09/07/2020 08:24:19
26.8.2019 / ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΑΛΟΥΠΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2087 στις 22-8-2019

Συμβαίνει και στις καλύτερες… οικογένειες

Συμβαίνει και στις καλύτερες… οικογένειες - Media

 

Ολοταχώς για ύφεση η Γερμανία των ανισοτήτων και καλά… ξεμπερδέματα

Τα σύννεφα είχαν αρχίσει να μαζεύονται τους τελευταίους μήνες πάνω από τη δυναμική της γερμανικής οικονομίας που ξεφουσκώνει επικίνδυνα, έτσι που δεν αποτέλεσε σοκ όταν στις 14 Αυγούστου ανακοινώθηκε ότι το ΑΕΠ της συρρικνώθηκε κατά 0,1% το δεύτερο τρίμηνο του 2019.

Η οικονομία της Γερμανίας είναι πρακτικά στάσιμη εδώ και έναν χρόνο. Η κατανάλωση, ενισχυμένη και από την αύξηση των μισθών, έχει «κρατήσει» αλλά η πτώση στη βιομηχανική παραγωγή βαθαίνει. Οι εταιρίες στη Γερμανία «κόβουν» εργατοώρες και εκδίδουν προειδοποιήσεις περί μείωσης των κερδών. Πολλοί αναλυτές θεωρούν ότι η Γερμανία πηγαίνει «καρφί» για ύφεση.

Από τις 28.2.19 το «Π» είχε γράψει ότι το οικονομικό μοντέλο της Γερμανίας αρχίζει να ξεθωριάζει, να δείχνει σημάδια κόπωσης και προβλημάτων, πράγμα ιδιαίτερα σημαντικό για όλη την Ευρώπη αφού, ως ατμομηχανή, συμπαρασύρει ολόκληρο το νομισματικό μπλοκ στην επιβράδυνση. Ακριβώς επειδή, παρά τα επιτεύγματά της, η οικονομία της ξαφνικά δείχνει ευάλωτη. Στα τέλη του 2018, μάλιστα, μόλις που απέφυγε μια ύφεση.

Ο πρώτος μεγάλος κίνδυνος

Κι ενώ κανείς πια δεν αμφισβητεί ότι η ατμομηχανή της ευρωζώνης ασθμαίνει, αυτή τη στιγμή δυο είναι τα βασικά θέματα στο Βερολίνο:

Πρώτον, αν τα προβλήματα γερμανικής οικονομίας είναι «εγχώρια» ή «εισαγόμενα». Το Βερολίνο εκτιμά ως το βασικό πρόβλημα την πτώση στις εξαγωγές κατά 8% σε ετήσια βάση. Η αβεβαιότητα που σπέρνει ο εμπορικός πόλεμος μεταξύ ΗΠΑ-Κίνας και η προοπτική ενός Brexit χωρίς συμφωνία είναι ουσιαστικά πέρα από τον έλεγχο της κυβέρνησης Μέρκελ. Η ζήτηση για γερμανικές εξαγωγές από την Κίνα επιβραδύνεται. Επιπρόσθετα, η Γερμανία θα πληγεί σοβαρά αν ο Τραμπ πραγματοποιήσει την απειλή του να αυξήσει τους δασμούς στις εισαγωγές ευρωπαϊκών αυτοκινήτων.

Το Ινστιτούτο για την Οικονομική Έρευνα του Μονάχου θεωρεί ότι, αν ο Ντόναλντ Τραμπ πράγματι αυξήσει τους δασμούς στις εισαγωγές αυτοκινήτων, αυτό θα μπορούσε να στερήσει από τη Γερμανία το 0,2% του ΑΕΠ της. Όμως η παραπάνω «διάγνωση» δεν είναι η πλήρης. Εδώ και χρόνια αναλυτές προειδοποιούν τη Γερμανία ότι αν δεν διαφοροποιήσει το μοντέλο της και αν δεν μετριάσει την υπερ-εξάρτησή της από τις εξαγωγές, τότε η οικονομική της ευρωστία, κατάσταση δεδομένη για χρόνια, θα βρεθεί προ εκπλήξεων.

Ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας στη Γερμανία μένει πίσω (σ.σ.: προσαρμόζεται με πολύ αργά βήματα, όχι αρκετά γρήγορα) στην προσαρμογή στην εποχή των ηλεκτρικών και αυτόνομων οχημάτων. Η Άνγκελα Μέρκελ αλλά και όλοι γενικά οι πολιτικοί της χώρας δεν προετοίμασαν τη γηράσκουσα κοινωνία της Γερμανίας για προκλήσεις όπως η ψηφιοποίηση (digitisation).

Από όλες τις οικονομίες της ευρωζώνης, μέχρι στιγμής μόνο εκείνη της Γερμανίας συρρικνώθηκε το τελευταίο τρίμηνο. Η μεγάλη ανησυχία του Βερολίνου είναι ότι η χώρα θα μπορούσε να χάσει το ανταγωνιστικό της πλεονέκτημα. Παρά τα πρόσφατα υψηλά κύματα μετανάστευσης, το ΔΝΤ υπολογίζει ότι το εργατικό δυναμικό της θα αρχίσει να συρρικνώνεται το 2020. Οι κίνδυνος οξύνεται ενώ η Κίνα μεταλλάσσεται από καταναλωτής σε ανταγωνιστή.

«Φρένο χρέους» και «μαύρο μηδενικό»

Η δεύτερη μεγάλη σπαζοκεφαλιά της γερμανικής κυβέρνησης είναι η σταθερή απέχθεια της χώρας απέναντι στον δανεισμό. Το debt brake (φρένο χρέους) που κατοχυρώνεται και στο σύνταγμα από το 2009, αποκλείει τον δανεισμό ως τρόπο χρηματοδότησης του διαρθρωτικού ελλείμματος πέρα από το 0,35% του ΑΕΠ.

Επιπλέον, υπάρχει και μια δεύτερη, σχετιζόμενη δέσμευση, αυτή του schwarze null (μαύρο μηδενικό) για ισορροπημένες τρέχουσες δαπάνες του προϋπολογισμού.

Αυτές οι δεσμεύσεις, αν όχι αγκυλώσεις, διασφαλίζουν το χαμηλό χρέος και ακόμα, από το 2014, ένα πλεόνασμα που πέρσι έφτασε το 1,7% του ΑΕΠ ή 58 δισ. ευρώ. Έτσι η Γερμανία μπόρεσε να αυξήσει τις δαπάνες για υποδομές, κοινωνική ασφάλιση και άμυνα χωρίς να καταφύγει σε επιπλέον δανεισμό. Όμως, τώρα που η μεγαλύτερη οικονομία της ευρωζώνης κόλλησε στη στασιμότητα, η συζήτηση για το αν πρέπει να ανοίξει κι άλλο τις κάνουλες έχει ενταθεί.

Προς το παρόν η γερμανική κυβέρνηση δεν δείχνει να συγκινείται. Όμως η πίεση για αύξηση δαπανών θα ενταθεί. Την προηγούμενη εβδομάδα η Μέρκελ δήλωσε ότι παραμένει ακέραια η δέσμευσή της σε έναν ισορροπημένο προϋπολογισμό αλλά πρόσθεσε ότι «θα αντιδράσουμε ανάλογα με την κατάσταση».

Εντός του γερμανικού υπουργείου Οικονομικών το θέμα που κυριαρχεί είναι το «πώς και αν» πρέπει να αυξήσουν τις επενδύσεις, αν και ο Όλαφ Σολτς, ο υπ. Οικονομικών, παραμένει επιφυλακτικός προς απογοήτευση πολλών στο Σοσιαλδημοκρατικό κόμμα.

Εκτός της κυβέρνησης οι Πράσινοι ζητάνε μια τεραστίων διαστάσεων αύξηση στις επενδύσεις στον τομέα της κλιματικής προστασίας. Ο Ρόμπερτ Χάμπεκ, ο ένας εκ των δυο επικεφαλής των Πρασίνων δήλωσε ότι οι δημοσιονομικοί κανόνες της κυβέρνησης αποτελούν «δημοσιονομική πολιτική βουντού».

Η Άνγκελα Μέρκελ πιστεύει ότι μια βραχυπρόθεσμη αύξηση δαπανών δεν θα έλυνε το πρόβλημα. Ούτε και θα κατόρθωνε να εξαφανίσει τις ανασφάλειες που ταλανίζουν τις γερμανικές επιχειρήσεις. Πολλοί αναλυτές προτείνουν να υπάρξει μια ισχυρή δέσμευση, κατά προτίμηση διακομματική, για τη δημιουργία ενός fund που θα εκταμιεύσει εκατοντάδες δισεκατομμύρια ευρώ μέσα στην επόμενη δεκαετία.

Κάποιοι από τους τομείς που προτείνουν να διοχετευτούν χρήματα συμπεριλαμβάνουν τις υποδομές μεταφορών, τα ευρυζωνικά δίκτυα, τη στέγαση και τη βοήθεια προς τοπικές κυβερνήσεις που δυσκολεύονται με δυσβάσταχτα χρέη. Ακόμη προτείνεται να μειωθεί η φορολογία στους χαμηλόμισθους εργαζόμενους και να δοθούν κίνητρα για περιβαλλοντικές πολιτικές, όπως μετασκευές κτηρίων και καθαρά καύσιμα.

Πράγματι, μειώσεις στη φορολογία και, σε δεύτερο χρόνο, επενδύσεις σε υποδομές θα μπορούσαν να ισορροπήσουν ξανά τη γερμανική οικονομία από την ως τώρα προσέγγισή της που είναι εξαγωκεντρική.

Η στιγμή, μάλιστα, μοιάζει να είναι ιδανική αφού, όπως τονίζουν ο «Economist» και το Bloomberg οι αποδόσεις στα 30ετή γερμανικά κρατικά ομόλογα είναι αρνητικές, πράγμα που στην πράξη σημαίνει ότι οι επενδυτές πληρώνουν την κυβέρνηση για το προνόμιο να της δανείζουν τα λεφτά τους.

Μεγάλες ανισότητες

Όμως, τα προβλήματα με τη γερμανική οικονομία είναι βαθύτερα. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η οικονομία της χώρας παρουσιάζει μεγάλες ανισότητες. Τον προηγούμενο μήνα, στην ετήσια έκθεσή του για τις παγκόσμιες ανισότητες, παρουσίασε στοιχεία ότι το γερμανικό πλεόνασμα συνοδεύεται από αυξανόμενη ανισότητα.

Περίπου μια εικοσαετία νωρίτερα οι γερμανικές εξαγωγές απογειώθηκαν, καθώς οι αναδυόμενες οικονομίες που αναπτύσσονταν ταχύτατα άρχισαν να αγοράζουν μαζικά τα προϊόντα της γερμανικής βιομηχανίας. Αυτό το γεγονός, σε συνδυασμό με τις τσιγγούνικες κοινωνικές παροχές και πολιτικές της Γερμανίας, που ενθάρρυναν τη συγκράτηση των μισθών, βοήθησαν να ανέβουν τα κέρδη. Όμως, οι επιτυχίες των γερμανικών εταιριών δεν προσέφεραν τίποτα στα φτωχότερα νοικοκυριά λόγω της μεγάλης ανισότητας στη διανομή του πλούτου.

 Η Γερμανία είναι μια από τις χώρες με τη μεγαλύτερη ανισότητα ανάμεσα στις 35 χώρες - μέλη του ΟΟΣΑ.

Το τοπ 10% των νοικοκυριών έχει το 60% του καθαρού πλούτου.

Το μέσο νοικοκυριό στη Γερμανία διαθέτει καθαρό πλούτο 61.000 ευρώ. Βρίσκεται, δηλαδή, λίγο παραπάνω από το μέσο νοικοκυριό της Πολωνίας αλλά παρακάτω από τον μέσο όρο της Ελλάδας και τρεις φορές κάτω από τον μέσο όρο της ευρωζώνης. Να σημειωθεί ότι η σύγκριση εξαιρεί τον συνταξιοδοτικό πλούτο, ο οποίος συνήθως είναι μεγάλος στη Γερμανία. Όμως αντανακλά το γεγονός ότι οι φτωχοί στη Γερμανία συνήθως δεν διαθέτουν κατοικίες ή μετοχές.

Πίσω από αυτή τη μεγάλη ανισορροπία στη γερμανική οικονομία βρίσκεται η επιτυχία των λεγόμενων Mittelstand, δηλαδή οι μικρές και μικρομεσαίες γερμανικές επιχειρήσεις. Ο πυκνός ιστός τους αποτελεί τη ραχοκοκαλιά της γερμανικής οικονομίας.

Χάρη σε αυτές η Γερμανία διαθέτει από το 2016 το μεγαλύτερο πλεόνασμα τρεχουσών συναλλαγών στον κόσμο. Αυτό το γερμανικό γνώρισμα, ότι αποταμιεύει περισσότερα απ’ όσα επενδύει στο εσωτερικό και ότι πουλάει στο εξωτερικό περισσότερα απ’ όσα εισάγει είναι που προκαλεί την οργή του Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος θα ήθελε οι φειδωλοί Γερμανοί να αγοράζουν αμερικανικά προϊόντα.

Ο γερμανικός εταιρικός πλούτος τείνει να μένει στην οικογένεια. Η χώρα έχει σχετικά λίγες εισηγμένες εταιρίες. Το 60% των εταιρικών περιουσιακών στοιχείων ανήκουν σε ιδιωτικές, συχνά οικογενειακές εταιρίες.

Ακόμη και ανάμεσα στις εισηγμένες εταιρίες, τα 2/3 βρίσκονται υπό οικογενειακό έλεγχο. Αυτό το γεγονός αφήνει λιγότερο μετοχικό κεφάλαιο διαθέσιμο για outsiders, εκτός του στενού κύκλου.

Άρα, υψηλότερα κέρδη σημαίνουν υψηλότερα εισοδήματα για τους ήδη πλούσιους.

Το ΔΝΤ εκτιμά ότι η αύξηση των κερδών μαζί με την υψηλή οικονομική ανισότητα εξηγεί την άνοδο της εισοδηματικής ανισότητας στη Γερμανία την περίοδο 2000-2015. Οι δαπάνες των νοικοκυριών ως ποσοστό του ΑΕΠ έπεσαν εκείνη την περίοδο, πράγμα που το ΔΝΤ ερμηνεύει ως ένα σημάδι του γεγονότος ότι στους λιγότερο εύπορους αναλογεί μικρότερο μερίδιο της οικονομικής πίτας. Οι πλούσιοι τείνουν να ξοδεύουν μικρότερο μερίδιο των εσόδων τους από ό,τι οι φτωχοί. Επιπρόσθετα, οι Γερμανοί μεγιστάνες είναι και πιο σφιχτοχέρηδες από τους «συναδέλφους» τους σε άλλες χώρες.

Ανάγκη επισκευής

Αν και η Γερμανία αποδίδει τα υψηλά ποσοστά αποταμίευσης στη γερμανική κοινωνία που γερνάει, οι πραγματικοί υπαίτιοι είναι μάλλον οι μεγιστάνες των Mittelstand. Το γερμανικό φορολογικό σύστημα προς το παρόν δεν επιχειρεί να αλλάξει αυτές τις τάσεις. Οι μεταρρυθμίσεις του 2009 εξαιρούσαν τον εταιρικό πλούτο από τον φόρο κληρονομιάς. Καθώς ο πλούτος συσσωρεύεται, το ποσοστό εσόδων που διοχετεύονται στους ήδη «έχοντες» μεγαλώνει, αυξάνοντας ακόμη περισσότερο την ανισότητα.

Το ΔΝΤ θεωρεί ότι θα μπορούσε το Βερολίνο να πάρει μέτρα για να αντιστρέψει αυτή την τάση. Όπως φορολογικές ελαφρύνσεις για τα χαμηλότερα νοικοκυριά και μεταρρυθμίσεις στη φορολογία ιδιοκτησίας και κληρονομιάς με σκοπό τη μείωση της συγκέντρωσης του πλούτου. Για να κάνει, όμως, πράγματι κάτι τέτοιο η Γερμανία, θα πρέπει να αναγνωρίσει ότι το πολύτιμο οικονομικό της μοντέλο, για το οποίο τόσο πολύ καυχιέται, έχει ανάγκη επισκευής.

Μερίδιο του τοπ 1% στον καθαρό πλούτο των νοικοκυριών (Πηγή: ΔΝΤ)

ΗΠΑ 42%

Ολλανδία 28%

Γερμανία 25%

Δανία 23%

Βρετανία 20%

Νορβηγία 20%

Γαλλία 18%

Ισπανία 17%

Αυστραλία 15%

Ιταλία 11%

Ιαπωνία 10.5%

Ελλάδα 9%

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.