Η Ευρώπη σε αυτοτροφοδοτούμενη τροχιά φόβου: Η ρητορική περί επερχόμενου πολέμου, το γερμανικό αμόκ, η κούρσα των εξοπλισμών
Τις τελευταίες εβδομάδες, η ευρωπαϊκή δημόσια συζήτηση κατακλύζεται από μια σειρά δηλώσεων που δεν θυμίζουν εποχές ειρήνης, αλλά ανακοινώσεις κρίσης: υπουργοί Άμυνας, πρωθυπουργοί και κορυφαίοι θεσμικοί παράγοντες μιλούν ανοιχτά για έναν πιθανό πόλεμο με τη Ρωσία τα επόμενα χρόνια – ίσως και στα αμέσως επόμενα χρόνια. Σκληρές φράσεις – όπως ότι «ίσως ζήσαμε το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι» – έχουν διατυπωθεί με τέτοια συχνότητα, που πλέον μοιάζουν περισσότερο με πολιτική γραμμή παρά με μεμονωμένες προειδοποιήσεις.
«Το τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι της Ευρώπης»
Ο Γερμανός υπουργός Άμυνας, Μπόρις Πιστόριους, ήταν εκείνος που διατύπωσε πιο ωμά το νέο αφήγημα. Προειδοποίησε ότι ο πόλεμος με τη Ρωσία μπορεί να ξεσπάσει μέσα στην επόμενη πενταετία, ενώ μίλησε για «τελευταίο ειρηνικό καλοκαίρι», αφήνοντας να εννοηθεί ότι η ήπειρος έχει μπει σε μια τελική ευθεία κινδύνου.
Στο ίδιο μοτίβο κινήθηκαν και άλλοι Ευρωπαίοι ηγέτες. Ο Εμανουέλ Μακρόν δήλωσε ότι η ρωσική επιθετικότητα είναι «χωρίς σύνορα», ενώ η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, έκανε λόγο για μια «γκρίζα ζώνη» επιθετικών ενεργειών κατά της Ευρώπης: κυβερνοεπιθέσεις, παραβιάσεις εναέριου χώρου, κατασκοπεία.
Από τη Δανία μέχρι τις Βαλτικές χώρες, κυβερνητικοί αξιωματούχοι μιλούν για «υβριδικό πόλεμο» που βρίσκεται ήδη σε εξέλιξη.
Η συνολική εικόνα που προβάλλεται στο κοινό είναι εκείνη ενός επικείμενου, σχεδόν προγραμματισμένου πολέμου. Η χρονική τοποθέτηση της απειλής – «τα επόμενα 3-5 χρόνια» – λειτουργεί ως βασικό εργαλείο πίεσης: δημιουργεί αίσθηση επείγοντος, απαιτεί άμεση δράση, δεν επιτρέπει δεύτερες σκέψεις.
Η έκρηξη των αμυντικών δαπανών
Παράλληλα με αυτή τη ρητορική, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με την πιο έντονη επενδυτική στροφή προς την άμυνα των τελευταίων τριών δεκαετιών. Σύμφωνα με διεθνείς μελέτες, οι ευρωπαϊκές στρατιωτικές δαπάνες αυξήθηκαν κατακόρυφα, φθάνοντας σε επίπεδα υψηλότερα ακόμη και από το τέλος του Ψυχρού Πολέμου. Το ΝΑΤΟ έχει πλέον θέσει στόχο συνολικής αμυντικής προσπάθειας που μπορεί να αγγίξει το 5% του ΑΕΠ μέχρι το 2035, ενώ τουλάχιστον 18 κράτη-μέλη έχουν ήδη ξεπεράσει το κλασικό όριο του 2%.
Η Γερμανία, η οποία για δεκαετίες επένδυε ελάχιστα στην άμυνα, δημιούργησε ήδη ένα ταμείο 100 δισ. ευρώ για επανεξοπλισμό, ενώ συζητά την επέκτασή του.
Η Ιταλία ανεβάζει τις δαπάνες της για να ευθυγραμμιστεί με τους νέους στόχους.
Σε πανευρωπαϊκό επίπεδο, think tanks και ευρωπαϊκοί θεσμοί προειδοποιούν ότι η «αυτονομία» της ηπείρου σε περίπτωση αποχώρησης των ΗΠΑ θα απαιτούσε επιπλέον εκατοντάδες δισεκατομμύρια.
Όμως όλα αυτά τα αριθμητικά δεδομένα οδηγούν σε ένα αμήχανο συμπέρασμα: η Ευρώπη προχωρά σε μια ριζική αλλαγή προτεραιοτήτων – από κοινωνικές δαπάνες προς αμυντικές – την ώρα που παρουσιάζει την αλλαγή αυτή ως «αναπόφευκτη».
Οι αντίθετες φωνές: «Πολεμική υστερία» ή προετοιμασία ανάγκης;
Δεν συμμερίζονται όλοι αυτή την αφήγηση. Στην κεντρική Ευρώπη – και ιδιαίτερα στη Γερμανία – πολιτικοί, αναλυτές και κοινωνικά κινήματα καταγγέλλουν μια «πολεμική υστερία» που χρησιμοποιείται για να περάσουν δαπάνες χωρίς κριτικό έλεγχο.
Η Γερμανίδα πολιτικός Σάρα Βάγκενκνεχτ υποστηρίζει ότι η ρωσική απειλή παρουσιάζεται διογκωμένη για να δικαιολογηθεί ο «πάνω από κάθε όριο» επανεξοπλισμός.
Κινήματα ειρήνης μιλούν για μια μορφή «απειλητικής προπαγάνδας» που καθιστά την κοινωνική διαφωνία σχεδόν ανήθικη. Την ίδια στιγμή, εκθέσεις και αναλύσεις από ευρωπαϊκά ινστιτούτα υπογραμμίζουν ότι η ποιότητα της αμυντικής δαπάνης στην Ε.Ε. είναι συχνά χαμηλή και κατακερματισμένη – με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος των κονδυλίων να μην μετατρέπεται σε πραγματική ασφάλεια.
Από την άλλη πλευρά, όσοι στηρίζουν την αναβάθμιση της άμυνας επιμένουν ότι πρόκειται για αναγκαία επένδυση σε μια εποχή απρόβλεπτης ρωσικής συμπεριφοράς και αποδυνάμωσης της αμερικανικής παρουσίας.
Κάπου ανάμεσα στις δύο τοποθετήσεις βρίσκεται το πραγματικό ερώτημα: ποια είναι η ισορροπία μεταξύ εύλογης αμυντικής προετοιμασίας και πολιτικής κινδυνολογίας που λειτουργεί ως εργαλείο πειθάρχησης;
Το εύκολο αφήγημα και η σύνθετη πραγματικότητα
Αυτό που λείπει από τη δημόσια συζήτηση είναι η ψυχραιμία. Οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις έχουν κάθε λόγο να αναλύουν σοβαρά την ασφάλεια της ηπείρου· όμως η υιοθέτηση δραματικών σεναρίων – με συγκεκριμένες μάλιστα ημερομηνίες – μοιάζει περισσότερο με προσπάθεια να διαμορφωθεί κλίμα επείγοντος παρά με αντικειμενική εκτίμηση πληροφοριών.
Και βέβαια, κάθε συζήτηση για την ασφάλεια οφείλει να συνοδεύεται από μια εξίσου σοβαρή συζήτηση για το πού διοχετεύονται τα χρήματα. Πόσο αποδοτικά είναι τα εξοπλιστικά σχέδια; Ποιος τα υλοποιεί; Με ποιο έλεγχο; Και το κυριότερο: τι στερούνται οι ευρωπαϊκές κοινωνίες όταν αμυντικές δαπάνες εκατοντάδων δισεκατομμυρίων καθίστανται η «νέα κανονικότητα»;
Ένας φόβος που κινδυνεύει να γίνει πολιτική πλατφόρμα
Η Ευρώπη βρίσκεται όντως σε μια νέα εποχή ασφάλειας. Κανείς δεν μπορεί να το αρνηθεί. Αλλά η συνεχής επίκληση της επερχόμενης καταστροφής, ως εργαλείου πολιτικής νομιμοποίησης, απειλεί να διαμορφώσει μια ήπειρο που κυβερνάται περισσότερο από φόβο παρά από στρατηγική.
Η απαίτηση για ψυχραιμία δεν είναι αφέλεια. Είναι δημοκρατική υποχρέωση. Και αν κάτι χρειάζεται η Ευρώπη σήμερα, είναι ακριβώς αυτό: μια νηφάλια, τεκμηριωμένη και δημοκρατικά ελεγχόμενη συζήτηση για την ασφάλειά της – όχι μια αυτοτροφοδοτούμενη κούρσα φόβου.
Διαβάστε επίσης