Κριτική ταινίας: «Kontinental 25» - «Κόκορες» στα θεμέλια του καπιταλισμού
Τίτλος ταινίας: «Kontinental 25»
Σκηνοθεσία: Ράντου Ζούντε
Παίζουν: Εστέρ Τόμπα, Αναμαρία Μπιλούσκα, Μάριους Νταμιάν
Δεν είναι εύκολος ο κινηματογράφος του Ρουμάνου Ράντου Ζούντε («Ατυχές πήδημα ή παλαβό πορνό», με Χρυσή Άρκτο), ωστόσο ιδιαίτερα αγαπητός στους σινεφίλ. Ο λόγος είναι οι επιτυχημένες ριζοσπαστικές κινήσεις του, που κάνουν μια φαινομενικά ψυχρή κατασκευή να φαντάζει θερμότατη. Άλλωστε, στο φιλμ «Kontinental 25» όλα ξεκινάνε να ξετυλίγονται από ένα καλοριφέρ. Αυτό από το οποίο κρέμεται το σώμα του αυτόχειρα άστεγου, μετά από παραγγελία έξωσής του από το υπόγειο μιας πολυκατοικίας, όπου κρύβεται για να προστατευθεί από τις καιρικές συνθήκες.
Ο λόγος έχει να κάνει με την ανέγερση ενός ξενοδοχείου (του Kontinental 25) στη θέση του οικήματος. Η δικαστικός, η οποία πραγματοποιεί τη συγκεκριμένη παραγγελία, αμέσως μετά τον θάνατο του άστεγου, γεμίζει από ενοχές. Βήμα-βήμα, μέσα από διαδοχικές συζητήσεις, προσπαθεί να απαλύνει τις τύψεις της, να βρει έναν παρηγορητικό λόγο, ν’ ακουμπήσει επάνω του. Μια στενή φίλη, στη συνέχεια η μητέρα της, μια ευκαιριακή σεξουαλική συνεύρεση, ένας ιερέας, συνθέτουν την ετερόκλητη αναζήτησή της, αλλά και την αδυναμία της ανακούφισής της. Πώς να γλυκάνει ο πόνος της, όταν γύρω της, η πρόοδος, η πλαστογραφημένη έννοια της ανάπτυξης, η άκριτη και ακαλαίσθητη ανοικοδόμηση της πόλης του Κλουζ, αλλά και ολόκληρης της Ρουμανίας, απαιτεί «σφαγμένους κόκορες» στα θεμέλια. Ουσιαστικά, στα σκύρα του σύγχρονου καπιταλισμού.
Ένας τέτοιος «κόκορας» ο νεκρός άστεγος, γεννάει στην πρωταγωνίστρια ένα ηθικό δίλημμα, και τότε παίρνει τον λόγο ο κινηματογράφος. Κάθε συζήτηση της δικαστικού αποτελεί και μια διαφορετική πτύχωση του προβλήματος, ωστόσο καμιά από αυτές αρκούντως καθησυχαστική. Κι αυτό επειδή η ίδια η κεντρική ηρωίδα έχει απαιτήσεις από τον εαυτό της, καθώς διακρίνεται για την ευαισθησία της απέναντι στα φλέγοντα κοινωνικά ζητήματα. Συμμετέχει σε οικονομική βοήθεια διαφόρων οργανώσεων, παρακολουθεί με αγωνία τη μεταμόρφωση του κόσμου, ωστόσο τη στιγμή ακριβώς που απαιτείται η έμπρακτη απόδειξη όλων αυτών, ολιγωρεί προκαλώντας ακουσίως τον τερματισμό της ζωής του άστεγου.
Η ρήση του Μπέρτολτ Μπρεχτ (η ίδια, μάλιστα ονομάζεται Ιονέσκο), που τη βασανίζει, έχει να κάνει με τον σχολιασμό του πάνω στο θέμα της εξόντωσης αντιφρονούντων του σταλινισμού, οι οποίοι αδίκως καταδικάζονταν, δεν συνωμοτούσαν εναντίον του «Πατερούλη»: «εάν πραγματικά ήταν αθώοι, καλά τους έκανε», ήταν η θέση του Μπρέχτ. Η συγκεκριμένη άποψη στοιχειώνει την Ιονέσκο, διότι συνοψίζει την πραγματική διάσταση του διλήμματός της. Όντας άνθρωπος που υπηρετεί τον νόμο, αντιλαμβάνεται τι έλεγε πραγματικά ο Μπρέχτ: όταν συνειδητοποιούμε ότι ένας νόμος είναι άδικος, μήπως πρέπει να του εναντιωνόμαστε, αντί παντός τιμήματος;
Οι συζητήσεις που κάνει σε ένα ψυχρό κινηματογραφικό περιβάλλον (πλάνα μέσα και μακρινά, απόλυτα στραγγισμένα απ’ ό,τι θα μπορούσε να προκαλέσει συναισθηματική έξαψη), καταφέρνουν να μας ρουφήξουν στο εσωτερικό τους, μέσα από την πυκνή, αλλά και ενίοτε σκωπτική, δομή των διαλόγων.
Η ειρωνία του σκηνοθέτη έχει να κάνει με πρόχειρη περιγραφή των θεμάτων της τρέχουσας κοινωνικής ατζέντας, τα οποία όμως αποδεικνύονται επίπλαστα, μακριά από τα πραγματικά προβλήματα. Εμπλέκει ακόμη και το ζήτημα της εθνικότητας της Τρανσυλβανίας, κατοικημένης από Ούγγρους, πολιτογραφημένους Ρουμάνους, πάγια σύγκρουση της γειτονικής χώρας. Έστω κι αν η ανάμιξη πολλών θεμάτων, δημιουργεί κάποιον αποπροσανατολισμό στον θεατή, όλα καταλήγουν σε ένα συμπέρασμα. Παραφράζοντας τη γνωστή ρήση περί σοσιαλισμού, θα λέγαμε πως «εκτός από τη συμπερίληψη (αναφέρεται στο φιλμ ο όρος) υπάρχει και ο άνθρωπος».
Η υπονόμευση των διαλόγων των πρωταγωνιστών, με δόσεις χιούμορ ή ειρωνίας, μετατρέπονται στον πλέον κρίσιμο σχολιαστή της περιρρέουσας κατάστασης. Κορυφαία στιγμή τους η συνάντηση της Ιονέσκο με τον πρώην φοιτητή της στη νομική, ο ακατάσχετος χείμαρρος των βουδιστικών ρήσεων από μέρους του, την ώρα που μόνος στόχος του είναι η σεξουαλική συνεύρεση. Ο ίδιος ο σκηνοθέτης αναλαμβάνει, στο τελευταίο κατάψυχρο πλάνο των άχαρα ορθωμένων πολυκατοικιών, να υποδείξει τον πραγματικό ένοχο: τον τρέχοντα καπιταλισμό, μεταμορφωμένο σε πλαστό ανθρωπισμό.
Μερακλής της αισθητικής ο Ζούντε πραγματοποιεί αναφορές-φόρο τιμής σε ταινίες, στην ίδια την τέχνη του σινεμά, ως μνήμη πραγματικού ανθρωπισμού, αληθινής ζωής. Οι «Υπέροχες μέρες» του Βέντερς, στην καρδιά του οικοδομικού τερατογεννήματος, που ονομάζεται Τόκιο, καθώς αναφέρονται με θαυμασμό από τον σκηνοθέτη, γίνονται άτυπος «συνεταίρος» του «Kontinental 25». Σα να λέει ο Ζούντε, τέτοιες ταινίες ζητούμε, τέτοια ζωή θέλουμε.
Αξιολόγηση:***1/2
Διαβάστε επίσης:
«Η Ιστορία πάντα παραμονεύει»: Νέος κύκλος παραστάσεων για τη «Χαμένη Άνοιξη» του Στρατή Τσίρκα