Η «παγίδα» της αρνητικής αποταμίευσης: Τα ελληνικά νοικοκυριά ξοδεύουν από τα έτοιμα
Η ελληνική οικονομία μπορεί να εμφανίζει ρυθμούς ανάπτυξης υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, ωστόσο στο εσωτερικό των νοικοκυριών η εικόνα είναι εκ διαμέτρου αντίθετη.
Η απόκλιση εισοδήματος και κατανάλωσης
Η ρίζα του προβλήματος εντοπίζεται στη διευρυνόμενη ψαλίδα μεταξύ του διαθέσιμου εισοδήματος και των ανελαστικών δαπανών. Παρά τις ονομαστικές αυξήσεις στους μισθούς και τις συντάξεις, ο επίμονος πληθωρισμός στα τρόφιμα και την ενέργεια έχει «ροκανίσει» την πραγματική αγοραστική δύναμη. Η κατανάλωση δεν αυξάνεται λόγω ευμάρειας, αλλά λόγω της ανάγκης κάλυψης των βασικών βιοτικών αναγκών σε ένα περιβάλλον ακρίβειας.
Όταν η κατανάλωση υπερβαίνει το εισόδημα, η διαφορά καλύπτεται αναγκαστικά με δύο τρόπους: είτε μέσω της ρευστοποίησης παλαιότερων αποταμιεύσεων είτε μέσω της αύξησης του δανεισμού (πιστωτικές κάρτες, καταναλωτικά δάνεια). Το γεγονός ότι η αποταμίευση παραμένει σε αρνητικό έδαφος για συνεχόμενα τρίμηνα υποδηλώνει ότι ένα μεγάλο τμήμα του πληθυσμού «τρώει από τα έτοιμα», μειώνοντας τα αναχώματα απέναντι σε μελλοντικές οικονομικές κρίσεις.
Το αρνητικό πρόσημο ως καμπανάκι κινδύνου
Το ποσοστό του -3,1% δεν είναι απλώς ένας στατιστικός δείκτης· είναι μια ένδειξη αποεπένδυσης. Στην υπόλοιπη Ευρωζώνη, το μέσο ποσοστό αποταμίευσης κυμαίνεται παραδοσιακά σε θετικά επίπεδα (περίπου 13-14%), προσφέροντας κεφάλαια για επενδύσεις και τραπεζική ρευστότητα. Στην Ελλάδα, η αρνητική αποταμίευση στερεί από την οικονομία εγχώριους πόρους και καθιστά τα νοικοκυριά ευάλωτα σε τυχόν έκτακτες δαπάνες ή αύξηση της ανεργίας.
Η επίδραση του κόστους στέγασης
Καταλυτικό ρόλο σε αυτή την απόκλιση παίζει το κόστος στέγασης, το οποίο απορροφά πλέον πάνω από το 40% του εισοδήματος για ένα σημαντικό μέρος των μισθωτών. Με τα ενοίκια να παραμένουν σε δυσθεώρητα ύψη, η δυνατότητα αποταμίευσης εκμηδενίζεται, μετατρέποντας την επιβίωση σε μια διαρκή άσκηση ισορροπίας.
Με λίγα λόγια , η ελληνική οικονομία βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα παράδοξο: την ώρα που οι μακροοικονομικοί δείκτες ευημερούν, η μικροοικονομία των νοικοκυριών πιέζεται οριακά. Η επιστροφή σε θετικά ποσοστά αποταμίευσης θα απαιτήσει όχι μόνο περαιτέρω ενίσχυση των εισοδημάτων, αλλά και αποτελεσματικό έλεγχο του κόστους διαβίωσης, ώστε η κατανάλωση να πάψει να τρέφεται από τις «σάρκες» των οικογενειακών προϋπολογισμών.
Διαβάστε επίσης:
ΔΥΠΑ: Στον Βόλο στις 7/2 η 51η «Ημέρα Καριέρας» – Πάνω από 1.000 θέσεις εργασίας
Συμφωνία ΕΕ-Ινδίας: Πόσο πέφτουν οι δασμοί στα αγροτοκτηνοτροφικά προϊόντα – Πού κερδίζει η Ελλάδα
ΟΠΕΚΑ: Ώρα πληρωμών για τα επιδόματα Ιανουαρίου – Πότε πάνε στα ΑΤΜ οι δικαιούχοι