19/11/2017 23:11:45

Ελένη Καστάνη: Στα πενήντα είσαι ανθεκτικός στη μοναξιά

Ελένη Καστάνη: Στα πενήντα είσαι ανθεκτικός στη μοναξιά - Media

Η Λίτσα Τσίχλη, μια πρώην κομμωτριούλα της Ελευσίνας, μας καλεί κάθε Δευτέρα και Τρίτη στο μικροαστικό σαλονάκι της στην οδό Φρυνίχου, στην Πλάκα, για να μας αφηγηθεί τη μικρή και ταπεινή της ιστορία. Πόσο απέραντη μεγαλοσύνη περιέχει, άραγε, η ιστορία αυτής της ανύπαντρης και ώριμης πια γυναίκας; Όση και το σπουδαίο ταλέντο της Ελένης Καστάνη, που την υποδύεται σε έναν εξαιρετικό μονόλογο. Τη γνωστή ηθοποιό τη γνωρίσαμε μέσα από πετυχημένες τηλεοπτικές κωμικές σειρές, την επανεκτιμήσαμε στον κινηματογράφο και μας έπεισε σε όποιο ρόλο κι αν ανέλαβε να παίξει στο θέατρο. Γιατί αυτή η χαρισματική πρωταγωνίστρια περνάει αλώβητη από όποιο είδος κι αν υπηρετεί. Από την πιο ευτελή κωμωδία μέχρι το «Σουέλ» της Ιωάννας Καρυστιάνη, που ερμηνεύει σήμερα

Ζούσες ανέκαθεν στα Εξάρχεια;
Από την πρώτη Λυκείου που άφησα πίσω τη Σητεία και την Κρήτη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Τα Εξάρχεια με καθόρισαν σημαντικά και μόνο θετικά. Τα λατρεύω. Έχουν μορφή γειτονιάς, απομόνωσης, διαβάζεις και κανένα σύνθημα στους τοίχους και ξεμπλοκάρει το μυαλό σου. Θεωρώ ότι εφόσον εξακολουθούμε να ζούμε τόσοι άνθρωποι στα Εξάρχεια, αυτό είναι νίκη της περιοχής. Είναι νίκη το να μη φύγουμε ποτέ από εδώ. Όταν ο γιος μου ήταν ακόμα μικρός, τον έπαιρνα με το καροτσάκι και τον πήγαινα βόλτα στον λόφο του Στρέφη. Έλεγα, αν όλοι οι γονείς κάνουν το ίδιο, θα πάψει ο λόφος να έχει ναρκωτικά. Αν έκαναν όλοι το ίδιο, θα είχαν φύγει οι ναρκομανείς.

Σε ευαισθητοποίησε πολιτικά η ζωή εδώ;
Ήμουν ευαισθητοποιημένη έτσι κι αλλιώς. Αλλά για άλλους λόγους. Ένα πράγμα που με προβλημάτισε πολύ ήδη από τα 12 χρόνια μου ήταν η αυτοκτονία του πατέρα μου. Αυτό μου άλλαξε τη θεώρηση του κόσμου από τότε. Άρχισα να τον βλέπω διαφορετικά, γιατί έπρεπε με το παιδικό μου μυαλό να εξηγήσω πώς συνέβη αυτό.

Η μητέρα σου πώς το αντιμετώπισε;
Η μητέρα μου ήταν μια δυναμική γυναίκα, είχε δύο κόρες, εμένα και τη μεγαλύτερη αδελφή μου, και έπρεπε να επιβιώσει. Ήταν εξαιρετική μοδίστρα στη Σητεία, με καλή πελατεία. Παρ’ όλα αυτά, όταν χρειάστηκε, πήρε την απόφαση και έκανε νέο ξεκίνημα στην Αθήνα. Έπρεπε η αδελφή μου να έρθει εδώ για σπουδές και μετακομίσαμε όλοι εδώ. Κι εκείνη βρέθηκε ξαφνικά να δουλεύει εργάτρια σε βιοτεχνία. Άλλαξε η ζωή της ριζικά. Αλλά το έκανε για το καλό των παιδιών της.

Πώς αντέδρασε στην απόφασή σου να γίνεις ηθοποιός;
Μου ζήτησε να πάω πρώτα στο πανεπιστήμιο. Έτσι βρέθηκα στη Βιομηχανική Σχολή της Θεσσαλονίκης. Έμεινα 3-4 χρόνια, μέχρι το πτυχίο, το οποίο τελικά δεν πήρα. Τη λάτρεψα τη Θεσσαλονίκη. Θα μπορούσα και να ζήσω εκεί.

Μεγάλωσες σε νησί, δίπλα στη θάλασσα, πώς να μη λατρεύεις τη Θεσσαλονίκη; Και η ηρωίδα που υποδύεσαι τώρα στο «Σουέλ» ζει στην Ελευσίνα και τα έχει με έναν καπετάνιο.
Θα σου εξομολογηθώ κάτι. Τα βράδια, όταν έχω στεναχώριες, κλείνω τα μάτια και ονειρεύομαι ότι είμαι σε μια παραλία και βλέπω τα κύματα. Αυτό για μένα είναι η απόλυτη ηρεμία. Έτσι θέλω τα γεράματά μου, ξαπλωμένη να κοιτάω τη θάλασσα. Αυτό το βιβλίο είναι σημαδιακό για μένα.

Πώς έγινε και το επέλεξες;
Μου το πρότεινε ο σκηνοθέτης Χρήστος Παληγιαννόπουλος. Ολόκληρο το βιβλίο ασχολείται με τη ζωή του καπετάνιου Μήτσου Αυγουστή. Παράλληλα, ανά διαστήματα, παρεμβάλλεται αυτή η γυναίκα, η Λίτσα Τσίχλη, και διηγείται τη δική της πλευρά. Είναι μια λαϊκή κομμώτρια που υπήρξε ο μεγάλος του έρωτας. Όταν ρώτησα τον Παληγιαννόπουλο γιατί σκέφτηκε εμένα, η απάντησή του ήταν πως «μπορεί να έχεις τα κιλά σου, αλλά είσαι σέξι!». Μόνο από αυτόν και από τον Σταμάτη Φασουλή το έχω ακούσει αυτό. Όλοι οι άλλοι βλέπουν τη βαθιά καρατερίστικη πλευρά μου! (γέλια)

Πάντως η Λίτσα είναι όντως σέξι.
Είναι μια γυναίκα που έχει χαρεί τον έρωτα. Μια δυναμική, λαϊκή γυναίκα έξω καρδιά. Σ’ αυτό το βιβλίο η Καρυστιάνη είναι σαν να με έχει πετύχει σε όλα. Εκτός από τα φυτά, που παίζουν μεγάλο ρόλο στη ζωή της Λίτσας. Γιατί εγώ δεν ξέρω τι να κάνω με τα φυτά! Σε όλα τα άλλα, όσον αφορά την ψυχοσύνθεσή μου, με έχει πετύχει απόλυτα. Άσε που Μήτσο έλεγαν και τον πατέρα μου…

Πώς είναι να ζει μια γυναίκα στη σκιά μιας άλλης συμπληρώνοντας τη ζωή ενός άντρα, όπως η ηρωίδα;
Αυτό δεν το έζησα ποτέ. Εκτός από μία φορά, που δεν το ήξερα και μόλις το έμαθα, εξαφανίστηκα τρέχοντας. Φαντάζομαι είναι ένα βασανιστήριο. Αλλά η Λίτσα ήταν ερωτευμένη με τον καπετάνιο και ως σχέση προϋπήρξε του γάμου του. Μάλωσαν γιατί εκείνη ήθελε να φοράει μίνι. Λέει για τον εαυτό της: «Είχα έμφυτο ταλέντο στη χαρά και έμφυτη αταλαντοσύνη στο γούστο». Επίσης ότι «οι γυναίκες που έχουν χαρά κάνουν μόνο για παράνομους δεσμούς, νόμιμες γίνονται μόνο οι μουρτζούφλες που δεν σηκώνουνε κουβέντα». Έτσι εκείνος αποφάσισε να παντρευτεί μια πιο ντάμα.

Δεν είναι αβάσταχτη η μοναξιά για μια γυναίκα που μεγαλώνει μόνη;
Εγώ λατρεύω τη μοναξιά. Ακόμα κι όταν ήμουν παντρεμένη, όταν με νευρίαζε ο άντρας μου, έλεγα «μα, πότε θα φύγει να μείνω μόνη;».

Δηλαδή, όταν χώρισες, δεν φοβήθηκες τη μοναξιά;
Καθόλου. Αγαπάω να μένω μόνη. Εξάλλου ξέρω ότι στα γεράματά μου δεν θα είμαι μόνη.

Η Λίτσα Τσίχλη, πάντως, ζει με τις αναμνήσεις της, προσκολλημένη στον καπετάνιο, παρόλο που έχει να τον δει δώδεκα χρόνια.
Όντως. Είναι πολύ μεγάλη αυτοθυσία να τον περιμένει όλα αυτά τα χρόνια, χωρίς να βρεθεί άλλος άντρας να την κατακτήσει. Αλλά τη δικαιολογώ. Αλλιώς επιζητάς τον έρωτα όταν είσαι 20, αλλιώς στα 30, αλλιώς στα 40 κι αλλιώς στα 50. Όταν είσαι 50 είσαι πιο ανθεκτική στη μοναξιά. Μπορείς να αντέξεις. Στα 25 είναι αδύνατον να αντέξεις περισσότερο από έξι μήνες. Όταν φτάσεις τα 50 και τα 55, μπορείς να περιμένεις. Ιδίως αν έχεις περάσει καλά στον έρωτα, αν έχεις χορτάσει τη ζωή σου. Και η Λίτσα είναι χορτασμένη. Μάλιστα, δεν τη νοιάζει που ο Μήτσος της είναι παντρεμένος. Πάει και την παρακολουθεί από μακριά, «όχι για σουσουρομάδημα, τα σιχαίνομαι αυτά, μόνο για να τη δω» λέει. Και θαυμάζει το αριστοκρατικό της βάδισμα.

Μα, έχει τη σεξουαλική υπεροχή! Ο μικρόκοσμος ενός συνοικιακού κομμωτηρίου δεν σου θυμίζει ενδόμυχα το ραφτάδικο της μητέρας σου στη Σητεία;
Πιθανώς, γιατί έχει την ίδια ψυχολογία. Και στα κομμωτήρια και στις μοδίστρες συναντιόντουσαν γυναίκες για να συζητήσουν.

Όλη αυτή η αφοσίωση, η – σχεδόν – υποταγή της Λίτσας στον καπετάνιο, δείχνει το μεγαλείο της, και κυρίως την ειλικρινή της αγάπη.
Και τη δύναμή της. Να ζει μες στη μοναξιά και να αφιερωθεί τόσο. Στο τέλος βέβαια δικαιώνεται, κι αυτό είναι η λύτρωση.

Θα πρόλαβες ως παιδί την εποχή που οι νέοι άντρες μπαρκάρανε στα καράβια. Τώρα πάλι είναι σαν να επιστρέφουμε στα ίδια, λεηλατημένοι και φτωχοί…
Ξέρεις πόσοι έφευγαν τότε από την Κρήτη στα καράβια; Όταν έφερε η Ευανθία Ρεμπούτσικα τη μουσική για την παράσταση, μου ήρθαν όλα αυτά στο μυαλό και άρχισα να κλαίω για ένα τέταρτο μόνη μου. Μου θύμισε όλη εκείνη τη δεκαετία του ’70, τη φτώχεια, τις μυρωδιές του νησιού μου, τις Κυριακές που μας πήγαινε με τα καλά μας ο μπαμπάς βόλτα. Λίγο τα ξεχάσαμε όλα αυτά και περάσαμε σε μια υπερβολή καταναλωτισμού δυτικού τύπου που δεν μας πήγαινε. Τώρα σαν να ξαναγυρνάμε στη ρίζα μας, που είναι και η αξία μας. Έχουμε μια τόσο όμορφη χώρα, που είναι ο πλούτος που μας καθορίζει. Δεν μπορείς να γεννηθείς και να μεγαλώσεις σ’ αυτό το ευλογημένο μέρος και να μη σε καθορίσει. Εμείς δεν μπορούμε να ανήκουμε στον δυτικό πολιτισμό, κλεισμένοι μέσα σε ένα σπίτι που δεν βλέπει ποτέ ήλιο.

Ανήκεις κι εσύ στους ηθοποιούς που έγιναν πολύ γνωστοί χάρη στην ιδιωτική τηλεόραση και τον λαμπερό κόσμο των εντύπων.
Βεβαίως, και εισέπραξα και χρήμα και δόξα. Αλλά δεν ανήκα πραγματικά σε όλο αυτό. Οι επιλογές της ζωής μου το αποδεικνύουν. Στη δουλειά μου οτιδήποτε έχει να κάνει με δημόσιες σχέσεις δεν μου αρέσει. Μόνο η ουσία της με ενδιαφέρει, το «ψυχιατρικό» της κομμάτι. Θέλω να παίζω τη Λίτσα Τσίχλη, γιατρεύομαι παίζοντάς την! Κάθε βράδυ γελάω, συγκινούμαι. Έτσι γλιτώνω τον ψυχίατρο…

Η κωμωδία είναι που το κάνει αυτό;
Η κωμωδία είναι το πιο «αρπαχτικό» είδος. Το κοινό έρχεται για να γελάσει και είναι σαν να παίρνει από σένα δύναμη. Κι εσύ πρέπει να κάνεις οικονομία. Γι’ αυτό όλοι οι κωμικοί είμαστε στη ζωή μας πιο κρατημένοι άνθρωποι. Όταν έπαιζα «Τα κορίτσια με τα μαύρα», τα Σαββατοκύριακα ειδικά που είχαμε και απογευματινές παραστάσεις, δεν κυκλοφορούσα καθόλου. Χρειαζόταν δύναμη για να ξεσηκώνω κάθε φορά 500 ανθρώπους. Είναι άλλο να παίζεις μπροστά σε 10 και άλλο μπροστά σε 500 θεατές.

Πώς είναι να μεταπηδάς από τις ελαφριές κωμωδίες στο κλασικό ρεπερτόριο του Εθνικού ή τώρα στο «Σουέλ»;
Είναι υπέροχο! Αισθάνομαι ότι είναι η απόλυτη ολοκλήρωση στη ζωή μου. Προσωπικά, ό,τι κείμενο κι αν μου δώσεις, το παίζω με ευλάβεια. Αυτό με έχει καθορίσει ως κωμική ηθοποιό. Δεν μπορώ να απορρίψω κανέναν ρόλο μου, μου έχουν δώσει όλοι μεγάλες επιτυχίες.

Παρ’ όλα αυτά, μια δραματική ταινία όπως ο «Δεκαπενταύγουστος» του Γιάνναρη ήταν που σε καταξίωσε.
Πνίγομαι παίζοντας τα ίδια και τα ίδια. Αισθάνομαι σαν να με έχουν κλειδώσει σε ένα σπίτι με κλειστά παράθυρα και παντζούρια. Θέλω να ανοίγω τα παράθυρα να μπαίνει αέρας. Όποτε μου δίνεται η ευκαιρία να παίξω κάτι άλλο, το ακολουθώ τρέχοντας. Μία από αυτές ήταν και ο «Δεκαπενταύγουστος».

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.