03/06/2020 20:38:23
18.1.2020 / ΕΛΕΝΗ ΠΕΤAΣΗ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2108 στις 16-1-2020

«Ρινόκερος» του Ευγένιου Ιονέσκο

«Ρινόκερος» του Ευγένιου Ιονέσκο - Media

 

«Κόντρα σε όλο τον κόσμο θα υπερασπιστώ τον εαυτό μου, κόντρα σε όλο τον κόσμο θα αμυνθώ... Είμαι ο τελευταίος άνθρωπος που θα μείνω άνθρωπος ώς το τέλος. Δεν συνθηκολογώ...».

Ποιος είναι, όμως, αυτός ο κόσμος στον οποίο αντιστέκεται σθεναρά ο ήρωας του Ιονέσκο; Ένας κόσμος μολυσμένος από μαζική υστερία ή καλύτερα από μια επιδημία που, όπως επισημαίνει ο Ρουμάνος συγγραφέας, «κρύβεται πίσω από τα κάλυπτρα της λογικής και των ιδεών, αλλά δεν παύει να είναι κοινωνική αρρώστια της οποίας οι ιδεολογίες είναι στην πραγματικότητα το ‘‘άλλοθι’’».

Στον «Ρινόκερο» (1959) ο θεμελιωτής του Θεάτρου του Παραλόγου σχολιάζει τα ζοφερά ίχνη που άφησε το Τρίτο Ράιχ στη μεταπολεμική κοινωνία αλλά και τις οδυνηρές συνέπειες σε όλες τις μορφές απολυταρχικών καθεστώτων.

Πηγή έμπνευσής του ήταν η εμπειρία του συγγραφέα Ντενί ντε Ρουζμόν, ο οποίος παρευρέθηκε το 1938 σε μια ναζιστική συγκέντρωση στη Νυρεμβέργη, όπου το φανατισμένο πλήθος παραληρούσε σε έξαλλη κατάσταση.

Σ’ αυτή την αλληγορική δυστοπία οι κάτοικοι μιας μικρής επαρχιακής πόλης μεταλλάσσονται ο ένας μετά τον άλλο σε ρινόκερους αποτελώντας μια κτηνώδη αγέλη και ο μοναδικός που δεν παρασύρεται από το ολέθριο «ρεύμα της κοινής γνώμης» είναι ο Μπερανζέ, ένας απλός χαμηλόβαθμος υπάλληλος, μη καταξιωμένος κοινωνικά, χωρίς συγκεκριμένη ιδεολογία, αλλά με βαθύτατη αίσθηση ανθρωπιάς.

Ο Γιάννης Κακλέας, δημιουργώντας αρχικά ένα εφιαλτικό τοπίο βιντεοπροβολών (Στάθης Αθανασίου), προσάρμοσε το έργο στη σύγχρονη καθημερινότητα – ή ενδεχομένως και σε μια κοντινή μελλοντική εποχή – με στόχο να καυτηριάσει την εικονική πραγματικότητα που έχει ήδη κατακλύσει τη ζωή μας. Κατ’ επέκταση διαφημιστικά σποτ πάσης φύσεως, εφήμερες μόδες, εκκωφαντικά σλόγκαν, selfies και likes διεκδικούν την «ευημερία» μας.

Ενδιαφέρουσα ιδέα, παρότι η χωρίς οικονομία ζαλιστική ηχητική ατμόσφαιρα, κάποιες άστοχες κειμενικές προσθήκες και η «κραυγαλέα» ποπ αισθητική – δέλεαρ για την προσέλκυση ενός ευρύτερου κοινού – υποβάθμισαν το αποτέλεσμα.

Ωστόσο καθώς συνεχίζεται η σκηνική δράση και η ρινοκερίτιδα εξαπλώνεται, δύο επικλινείς πλατφόρμες, που ανασηκώνονται βαθμιαία μετατρέποντας το στέρεο έδαφος σε ολισθηρό, στοιχειοθετούν μια εύστοχη μεταφορά για την ηθική κατάρρευση των ανθρώπων, που γλιστρούν χωρίς αντίσταση σε κάθε πολιτικό και κοινωνικό δογματισμό.

Στην εύρυθμη, καφκική παράσταση του Κακλέα ο Άρης Σερβετάλης αποτελεί το μεγαλύτερο ατού της. Εποικισμένος από την ψυχοσύνθεση του Μπερανζέ, μοναχικός, χαμηλόφωνος, υπαρξιακά ευάλωτος αλλά και δυναμικός στις κρίσιμες αποφάσεις του (ο συγκινησιακά φορτισμένος μονόλογός του στο τέλος μας καθηλώνει) αναψηλαφεί τις υπόγειες συναισθηματικές περιοχές του ήρωά του με κινησιολογική εκφραστικότητα και υποκριτική ευστροφία.

Σωστός ερμηνευτικά είναι ο Στέλιος Ιακωβίδης που, στον ρόλο του Ζαν, εκδηλώνει την ηθική έκπτωση της τερατόμορφης ανθρώπινης μάζας που αντιπροσωπεύει. Χαρακτηριστική είναι, εξάλλου, η φράση του: «Ο ουμανισμός ξόφλησε».

Αντίθετα η υπόλοιπη αδύναμη διανομή, ακολουθώντας την «λύση» της σχηματικής αναπαράστασης, αποτυγχάνει να μεταδώσει τις έννοιες του έργου. Ακόμη και η έμπειρη Έλλη Τρίγγου (Νταίζι) είναι μια άνευρη, άχρωμη παρουσία.

Info: Θέατρο Κιβωτός, Πειραιώς 115, Γκάζι

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.