07/06/2020 06:27:01
20.1.2020 / ΓΙΩΡΓΟΣ ΑΛΟΙΜΟΝΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2108 στις 16-1-2020

Διαχρονική η παραπληροφόρηση - Πώς το Reuters πουλούσε αντικομμουνισμό με κρατική χρηματοδότηση

Διαχρονική η παραπληροφόρηση - Πώς το Reuters πουλούσε αντικομμουνισμό με κρατική χρηματοδότηση - Media

 

Είναι παράδοση στα οργανωμένα κράτη, και ειδικότερα στο Ηνωμένο Βασίλειο, να διατηρούνται με περίσσια προσοχή τα αρχεία του κράτους και όποια δεν κρίνονται κομμάτι της εθνικής ασφάλειας να αποχαρακτηρίζονται ύστερα από 60 χρόνια. Ενίοτε αυτοί οι αποχαρακτηρισμοί κρύβουν μεγάλες και σημαντικές αποκαλύψεις.
Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα αποκάλυψη για τον τρόπο λειτουργίας της ενημέρωσης ως εργαλείου επηρεασμού της κοινής γνώμης, λοιπόν, προκύπτει από αποχαρακτηρισμένα βρετανικά κείμενα, τα οποία καταδεικνύουν μυστική χρηματοδότηση του διεθνούς ειδησεογραφικού πρακτορείου Reuters από τη βρετανική κυβέρνηση τις δεκαετίες του 1960 και του 1970 στο πλαίσιο της... αντισοβιετικής προπαγάνδας.


Τα χρήματα χρησιμοποιήθηκαν για τη διεύρυνση της δημοσιογραφικής κάλυψης του Reuters στη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική και δίνονταν μέσω αυξημένων πληρωμών συνδρομών στο πρακτορείο από το BBC.
«Είμαστε πλέον στη θέση να συνάψουμε μια συμφωνία παροχής διακριτικής κυβερνητικής στήριξης στις υπηρεσίες του Reuters στη Μέση Ανατολή και τη Λατινική Αμερική» υπογραμμίζει ένα διαβαθμισμένο κυβερνητικό έγγραφο του 1969 με σήμανση «Απόρρητο» και με τίτλο «Χρηματοδότηση του Reuters από τη βρετανική κυβέρνηση».


Το μέγεθος της επιρροής που η κυβέρνηση ασκούσε στις ειδήσεις του πρακτορείου, σε αντάλλαγμα για τη χρηματοδότηση, δεν αποσαφηνίζεται στα έγγραφα, τα οποία περιγράφουν μια μυστική συμφωνία χρηματοδότησης της βρετανικής κυβέρνησης για το Reuters. Ωστόσο αποτυπώνουν το επίπεδο εμπλοκής της κυβέρνησης που είχε στις υποθέσεις του Reuters και τη ρητή συμφωνία για να αποκρύψει τη χρηματοδότηση.

«Δεν θα το κάναμε σήμερα»
Το BBC δημοσίευσε ένα άρθρο γι’ αυτή την κυβερνητική χρηματοδότηση του πρακτορείου. «Πολλοί ειδησεογραφικοί οργανισμοί λάμβαναν κάποιας μορφής κρατική επιχορήγηση μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο» τόνισε ο Ντέιβιντ Κρούντγουελ, εκπρόσωπος του πρακτορείου ειδήσεων Reuters. «Αλλά η συμφωνία του 1969 δεν ήταν σε εναρμόνιση με τις Αρχές Εμπιστοσύνης μας και δεν θα το κάναμε αυτό σήμερα» συμπλήρωσε αναφερόμενος στις Αρχές Εμπιστοσύνης του Reuters, που σκοπό έχουν τη διατήρηση της αξιοπιστίας, της ανεξαρτησίας και της αντικειμενικότητας του πρακτορείου.


Τα έγγραφα περιγράφουν πώς το Τμήμα Πληροφοριών και Ερευνών (IRD), μια βρετανική μονάδα αντισοβιετικής προπαγάνδας με στενές σχέσεις με τις βρετανικές μυστικές υπηρεσίες πληροφοριών, ηγήθηκε των διαπραγματεύσεων με το Reuters. Το 1969 το Reuters χρειαζόταν χρήματα για να επεκταθεί στη Μέση Ανατολή και σε δυτικές χώρες, καθώς η Βρετανία επιθυμούσε να ενισχύσει την επιρροή της ενάντια στη Σοβιετική Ένωση διευρύνοντας τις ειδησεογραφικές υπηρεσίες σε όλο τον κόσμο, σύμφωνα με τα κυβερνητικά έγγραφα.
Το ύψος της κρυφής χρηματοδότησης ήταν 245.000 λίρες ετησίως πριν από το 1969, αλλά έπειτα μειώθηκε σε 100.000 λίρες ετησίως το 1969-1970.


Αξίζει να σημειωθεί ότι η World Service του BBC χρηματοδοτείται ακόμη από τον προϋπολογισμό του υπουργείου Εξωτερικών της Βρετανίας (Foreign Office) για να «επικοινωνεί» την επίσημη άποψη της Βρετανίας στον κόσμο, μέσω της βρετανικής παράδοσης στην αξιόπιστη μεταφορά της είδησης. Μέχρι πριν από λίγα χρόνια υπήρχε και η Ελληνική Υπηρεσία, που χαρακτηριζόταν για την υψηλή ποιότητα του ειδησεογραφικού της προϊόντος.
Για την ιστορία, σήμερα το Reuters (Thompson) είναι πολυεθνική εταιρεία καναδικών συμφερόντων με έμφαση στις χρηματιστηριακές ειδήσεις και ο βασικός κορμός τεχνολογίας του BBC έχει πουληθεί στη Siemens.

Εργαλείο εθνικής πολιτικής
Υπάρχει ένα ρητό που λέει ότι «ένα κράτος, για να υπάρχει, χρειάζεται πρακτορείο ειδήσεων και εθνικές αερογραμμές». Βρισκόμαστε στην εποχή της έξαλλης παγκοσμιοποίησης, όπου η έννοια του κρατικού έχει αλλοιωθεί και μετατραπεί. 
Οι ΗΠΑ έχουν ακόμα τη Φωνή της Αμερικής ως κομμάτι μιας μικρής αλλά σημαντικής μονάδας «κρατικής εταιρείας ενημέρωσης», που περιλαμβάνει το C-SPAN και το PBS. Μέχρι το 2014 υπήρχε και ελληνική υπηρεσία στη Voice of America. 
Σήμερα οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν τη μεγαλύτερη επιρροή στον τομέα της ενημέρωσης με έμφαση σε κολοσσούς όπως το CNN, οι ΝΥΤ, αλλά και infotainment οργανισμοί, όπως και το Netflix, που αποτελεί βασικό φορέα εκπροσώπησης της «δυτικής κουλτούρας».

Russia Today και... ISIS
Στην αυγή της νέας δεκαετίας και με την τραυματική εμπειρία της ρωσικής εμπλοκής στις αμερικανικές εκλογές και το σκάνδαλο της Cambridge Analytica στο Facebook καταλήγουμε ότι η πληθώρα των ΜΜΕ και η ευκολία στη διάχυση της πληροφορίας όχι μόνο ευνοεί την ελευθερία, αλλά δίνει και τη δυνατότητα για την πλήρη απελευθέρωση της προπαγάνδας, που έχει αναβαθμιστεί σε παραπληροφόρηση.
Κάθε χώρα και ειδικότερα κάθε υπερδύναμη έχει το δικό της παγκόσμιο δίκτυο, την επίσημη φωνή της στον κόσμο. Ακόμα και οι τρομοκράτες του Ισλαμικού Κράτους έχουν «πρακτορείο ειδήσεων» και «περιοδικό», ενώ ιδιαίτερη περίπτωση αποτελεί το Russia Today, που έχει καταφέρει, με εικόνα σχεδόν παντού, να παρεισφρήσει στα δυτικά δίκτυα ως δούρειος ίππος μεταφοράς των ρωσικών θέσεων.


Τι αποδεικνύουν όλα τα παραπάνω; Ότι η προπαγάνδα δεν είναι κάτι που ανακαλύφθηκε στις μέρες μας, αλλά υπήρχε πάντα. Από τα «ενημερωτικά σημειώματα» από πολεμικά αεροσκάφη σε εμπόλεμες περιοχές στα posts από ψεύτικους λογαριασμούς στο Twitter, το μόνο που έχει αλλάξει είναι ο όγκος και η ειδίκευση της πληροφορίας. 
Άλλωστε ζούμε στις εποχές που «έτσι είναι αν έτσι νομίζετε» και που η πληροφόρηση έχει μετατραπεί σε νόμισμα που διαπραγματεύεται στο χρηματιστήριο των ισχυρών. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο Facebook, τους ΝΥΤ και το Turk International, συνθλίβονται η αξιοπιστία και η αλήθεια στο όνομα της... δημοκρατίας.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.