search
ΠΕΜΠΤΗ 17.09.2026 11:09
MENU CLOSE

… σφαγή ανωφελής και ανηλεής

04.10.2010 00:21
oldphotos128584926858.jpg

Προσθέστε το topontiki.gr ως προτιμώμενη πηγή στη Google

Add topontiki.gr on Google

Η ιστορία της Τριπολιτσάς κρατά από τον 14ο αιώνα καθώς οικοδομήθηκε πά­νω στα ερείπια των οικισμών της Μαντινείας της Τεγέας και του Παλλαντίου.

Η ιστορία της Τριπολιτσάς κρατά από τον 14ο αιώνα καθώς οικοδομήθηκε πά­νω στα ερείπια των οικισμών της Μαντινείας της Τεγέας και του Παλλαντίου. Η πόλη εξελίχθηκε σε σημαντικό κέντρο και μάλιστα κατά την εποχή των Ορλοφικών το 1770 έγινε εκ μέρους των Ελλήνων μια προσπάθεια να καταληφθεί. Αυτή η απόπειρα πολιορκίας απέ­τυχε και είχε ως θλιβερή συνέπεια τη σφαγή του ελληνικού πληθυ­σμού. Το 1786 υπήρξε έδρα του βι-λαετιού του Μοριά με διοικητή τον πασά του Μορέως. Η πόλη, από τα προεπαναστατικά ακόμα χρόνια αναδείχτηκε ως το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικο­νομικό κέντρο της Πελοποννήσου. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης, η Τριπολιτσά απέκτησε ιδιαίτερη στρατηγική σημασία – όλες οι οδικές αρτηρίες που οδηγούσαν στην Πελοπόννησο ήταν υπό τον έλεγχό της. Την επίμαχη περίοδο της επανάστασης, πασάς στην περιοχή ήταν ο Χουρσίτ Μεχμέτ Πασάς. Τότε την πρωτεύουσα της Πελοποννήσου κατοικούσαν οι διαπρεπέστεροι Τούρκοι αξιωμα­τούχοι. Η πόλη είχε μεγάλη οικο­νομική και πολιτική ισχύ. Τη χρονιά της άλωσης της Τριπολιτσάς, στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, σύμφωνα με ορισμένες πηγές, κατοικούσαν εκεί 13.000 Έλληνες, 7.000 Τούρ­κοι και 400 Εβραίοι.

Μέρες του 21

Πριν από την έναρξη της επανά­στασης, οι Τούρκοι υποψιάζονταν ότι η Τριπολιτσά δεν θα απέφευγε μια στρατιωτική επιχείρηση από μέρους των Ελλήνων. Θεώρησαν λοιπόν καλό να λάβουν κάποια προληπτικά μέτρα, τα οποία προ­έβλεπαν διωγμούς και συλλήψεις των Ελλήνων στις γύρω περιοχές. Από τα μέτρα αυτά δεν γλίτωσαν και αρκετοί αρχιερείς αλλά και πρό­κριτοι, τους οποίους οι τούρκικες αρχές θεώρησαν καλό να κρατή­σουν ως ομήρους πιστεύοντας πως έτσι θα είχαν τη δυνατότητα να διαπραγματευτούν σε μιαν εν­δεχόμενη επίθεση κατά της πόλης. Οι περισσότεροι από αυτούς κρα­τήθηκαν στις φυλακές και αρκετοί δεν γλίτωσαν τα βασανιστήρια και την εκτέλεση.

Τη χρονιά που ξέσπασε η ελλη­νική επανάσταση, η Τριπολιτσά δι­έθετε οχυρωματικό τείχος καθώς και τηλεβόλα και κανόνια. Σύμ­φωνα με τον Maxime Raybaud, η πόλη «προστατευόταν από τείχος πλάτους δύο μέτρων στη βάση και 70 εκ. στην άκρη του και ύψους περίπου 4 μέτρων, με πύργους, μερικοί εκ των οποίων ήταν εξοπλι­σμένοι με κανόνια και ημισελήνους τοποθετημένες ανά τακτά διαστή­ματα κατά μήκος των 3,5 χλμ. του». Στο τείχος, που δεν ήταν κυκλικό, υπήρχαν έξι πύλες, όπως επίσης κι ένα μικρό τετράγωνο φρούριο στο εσωτερικό του, σε ένα νοτιοδυτικό ύψωμα. Αδύνατο σημείο της οχύ­ρωσης ήταν το γεγονός ότι το τεί­χος δεν ήταν συνεκτικά χτισμένο και δεν θα άντεχε σε μια σφοδρή επίθεση· επίσης το γεγονός ότι το κάστρο βρισκόταν στην πεδιάδα, πράγμα που το καθιστούσε ευάλω­το και, τέλος, ότι σε περίπτωση πο­λιορκίας δεν υπήρχε η δυνατότητα βοήθειας από θαλάσσης. Σύμφωνα πάλι με τον Maxime Raybaud, «ο πληθυσμός της πόλης είχε διπλα­σιαστεί από την αρχή του πολέμου και είχε φτάσει, σύμφωνα με διά­φορες πηγές, από 25.000 έως και 34.000 κατοίκους».

Όταν άρχισαν οι πρώτες αψιμα­χίες της επανάστασης και οι πρώτοι σκοτωμοί, οι Τούρκοι της Πελο­ποννήσου τρομοκρατήθηκαν και κατέφευγαν σε πόλεις που διέθεταν ισχυρά κάστρα. Στην Τριπολιτσά, σύμφωνα με τον D. Brewer, «πριν από την έναρξη της πολιορκίας, όλοι οι Έλληνες είχαν διαφύγει, εκτός από 38 ομήρους, μεταξύ των οποί­ων ήταν και πέντε επίσκοποι που είχαν κληθεί νωρίτερα από τις οθω­μανικές αρχές με κάποια διοικητική αφορμή». Βασικός εισηγητής της πολιορκίας υπήρξε ο Θεόδωρος Κο­λοκοτρώνης, ο οποίος είχε καθώς φαίνεται κατανοήσει τη στρατηγική σημασία της πόλης και τον ουσια­στικό ρόλο που έπαιζε η κατάληψή της για την απελευθέρωση ολόκλη­ρης της Πελοποννήσου. Σε αντίθε­ση με αυτόν, πολλοί οπλαρχηγοί υποστήριζαν ότι θα ήταν καλύτερα να κινηθούν εναντίον των μικρών μεσσηνιακών κάστρων.

Η πολιορκία

Μέσα από τα τείχη της πόλης πρέπει να βρίσκονταν πάνω από 30.000 άμαχοι Τούρκοι, Αρβανίτες και Εβραίοι, ενώ σε αρκετές χιλιά­δες ανέρχονταν οι ένοπλοι υπερα­σπιστές της. Έξω από τα τείχη την πολιορκία είχαν αναλάβει ο Θεό­δωρος Κολοκοτρώνης, ο Πέτρος Μαυρομιχάλης, ο Γιατράκος κι ο Αναγνωσταράς. Νωρίτερα, ο Δημή­τριος Υψηλάντης είχε αποτραβηχτεί στην Κόρινθο σε ένδειξη διαμαρτυ­ρίας εξαιτίας των λεηλασιών και της λαφυραγωγίας στην οποία είχαν υποπέσει τα στρατεύματα, ισχυρι­ζόμενος ότι παρόμοια συμπεριφο­ρά δεν είναι συμβατή με τις αρχές ενός τακτικού στρατού.

Έπειτα από μια σειρά νικηφόρων μαχών των ελληνικών δυνάμεων εναντίον του τούρκικου στρατού, στο Λεβίδι, στο Βαλτέτσι, στη Γράνα και στα Δολιανά, οι ελπίδες των πο­λιορκημένων λιγόστεψαν και μάλι­στα ορισμένοι από αυτούς άρχισαν να έρχονται σε ιδιωτικές διαπραγ­ματεύσεις με τους πολιορκητές, προκειμένου να εξασφαλίσουν τη διαφυγή τους από την πόλη. Έναντι σημαντικών χρηματικών ανταλλαγ­μάτων, οι πιο πλούσιες οικογένειες, ερχόμενες σε επαφή με κάποιους εκ των Ελλήνων οπλαρχηγών, διασφά­λισαν την έξοδό τους από την πόλη. Ο Raybaud αναφέρει χαρακτηριστι­κά ότι οι Μαυρομιχαλαίοι, η Μπουμπουλίνα, ο Κολοκοτρώνης και οι υπόλοιποι οπλαρχηγοί κατάφεραν να κάνουν περιουσίες μέσα σε λίγες μέρες με αυτές τις «κατάπτυστες δοσοληψίες». Εξαίρεση σε αυτό το άθλιο – είναι η αλήθεια – παζάρεμα, υπήρξε ο Νικηταράς, καθώς αναφέ­ρει και ο Maxime Raybaud.

Επίσης, οι Brunet de Presle και Alexandre Blanchet αναφέρουν ότι οι Αλβανοί της πόλης, ύστερα από ξεχωριστή συμφωνία και υπό την προστασία του Κολοκοτρώνη, και παρά την έντονη αντίθεση του Ανδρέα Λόντου (επειδή οι Αλβανοί αυτοί είχαν λεηλατήσει τη Βοστίτσα), διέφυγαν στην Ήπειρο. Και ενώ κρατούσε η πολιορκία, οι Έλ­ληνες προσπαθούσαν να έρθουν σε μια συμφωνία η οποία θα όριζε τον τρόπο που θα μοιράζονταν τα λά­φυρα αυτής της πλούσιας πόλης.

Συμφωνήθηκε τελικά ότι δίκαιο ήταν οι στρατιώτες, που από την αρ­χή της πολιορκίας δεν είχαν πληρω­θεί, να λάβουν τα τρία τέταρτα της λείας και το υπόλοιπο ένα τέταρτο να καταλήξει στο Εθνικό Θησαυ­ροφυλάκιο. Μάλιστα ο D. Brewer αναφέρει ότι θεσπίστηκαν ειδικές αμοιβές για κάθε αιχμάλωτο Τούρ­κο, ενώ μέχρι τότε πληρώνονταν μόνο για τα κομμένα κεφάλια που έφερναν στο στρατόπεδο (τρεις πιάστρες). Ο Maxime Raybaud, ωστόσο, ισχυρίζεται ότι τα κομμέ­να κεφάλια παρέμεναν στο στρατόπεδο, όπου προκαλούσαν μεγάλη δυσοσμία και δεν είχαν παραδοθεί για χρήματα.

Η άλωση

Στη διάρκεια της πολιορκίας, το στράτευμα παρακολουθούσε με νευρικότητα τις συναλλαγές των οπλαρχηγών με τους πολιορκημέ­νους. «Οι στρατιώτες, δυσαρεστημέ­νοι που έβλεπαν τελευταία στιγμή τη λεία, στην οποία είχαν υπολογίσει, να εξανεμίζεται πριν από την ώρα της, εκδήλωναν τη δυσαρέσκειά τους» (Maxime Raybaud). Για ακόμα μια φορά επιβεβαιωνόταν στην Ιστορία ότι η δύναμη του χρήματος ξεπερνά κάθε άλλη, μια και οι πλούσιοι, αυτοί που είχαν μετρητά, θα σώζονταν από τη σφαγή που ακολούθησε.

Τελικά, στις 23 Σεπτεμβρίου του 1821, ο οπλαρχηγός Δούνιας από την Κυνουρία αναρριχάται πάνω στο τείχος και καταφέρνει να ανοίξει τη μια από τις έξι πόρτες της πόλης, την πύλη του Αναπλιού. Τότε όλα τελείω­σαν και οι δυνάμεις των επαναστατη­μένων Ελλήνων χίμηξαν ασυγκράτη­τες στο εσωτερικό υπό την αρχηγία του Θ. Κολοκοτρώνη. Η Τρίπολη είχε παραδοθεί.

…Και η σφαγή των αμάχων

Οι σφαγές που θα ακολουθού­σαν, πήραν διαστάσεις εθνοκάθαρσης, έτσι που η άλωση της Τριπολιτσάς να μείνει στην ιστορία ως ένα αμφιλεγόμενο γεγονός. Τρεις συνεχόμενες μέρες, ο ελλη­νικός στρατός έσφαζε αμάχους Τούρκους και Εβραίους, μεταξύ των οποίων γυναίκες και παιδιά, ακόμα και βρέφη. Κατά τον J. M. Wagstaff, τα θύματα αριθμούσαν «ανάμεσα σε 10.000 και 15.000». Κατά τη «Σύγχρονο Εγκυκλοπαί­δεια Ελευθερουδάκη», οι σφαγιασθέντες ανέρχονταν σε πε­ρίπου 12.000. Σύμφωνα με τον συνεκδότη της «Encyclopedia Americana» Thomas Gamaliel Bradford, τα θύματα ήταν 8.000, ενώ κατά τον Τόμας Κέρτις τα θύ­ματα ήταν 6.000. Στην κλασική «Ιστορία του Ελληνικού Έθνους», ο Έλληνας ιστορικός Κ. Παπαρρηγόπουλος αναφέρει σχετικά με τη σφαγή: «Συνέβη σφαγή ανωφε­λής και ανηλεής πολλών χιλιάδων οσμανιδών» … «ημπορεί ίσως να εξηγηθή εκ του προαιωνίου μετα­ξύ των δύο φυλών και θρησκειών πάθους, αλλά να δικαιολογηθή δεν επιτρέπεται».

Τέλος, ενδιαφέρουσα είναι η άποψη για το ακραίο αυτό ιστο­ρικό γεγονός του Κωστή Παπαγιώργη, όπως αυτή διατυπώνεται στο βιβλίο του «Κανέλος Δελη­γιάννης»: «Εντούτοις αυτό που θεωρήθηκε εθνική ντροπή ήταν στην πραγματικότητα μια εθνική ανάσταση – έστω και ανόσια. Μό­νο με την άλωση της Τριπολιτσάς, οι ραγιάδες μυήθηκαν στο βα­θύτερο νόημα του πολέμου που είχαν κηρύξει. Δεν υπήρχε πλέον κανένα περιθώριο συμβιβασμού ανάμεσα στους δύο λαούς. Ο πό­λεμος θα έφτανε μέχρις εσχάτων. Μέσα στην πρωτάκουστη αιμα­τοχυσία και στο λύθρο οι επανα­στάτες έπαιρναν ουσιαστικά το αληθινό πολεμικό βάπτισμα. Και βέβαια δεν χρειάζεται να δικαιο­λογούμε τις μαύρες σκηνές που εκτυλίχθησαν στους δρόμους και στα σπίτια της πρωτεύουσας με το μένος αιώνων κατά του τυράννου. Οι Μοραΐτες μετρού­σαν μόλις έναν αιώνα σκλαβιάς. Είχαν όμως ανάγκη μια κατάστα­ση απόλυτου ασυδοσίας για να ανακτήσουν τη φυλετική τους αυτοπεποίθηση. Και την ανέκτησαν με μια αθεμιτουργία που δεν βρήκε ποτέ τον υμνητή της. Το νεοσύστατο κράτος είχε ανάγκη την προβολή ηρωικών θυσιών, γι’ αυτό το Μεσολόγγι απέβη εθνικό σύμβολο ενώ η Τρίπολη αποσιωπήθηκε».

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΕΜΠΤΗ 17.09.2026 11:08