search
ΠΕΜΠΤΗ 18.06.2026 15:19
MENU CLOSE

Η Αθήνα μονολογεί

29.02.2012 15:33
Η Αθήνα μονολογεί  - Media

Της Ιωάννας Μπλάτσου

Η οικονομική κρίση επιβάλλει νέους κανόνες στο θεατρικό παιχνίδι και οι θεατρώνες «συνετίζονται» και ποντάρουν στη χαμηλού κόστους πρόταση ενός θεατρικού μονολόγου.

Της Ιωάννας Μπλάτσου

Η οικονομική κρίση επιβάλλει νέους κανόνες στο θεατρικό παιχνίδι και οι θεατρώνες «συνετίζονται» και ποντάρουν στη χαμηλού κόστους πρόταση ενός θεατρικού μονολόγου.

«Το χρήμα κάνει τη γη να γυρίζει» και την τέχνη να δημιουργεί σε μεγαλύτερη και πιο απελευθερωμένη κλίμακα. Ή μήπως όχι; Μήπως η οικονομική στενότητα προάγει νέους τρόπους θεατρικής ή, ευρύτερα, καλλιτεχνικής έκφρασης; Μήπως μας συστήνει νέα, ταλαντούχα πρόσωπα, των οποίων η δημιουργικότητα δεν ορίζεται από την οικονομική τους άνεση; Ο χρόνος θα δείξει. Το φετινό σοκ, πάντως, απέναντι στις μεγάλες περικοπές στα κρατικά κονδύλια, στις ιδιωτικές χορηγίες αλλά και στους μισθούς των θεατών, οι θεατρώνες το αντιμετωπίζουν με πιο συνετές και «μαζεμένες» καλλιτεχνικές προτάσεις. Έτσι, τα τελευταία τρία χρόνια, οι θεατρικοί μονόλογοι έχουν αισθητή ποσοστιαία παρουσία επί του συνόλου της θεατρικής μας παραγωγής, με τη φετινή χρονιά να αποτελούν πέρα από σαφή τάση και σοφή επιλογή για να αντιμετωπισθεί η οικονομική δυστοκία της εποχής.

Η «συνταγή» της επιτυχίας ενός μονολόγου κλασική: ένας ηθοποιός – πάντα πρωταγωνιστής με απήχηση στο κοινό –, ένα τουλάχιστον ενδιαφέρον κείμενο, σκηνικό λιτό έως ανύπαρκτο, ένας σκηνοθέτης επίσης πολύ γνωστός, και να η χαμηλού κόστους παραγωγή που, αν πάει καλά, όχι μόνο θα βγάλει τα έξοδά της, αλλά και κέρδος. Βέβαια, οι ίδιοι λόγοι που φαντάζουν αβανταδόρικοι οικονομικά και καλλιτεχνικά για να ανεβεί ένας μονόλογος, μπορούν παράλληλα να συνθέσουν και τα αίτια της αποτυχίας του. Τι εννοώ; Ότι το να ανεβάσεις μια παράσταση με έναν μόνο ηθοποιό μπορεί να είναι και μια παρακινδυνευμένη κίνηση, αν δεν συντελείται κάποιο από τα παραπάνω κριτήρια ή μάλλον όλα μαζί.

 

«Ο Ιβάν και τα σκυλιά»

Το έργο της Hattie Naylor, εμπνευσμένο από την αληθινή ιστορία του 4χρονου Ιβάν Μισούκοβ, είναι ένα αστικό παραμύθι του 20ού αιώνα, σκληρό, τρυφερό, βίαιο, ποιητικό, με τον Άρη Σερβετάλη υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες του Γιώργου Οικονόμου. Με φόντο τον μοσχοβίτικο χειμώνα του 1996, ο μικρός Ιβάν, τρομοκρατημένος και κακοποιημένος από τον βάναυσο πατριό του, το σκάει από το σπίτι και επιζεί ως εκ θαύματος μες στον αφιλόξενο αστικό εφιάλτη χάρη στην ένταξή του σε μια αγέλη από σκυλιά. Ο Άρης Σερβετάλης αποδίδει τον Ιβάν χωρίς ίχνος εύκολου παιδισμού, αλλά σωματοποιώντας υποδειγματικά κάθε σκέψη ή συναίσθημα αυτού του σύγχρονου Μόγλη του ρωσικού άστεως. Υπάρχουν βέβαια στιγμές που η σκηνοθεσία του Γιώργου Οικονόμου μπλοκάρει την ομαλή ροή της παράστασης, ενώ εντελώς άστοχο είναι το σκηνογραφικό «εύρημα» του λευκού, σιδερένιου κρεβατιού που απαιτεί διπλάσια προσπάθεια από τον ηθοποιό για να καταφέρει να το εντάξει στον δραματουργικό ιστό. Αντιθέτως, η αστική επικινδυνότητα υπογραμμίζεται εύστοχα μέσα από τις μουσικές συνθέσεις του Νίκου Πορτοκάλογλου.

«Η Ξανθιά, η μελαχρινή και η εκδικητική κοκκινομάλλα»

Εδώ, στο έργο του Robert Hewett στο θέατρο Κάππα, η Δάφνη Λαμπρόγιαννη ερμηνεύει εφτά συν ένα πρόσωπα σε ένα παιχνίδι αλυσιδωτών μεταμορφώσεων, σε σκηνοθεσία και μετάφραση Αντώνη Γαλέου. Η ταλαντούχα ηθοποιός γλιστράει κυριολεκτικά μέσα στον ρόλο της Ρόντα Ράσελ, της οποίας η ζωή μηδενίζεται και ξεκινάει από την αρχή όταν την εγκαταλείπει ο άντρας της ύστερα από δεκαεπτά χρόνια γάμου, και διαδοχικά στη συνέχεια και σε όλους τους ρόλους του περιβάλλοντος της Ρόντα: του άντρα της Γκράχαμ, της φίλης της Λινέτ, της δρος Αλέξις Ντουσέι, του 4χρονου Μάθιου γιου της Ντουσέι, μιας γριάς γειτόνισσας, της Ρωσίδας φίλης του άντρα της αλλά και της «νέας» Ρόντα, στο τέλος του έργου. Έχοντας μελετήσει και την παραμικρή λεπτομέρεια όλων αυτών των ρόλων, μέσα σε λίγα λεπτά, από τη μία μεταμόρφωση στην άλλη, τοποθετεί διαφορετικά τον τόνο της φωνής της ή το σώμα της, παίζοντας κάθε τελεία, κόμμα, ερωτηματικό ή θαυμαστικό του κειμένου.

«Ανδρική νοημοσύνη, οξύμωρο;»

Ο έτερος «πολυμορφικός» μονολογών ηθοποιός, ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης, ερμηνεύει επίσης επτά ρόλους στο έργο του Robert Dubac, το οποίο έχει ανεβεί στο Coronet σε σκηνοθεσία Αναστασίας Παπαστάθη. Προσπαθώντας να λύσει τον αρχέγονο γρίφο τού «τι θέλει επιτέλους μια γυναίκα από έναν άντρα», υποδύεται τον Μάνο, που τον άφησε στα κρύα του λουτρού η αρραβωνιαστικιά του, τη γιαγιά του Μάνου, έναν απόστρατο στρατηγό, έναν αιώνιο φοιτητή Φιλοσοφίας, έναν «εραστή της ταχύτητας», έναν υπέργηρο συνταξιούχο εργένη και έναν ταξιτζή. Έλα, όμως, που η ανδρική νοημοσύνη του δεν τον βοηθάει. Γι’ αυτό συχνά ανοίγει διάλογο και συμβουλεύεται τους θεατές. Ο Γεράσιμος Σκιαδαρέσης βρίσκεται σε μεγάλα ερμηνευτικά κέφια κρατώντας αμείωτο το ενδιαφέρον του κοινού επί δύο ολόκληρες ώρες – ναι, μόνος του –, σπάζοντας ουσιαστικά το σύνηθες φράγμα της μίας – μιάμισης ώρας που είθισται να διαρκεί ένας μονόλογος.

 

Για την «Ιοκάστη» του Γιάννη Κοντραφούρη, σε σκηνοθεσία του Θόδωρου Τερζόπουλου, με τη Σοφία Χιλλ, θα αναφερθούμε διεξοδικά σε επόμενο τεύχος.

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ

ΕΙΔΗΣΕΙΣ ΔΗΜΟΦΙΛΗ

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΠΕΜΠΤΗ 18.06.2026 15:18