Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
«Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα» του Κωνσταντίνου Ντέλλα
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ
Εμπνευσμένη από μυστικιστικές και αληθινές ιστορίες, αλλά και από τη θεσσαλική λαογραφία είναι η παράσταση «Οι γριές που μαζεύουν την τσουκνίδα».
Αρχικά, όπως έχει ο ίδιος έχει πει σε συνέντευξή του στην Αργυρώ Μποζώνη, η τσουκνίδα, που εμπεριέχεται στον τίτλο του έργου, αφορά ένα βότανο «γνωστό από την αρχαιότητα για τις θεραπευτικές του ιδιότητες, αλλά και για τη χρήση του στη μαγειρική. Ένα βότανο που σχετίζεται τόσο με τη θεραπεία – ακόμη και σήμερα – όσο και με τις παράδοξες προλήψεις και τελετουργίες που συσχετίζουν τα βότανα με τον έρωτα και τον θάνατο».
Ένα βότανο, τέλος, το οποίο χρησιμεύει και ως υλικό που χρησιμοποιείται στη λαϊκή μαγεία. Γιατί η παράδοση θεωρεί ότι «οι μάγισσες της περιοχής παρέλαβαν τις μυστικές δεξιότητές τους από τη Μήδεια, καθώς μια σακούλα της μυθικής ηρωίδας γεμάτη με μαγικά έπεσε πάνω από τη Θεσσαλία».
Η δραματουργία, κατ’ επέκταση, βασίστηκε σε τρεις γερόντισσες της υπαίθρου (του 19ου και του 20ού αιώνα) που μαζεύουν τσουκνίδες για την παρασκευή μιας παραδοσιακής χορτόπιτας, χρησιμοποιώντας τα στοιχειώδη υλικά που αποτελούν βασική τροφή του ανθρώπου, το λάδι, το νερό, το αλεύρι και το αλάτι.
Τρεις καλοί νέοι ηθοποιοί (Μανούσος Γεωργόπουλος, Πλάτωνας-Γιώργος Περλέρος, Γιάννης Σανιδάς), λοιπόν, υποδύονται τις υποτιμημένες γυναίκες της υπαίθρου οι οποίες αφηγούνται τις δοξασίες του τόπου τους και καταθέτουν συνταγές αλλά και επώδυνες εμπειρίες, καθώς ήταν αναγκασμένες σε μια άνυδρη ζωή, αναλαμβάνοντας ταυτόχρονα πολλαπλούς ρόλους: της συζύγου, της μητέρας, της εργάτριας.
Μαυροφορεμένες, με ξανθές κοτσίδες (κοστούμια και περούκες της Κωνσταντίνας Μαρδίκη), χαρακωμένα, ανέκφραστα πρόσωπα (μάσκες Μάρθα Φωκά) και καμπουριασμένα κορμιά (κινησιολογία Μαρίζα Τσίγκα), χρησιμοποιούν με άνεση το τοπικό ιδίωμα και, με τη συνοδεία της ροκ μουσικής του Αλέξανδρου Κτιστάκη, πείθουν για την «αυθεντικότητά» τους.
Ωστόσο, αν και το κείμενο του Κωνσταντίνου Ντέλλα διαπνέεται από ευαισθησία και ποιητική αίσθηση και αποκαλύπτει τον πυρήνα της πατριαρχικής κοινωνίας χωρίς διδακτικά κηρύγματα, σκοντάφτει σε κάποια σημεία. Για παράδειγμα, οι προσωπικές – οδυνηρές – ιστορίες των γυναικών συχνά είναι τετριμμένες.
Από την άλλη, η κακή ρύθμιση του ήχου εμποδίζει την κατανόηση του κειμένου.
Μια μελλοντική επεξεργασία του – είναι, εξάλλου, work in progress – θα αναδείξει περισσότερο το ενδιαφέρον περιεχόμενό του.
Διαβάστε επίσης:
Περί Λεξ: Γιατί ακούμε όλοι «αυτούς τους άθλιους στίχους ενός υποτιθέμενου καλλιτέχνη»;