05/12/2019 16:28:11

Κόντρα σε Όλα (Le Mans ’66/Ford v Ferrari)

Κόντρα σε Όλα (Le Mans ’66/Ford v Ferrari) - Media

 

Στιλάτη μεταφορά στο πανί της κόντρας μεταξύ δύο γιγάντων αντίθετων νοοτροπιών και διαφορετικών μεριδίων αγοράς, των Φεράρι και Φορντ, για την κατάκτηση του τίτλου στο θρυλικό Λε Μαν της Γαλλίας (επί τη ευκαιρία, δείτε την ομώνυμη ταινία με τον Στιβ ΜακΚουίν, αλλά και το τρομερό πρόσφατο ντοκιμαντέρ για την ταινία του ΜακΚουίν), μέσα από την αφήγηση της ταραχώδους φιλίας μεταξύ Κάρολ Σέλμπι και Κεν Μάιλς, οι οποίοι θα συνεργαστούν προκειμένου να ρίξουν τον Ιταλό ‘‘βασιλιά’’ από το βάθρο του.

Λίγα λόγια για την αληθινή ιστορία πίσω από την ταινία: όταν ο Έντσο Φεράρι προσβάλλει θανάσιμα τον κομπλεξικούλη Χένρι Φορντ τον Β’ (Τρέισι Λετς), ο δεύτερος πεισμώνει να κατασκευάσει σε χρόνο-ρεκόρ αγωνιστικό αμάξι που θα μπορέσει να κοντράρει την παντοκρατορία των ιταλικών, τα οποία μέχρι τότε κατασκευαστικά θεωρούνταν η τελειότητα.

Βέβαια δεν θα λερώσει τα ροδαλά χεράκια του ο ίδιος ο Φορντ, αλλά θα αναθέσει αυτό το σχεδόν αδύνατο έργο στον Κάρολ Σέλμπι (Ματ Ντέιμον), βετεράνο σχεδιαστή αυτοκινήτων και οδηγό αγώνων που αναγκάστηκε να αφήσει το τιμόνι λόγω καρδιακού προβλήματος.

Ο Σέλμπι βλέπει ως μόνο άνθρωπο που μπορεί να τον βοηθήσει να φέρει σε πέρας κάτι τέτοιο, τον βετεράνο του πολέμου, μηχανικό αυτοκινήτων, και επίσης πιλότο αγώνων, Άγγλο Κεν Μάιλς (Κρίστιαν Μπέιλ). Ο Μάιλς διαθέτει ξεχωριστές ικανότητες και απαράμιλλο πάθος, αλλά δεν ταιριάζει με το μεσοαστικό προφίλ της εταιρείας που ηγείται ο Φορντ. Έτσι, το Κόντρα σε Όλα επικεντρώνεται τόσο στη μάχη που θα δώσει ο μπαρουτοκαπνισμένος και μόνιμα γρασαρισμένος Μάιλς στις πίστες, όσο και στον αγώνα που έδωσαν με τον Σέλμπι κόντρα στους στενόμυαλους και δολοπλόκους χαρτογιακάδες και αντιπαθητικούς ‘‘μανατζαραίους’’ στην ιεραρχία της Φορντ.

Η ταινία του σκηνοθέτη Τζέιμς Μάνγκολντ, ο οποίος έχει μια άνιση καριέρα (είναι υπεύθυνος για τα καλά Walk the Line, Το Τελευταίο Τρένο για τη Γιούμα, και Λόγκαν, αλλά και για το φιάσκο του The Wolverine), είναι ευχάριστη στο μάτι, ενίοτε αστεία, σε σημεία έχει σασπένς, και δύο καταξιωμένους ηθοποιούς στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, οι οποίοι έχουν και χημεία μεταξύ τους που θυμίζει εκείνη των Πιτ και Ντι Κάπριο στην τελευταία ταινία του Ταραντίνο.

Ωστόσο, παρά την καλολουστραρισμένη επιφάνεια και την προσεγμένη καλλιτεχνική διεύθυνση που σε μεταφέρει πειστικά στην εποχή, το φιλμ εν τέλει μοιάζει να εξαντλείται σε παιχνιδάκια μεταξύ ανώριμων κακομαθημένων ανδρών, με τους οποίους δυσκολεύεσαι να ταυτιστείς, και σε μια ημι-απωθητική ιδεολογία.

Τόσο οι χαρακτήρες των δύο πρωταγωνιστών, όσο και εκείνοι των Φεράρι και Φορντ, με τις κοινές εμμονές τους, και παρά τις καλές ερμηνείες (ξεχωρίζει ο Μπέιλ), μοιάζει να ‘‘φωνάζουν’’ στους σεναριογράφους ‘‘γράψτε κάτι παραπάνω/δώστε μας λίγο βάθος’’. Η καταφυγή στην ιδιοσυγκρασιακή γλώσσα του σώματος, τα διάφορα τικ και τις γκριμάτσες, μοιάζει να αντανακλά εδώ περισσότερο την αξιέπαινη, πλην απελπισμένη προσπάθεια των ηθοποιών να δώσουν ζωή σε αυτό που παρέλαβαν στο χαρτί.

Και μπορεί η αφαιρετική, ιμπρεσιονιστική απεικόνιση να λειτουργεί καλά αλλού, όπως στην περίπτωση της φευγαλέας, αινιγματικής φιγούρας του Νιλ Άρμστρονγκ που ενσάρκωσε ο Ράιαν Γκόσλινγκ στο περσινό Ο Πρώτος Άνθρωπος, αλλά εδώ έχουμε να κάνουμε με χαρακτήρες ‘‘μεγαλύτερους από τη ζωή’’, όπως λέει η γνωστή φράση στα αγγλικά. Πέραν του ψευδο-φιλοσοφικού μονόλογου του Σέλμπι στην αρχή της ταινίας, ο οποίος επαναλαμβάνεται στο τέλος, ειρωνικά δεν μαθαίνουμε ποτέ πραγματικά τί είναι αυτό που κινεί αυτούς τους ανθρώπους. Ο.Κ., μαθαίνουμε ότι ο Μάιλς έχει ανάγκη τα χρήματα για την οικογένειά του, αλλά δεν μπορεί αυτό να είναι από μόνο του αρκετό για να κάνει κάποιον να ρισκάρει τη ζωή του σε τέτοιο βαθμό ξανά και ξανά.

Έτσι, οι χαρακτήρες καταλήγουν συχνά να μοιάζουν με κυλίνδρους ή με μπουλόνια σε μια μηχανή που ο σκηνοθέτης προϋποθέτει ότι οι θεατές γνωρίζουν ήδη πώς και γιατί λειτουργεί έτσι, θυμίζοντας περισσότερο αφηρημένες ενορμήσεις (αγγλιστί ‘drive’, στα ελληνικά το λογοπαίγνιο χάνεται), παρά ολοκληρωμένα άτομα.

Παράλληλα, χαραμίζονται καλοί ηθοποιοί όπως ο Τζος Λούκας και ο Τζον Μπέρνθαλ σε δεύτερους ρόλους χωρίς ‘‘ψωμί’’.

Βαθμολογία 3,5/5

Ευχαριστούμε τον κινηματογράφο Τρία Αστέρια για τη φιλοξενία.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.