02/06/2020 15:40:59
23.5.2020 / ΞΕΝΟΦΩΝ Α. ΜΠΡΟΥΝΤΖAΚΗΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2126 στις 21-5-2020

Κωνσταντινούπολη: Η βασιλεύουσα «απέναντι από την πόλη των τυφλών»

Κωνσταντινούπολη: Η βασιλεύουσα «απέναντι από την πόλη των τυφλών» - Media

 

Περί το 658 π.Χ., οι Μεγαρείς, υπό τον Βύζαντα, έπλευσαν το Αιγαίο, έφτασαν στην Τροία, διέσχισαν τα Δαρδανέλια πλέοντας τη θάλασσα του Μαρμαρά και βγήκαν στον Εύξεινο Πόντο. Λέγεται μάλιστα ότι ο Βύζας πριν ξεκινήσει, ρώτησε, όπως συνηθιζόταν άλλωστε, το Μαντείο των Δελφών σχετικά με τη θέση που έπρεπε να ιδρύσει την αποικία των Μεγαρέων. Το Μαντείο τότε απάντησε: «Απέναντι από την πόλη των τυφλών»! Τυφλοί θεωρήθηκαν, σύμφωνα με την ιστορική παράδοση, οι άποικοι της Χαλκηδόνας που δεν είδαν τη μοναδική τοποθεσία των ευρωπαϊκών ακτών του Βοσπόρου και έκτισαν την πόλη τους απέναντι!

Η σημασία του Βυζαντίου στον αρχαίο κόσμο
Από τα αρχαία κιόλας χρόνια είχαν εκτιμήσει πολύ καλά τις στρατηγικές και εμπορικές δυνατότητες που είχε η πόλη του Βυζαντίου. Η θέση της στα σύνορα Ασίας και Ευρώπης την καθιστούσε κυρίαρχη στον έλεγχο της Μαύρης Θάλασσας και της Μεσογείου. Επίσης συνόρευε με τις κύριες εστίες των ενδόξων παλαιών πολιτισμών. Ήδη για την αποικία αυτή έχουμε αναφορά από τον Ηρόδοτο, από τον ιστορικό και γεωγράφο Στράβωνα, από τον Ρωμαίο ιστορικό Τάκιτο και από τον Έλληνα ιστορικό του 2ου π.Χ. αιώνα Πολύβιο, ο οποίος ανέλυσε προσεκτικά την πολιτική και οικονομική θέση του Βυζαντίου. Αναγνωρίζοντας τη σημασία των εμπορικών σχέσεων της Ελλάδας με τις πόλεις της Μαύρης Θάλασσας, έγραφε ότι δίχως την έγκριση των κατοίκων του Βυζαντίου ούτε ένα απλό εμπορικό πλοίο δεν μπορούσε να μπει στη Μαύρη Θάλασσα ή να βγει από αυτήν, κι ότι με τον τρόπο αυτόν οι κάτοικοι του Βυζαντίου είχαν κάτω από τον έλεγχό τους όλα τα προϊόντα του Πόντου (Polybius, Historia, IV, 38,44). Σύμφωνα με τον σημαντικό Ρωμαίο ιστορικό Σουητώνιο, όταν στη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία η δημοκρατία άρχισε να αμφισβητείται, αρκετοί υπήρξαν εκείνοι οι αυτοκράτορες που σκέφτηκαν πως ίσως ήταν χρήσιμη για την αυτοκρατορία και για τη δική τους διακυβέρνηση μια μεταφορά της δημοκρατικής πρωτεύουσας της Ρώμης σε μια πόλη της Ανατολής. Για παράδειγμα, ο Ιούλιος Καίσαρ ήθελε να μεταφέρει τη Ρώμη στην Αλεξάνδρεια ή το Ίλιον, δηλαδή στην αρχαία Τροία. Επίσης, λόγω των πολέμων που ήταν αναγκαίοι για τη διατήρηση των ρωμαϊκών κατακτήσεων, δεν ήταν λίγοι εκείνοι οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες που άφηναν τη Ρώμη για πολύ μεγάλο χρονικό διάστηκα. Στο δεύτερο ήμισυ του 2ου μ.Χ. αιώνα, η πόλη του Βυζαντίου θα κινδυνέψει εξαιτίας μιας πολεμικής διαμάχης μεταξύ του Σεπτιμίου Σεβήρου και του εχθρού του, Πεσκέννιου Νίγηρα της Συρίας. Καθώς ο Νίγηρας είχε οχυρωθεί στο Βυζάντιο, ο Σεβήρος πολιόρκησε την πόλη και αφού την κυρίευσε, προέβη σε μια ευρείας και αναίτιας κλίμακας λεηλασία καταστρέφοντάς την ολοκληρωτικά, σφάζοντας σχεδόν όλους τους άνδρες της πόλεως και καταργώντας την ελευθερία και την αυτονομία της. Εγκληματική επίσης υπήρξε η πράξη του γκρεμίσματος των τειχών του Βυζαντίου, που το κατέστησαν εύκολη βορά στις εισβολές των βαρβάρων που ήλθαν μερικά χρόνια αργότερα… Ωστόσο, η ιδέα να μεταφερθεί η πρωτεύουσα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε μια πόλη της Ανατολής γινόταν ολοένα και περισσότερο ελκυστική στους αυτοκράτορες. Ήδη έχουμε το παράδειγμα του Διοκλητιανού, που προτιμούσε να ζει στη Μ. Ασία, στη Νικομήδεια, την οποία και κόσμησε με πολλά νέα και ωραία κτήρια.

Από τον Βύζαντα στον Κωνσταντίνο
Ο Φλάβιος Βαλέριος Κωνσταντίνος έμεινε γνωστός στην ιστορία ως Μέγας για τρεις κοσμοϊστορικές αποφάσεις του: Η πρώτη σχετίζεται με το διάταγμα των Μεδιολάνων το 313 µ.Χ., όπου για πρώτη φορά θεσπίζεται η ιδέα της ανεξιθρησκίας, πράγμα που σε εκείνη τη χρονική περίοδο, καλώς ή κακώς, εξυπηρετούσε αφάνταστα την επικράτηση και διάδοση της χριστιανικής θρησκείας. Η δεύτερη σχετίζεται με την κοσμοϊστορική απόφαση της μεταφοράς της αυτοκρατορικής πρωτεύουσας Ρώμης στην Κωνσταντινούπολη. Οι εργασίες για την κατασκευή της νέας πρωτεύουσας στη θέση του αρχαίου Βυζαντίου, αποικίας των Μεγαρέων, αρχίζει το 325 µ.Χ., για να ολοκληρωθεί πέντε χρόνια αργότερα, όταν το 330 εγκαινιάζεται η Κωνσταντινούπολη. Για τη διακόσμηση της νέας πρωτεύουσας χρησιμοποιήθηκαν μνημεία της Αθήνας, της Ρώμης, της Αλεξάνδρειας, της Εφέσου, της Αντιόχειας. Η ιστορία επαναλαμβάνεται με απελπιστική ακρίβεια. Η νέα πόλη θα έκλεβε από τη δόξα των προγενέστερων τη λαμπρότητά τους. Η βαρβαρότητα, όσο κι αν αυτό αποτελεί έναν απεχθή συμβιβασμό της ιστορίας, αναδεικνύεται σ’ έναν σημαντικό μοχλό της εξέλιξης.

Μια νέα πρωτεύουσα γεννιέται
Το Βυζάντιο ήταν την εποχή εκείνη ένα απλό χωριό. Το 324 μ.Χ. ο Κωνσταντίνος αποφάσισε να κάνει μια νέα πρωτεύουσα και το 325 είχε αρχίσει η κατασκευή των βασικών κτηρίων. Η επικράτηση της χριστιανικής θρησκείας είχε ως αποτέλεσμα να θρυληθεί αναλόγως η θεμελίωση της νέας πρωτεύουσας. Έτσι οι θρύλοι αναφέρουν ότι καθώς ο αυτοκράτορας με ένα ακόντιο στο χέρι χάραζε τα σύνορα της πόλης, οι αυλικοί του, κάτω από τη δυνατή εντύπωση που τους προκαλούσε η έκταση της μελλοντικής πολιτείας, τον ρώτησαν: «Κύριέ μας, πόσο θα προχωρήσεις ακόμα;». Και εκείνος απάντησε: «Θα προχωρήσω μέχρις ότου σταματήσει αυτός που προχωρά μπροστά μου», πράγμα που σήμαινε ότι τον αυτοκράτορα οδηγούσε μια θεία δύναμη.


Για την κατασκευή των νέων λαμπρών κτισμάτων χρησιμοποιήθηκαν 40.000 Γότθοι στρατιώτες, οι λεγόμενοι «foederati». Στο πλαίσιο της προσπάθειας να προσελκυστούν εκεί νέοι κάτοικοι, δόθηκαν ισχυρά κίνητρα και ιδιαίτερες εμπορικές και οικονομικές ευκολίες. Οι εργασίες εξελίσσονταν μέσα σε φρενήρεις ρυθμούς ώστε την άνοιξη του 330, και συγκεκριμένα στις 11 Μαΐου, ο Κωνσταντίνος ήταν σε θέση να εγκαινιάσει επίσημα τη νέα πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας του. Την έκταση της πόλης των εγκαινίων δεν είμαστε σε θέση να την υπολογίσουμε. Σίγουρα η Κωνσταντινούπολη, όπως ονομάστηκε, ήταν μεγαλύτερη σε έκταση από αυτή που κατείχε το προγενέστερο Βυζάντιο. Ελάχιστες είναι και οι πληροφορίες που διαθέτουμε για τον πληθυσμό της νέας πρωτεύουσας. Σύμφωνα με κάποιους υπολογισμούς, ο πληθυσμός της πόλης ξεπερνούσε τους 200.000 ανθρώπους. Σχετικά με την άμυνα της πόλης, ο Κωνσταντίνος είχε κτίσει ένα τείχος που άρχιζε από τον Κεράτιο κόλπο και τελείωνε στην Προποντίδα. Η νέα πρωτεύουσα υιοθέτησε το σύστημα της Ρώμης και διαιρέθηκε σε 14 περιοχές, από τις οποίες οι δύο ήταν έξω από τα τείχη της πόλης. Από τα μνημεία της εποχής του Κωνσταντίνου, σχεδόν κανένα δεν έχει σωθεί σήμερα.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.