η ρευστότητα στην περιοχή δεν επιτρέπει να προβλέψει κάποιος με ασφάλεια ούτε την πορεία του γειτονικού κράτους ούτε τη δυνατότητα τρίτων παικτών να επηρεάσουν την πορεία, την τύχη και τον προσανατολισμό του.

5. Η ρευστότητα στον χώρο της πρώην Γιουγκοσλαβίας, η ανάδυση του αλβανικού μεγαλοϊδεατισμού, η απόφαση της Τουρκίας να αναθεωρήσει πλήρως το στάτους πολλών δεκαετιών στο Αιγαίο, τη νοτιοανατολική Μεσόγειο και στη Μέση Ανατολή επιβάλλουν στην Ελλάδα να έχει στραμμένη της προσοχή της σε πολλά μέτωπα ταυτοχρόνως.

Την ίδια ώρα η αναθεώρηση στρατηγικών κατευθύνσεων των ΗΠΑ και η ενίσχυση του ρόλου της Ρωσίας στη Μέση Ανατολή και η προσπάθεια της Ουάσιγκτον να ολοκληρώσει την ένταξη των Βαλκανίων στο ΝΑΤΟ προσθέτουν δεδομένα σε όλο το εύρος των στρατηγικών μετώπων της Ελλάδας.

6. Υπ’ αυτήν την έννοια η ισχυρή πίεση των ΗΠΑ, οι οποίες ζήτησαν μετ’ επιτάσεως και κατ’ ουσίαν επέβαλαν την ταχεία επίλυση των εκκρεμοτήτων μεταξύ Ελλάδας και ΠΓΔΜ, είχε στόχο την ένταξη της γειτονικής χώρας στο ΝΑΤΟ, αλλά και τη δημιουργία ενός προτύπου συμφωνίας το οποίο θα μπορούσε να αξιοποιηθεί και στο ενδεχόμενο επίτευξης συμβιβασμού στη διαφορά μεταξύ Σερβίας και Κοσόβου. Το «Μακεδονικό» αντιμετωπίστηκε εκ μέρους τους ως μια ενοχλητική «παρωνυχίδα» που έπρεπε να βγει από τη μέση.

7. Όσο για τα τυχόν ανταλλάγματα που μπορεί να πήρε η Ελλάδα από τους επισπεύδοντες Αμερικανούς, δεν υπάρχει κάτι σαφές. Οι ΗΠΑ πιθανότατα θεωρούν, αν διαβάσουμε πίσω από τις πρόσφατες δηλώσεις αξιωματούχων τους, ότι ο ρόλος του «αφ’ υψηλού επιβλέποντος» είναι αρκετός. Και «χάρη» μας κάνουν ενδεχομένως...

Η ελαφρότητα...

Δυστυχώς αυτό το εξαιρετικά δυσανάγνωστο και ρευστό πλαίσιο, το οποίο απαιτεί λεπτομερή ανάλυση και αξιολόγηση εκ μέρους των κομμάτων, δεν αποτελεί το επίκεντρο της πολιτικής συζήτησης για τη συμφωνία των Πρεσπών. Τον τόνο δίνουν ακραία διχαστικές τοποθετήσεις μεταξύ του ΣΥΡΙΖΑ, της Ν.Δ. και των παντός είδους – πολιτικών, μιντιακών και διανοουμένων – δορυφόρων τους.

Κοινώς η χώρα έχει μοιραστεί σε δύο στρατόπεδα τα οποία αποτελούνται – σύμφωνα με τους εκατέρωθεν αποδιδόμενους χαρακτηρισμούς – αφενός από «εθνομηδενιστές» και «προδότες», αφετέρου από «υπερεθνικιστές» και «φασίστες».

Η ελαφρότητα της ψευδοεμφυλιακής αντιπαράθεσης γύρω από το ζήτημα της συμφωνίας των Πρεσπών εξηγείται εν πολλοίς από το ότι ακόμη μια φορά ένα σοβαρό εθνικό θέμα υποβαθμίζεται και εντάσσεται στην παρατεταμένη προεκλογική περίοδο.

1. Ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να ανασυνθέσει τον ευρύτερο χώρο του Κέντρου και της Αριστεράς υπό την «ηγεμονία» του – όρος ο οποίος χρησιμοποιείται εσχάτως από όλο και περισσότερους παράγοντές του – με στόχο να επιβεβαιώσει και στις επερχόμενες εκλογές ότι αποτελεί τον έναν από τους δύο ισχυρούς πυλώνες του νέου δικομματισμού.

Με αυτό το σκεπτικό βαθαίνει το ιδεολογικό χαντάκι που τον χωρίζει από τη Ν.Δ. αντιμετωπίζοντάς την περίπου ως ιδεολογικό αδελφάκι της Χρυσής Αυγής, ώστε να επιφέρει πολιτικό πλήγμα και στην ευρύτερη Κεντροδεξιά «διαχωρίζοντάς» τη σε «νηφάλια Δεξιά» και σε «Άκρα Δεξιά».

2. Η Ν.Δ. επιχειρεί να ελέγξει και να ενσωματώσει ό,τι «φιλελεύθερο» κυκλοφορεί στην πολιτική σκηνή και να μετατρέψει σε πολιτικό της δορυφόρο οποιονδήποτε εκφράζει κάθε είδους αντίθεση προς τον ΣΥΡΙΖΑ.

Η συνέπεια αυτών των επιλογών είναι η συμφωνία των Πρεσπών να αντιμετωπίζεται μόνο παρεμπιπτόντως ως ζήτημα στρατηγικής της χώρας και κυρίως να αξιοποιείται ως «δούρειος ίππος» για την άλωση χώρων και κομμάτων τα οποία στέκονται ανάμεσα στα δύο μεγάλα κόμματα και τώρα υποχρεώνονται είτε να πάρουν θέση στο δίλημμα που θέτουν οι δύο «μεγάλοι» του πολιτικού συστήματος είτε να διαλυθούν / περιθωριοποιηθούν.

...και οι συνέπειες

Ωστόσο η σύγκρουση γύρω από το «Μακεδονικό» – ακριβώς επειδή γίνεται με όρους που αγγίζουν το καταταλαιπωρημένο τα τελευταία χρόνια θυμικό των Ελλήνων και όχι το ίδιο το θέμα – ανοίγει πληγές που δύσκολα θα κλείσουν μετά τις εκλογές.

Η σημαντικότερη συνέπεια θα είναι ότι, ύστερα από μια τέτοιας έντασης πολιτική και ιδεολογική σύγκρουση, με τόσο βαριές κατηγορίες, οι οποίες αφορούν και άλλα θέματα εκτός του «Μακεδονικού», πολύ δύσκολα οι δύο μεγάλοι «παίκτες» του πολιτικού συστήματος θα μπορούν να καθίσουν στο ίδιο τραπέζι και να συνεννοηθούν στοιχειωδώς για βασικά πράγματα – θυμίζουμε π.χ. ότι υπάρχει σε εκκρεμότητα ένα Συμβούλιο Εθνικής Ασφαλείας.

Σε περιβάλλον αλματώδους αύξησης της τουρκικής απειλής ο εσωτερικός διχασμός είναι άκρως επιζήμιος – αυτό δεν χρειάζεται ιδιαίτερη ανάλυση. Πολύ περισσότερο την ώρα που υπάρχει άμεση ανάγκη να σχεδιαστεί μια αξιόπιστη αμυντική και εξωτερική πολιτική, η οποία θα μπορεί να ενσωματώνει ταχύτατα τα νέα δεδομένα στο Αιγαίο και τη νοτιοανατολική Μεσόγειο, η ανικανότητα των μεγάλων κομμάτων να βρεθούν στο ίδιο τραπέζι, έστω ανεπισήμως, μπορεί να αποβεί καταστροφική.

ΥΓ. 1: Το πακέτο Νίμιτς, το οποίο «προσφέρθηκε» από τον διεθνή παράγοντα και έγινε αποδεκτό από την κυβέρνηση Τσίπρα, ήταν το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας τριών δεκαετιών, στην οποία συμμετείχαν εκ μέρους της Ελλάδας οι σημερινοί κατήγοροι της κυβέρνησης. Πιστεύει κάποιος σοβαρά στη Ν.Δ. και το ΠΑΣΟΚ, βάσει της πρόσφατης πείρας, ότι η όποια επίλυση θα «διέγραφε» τους όρους «Μακεδονία» και «μακεδονικό» και θα αποκαθιστούσε το στάτους του 1918;

ΥΓ. 2: Κάθε συμβιβασμός είναι κατανοητό να γίνεται όταν υπάρχει ισχυρή βεβαιότητα ότι το μακροπρόθεσμο ισοζύγιο μεταξύ θετικών και αρνητικών αποτελεσμάτων θα λειτουργήσει υπέρ των εθνικών συμφερόντων ή τουλάχιστον δεν θα τα βλάψει. Στην κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι βέβαιοι ότι αυτή η εποχή της όλο και εντονότερης ρευστότητας και του παροξυσμικού αναθεωρητισμού εκ μέρους της Τουρκίας ήταν η κατάλληλη και ότι τα κενά της συμφωνίας των Πρεσπών θα μείνουν αναξιοποίητα στο μέλλον;

ΥΓ. 3: Είναι οι δύο «μεγάλοι» του πολιτικού συστήματος βέβαιοι ότι χωρίς εσωτερική συνοχή θα καταφέρει η εξαντλημένη από τη χρεοκοπία Ελλάδα να ξεπεράσει την εποχή της ρευστότητας χωρίς μείζονες απώλειες;

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.