Ακρίβεια χωρίς τέλος: οι τιμές μένουν ψηλά, οι έλεγχοι ψάχνουν τους ενδιάμεσους
Η ακρίβεια στα τρόφιμα εξακολουθεί να πιέζει τα ελληνικά νοικοκυριά, παρά τη σχετική αποκλιμάκωση του γενικού πληθωρισμού. Και όσο οι τιμές επιμένουν, το κράτος αναζητά πλέον τις αιτίες όχι μόνο στο «έξω», αλλά και στο εσωτερικό της εφοδιαστικής αλυσίδας. Εκεί, δηλαδή, όπου μεσάζοντες, χονδρική και ενδιάμεσα στάδια διαμόρφωσης τιμών παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αδιαφανή.
Ακόμη και όπου καταγράφονται μειώσεις, η εικόνα δεν αλλάζει ουσιαστικά. Το ελαιόλαδο μπορεί να εμφανίζει πτώση σε σχέση με πέρυσι, παραμένει όμως αισθητά ακριβότερο σε σύγκριση με πριν από πέντε χρόνια. Και αυτή είναι η μεγάλη εικόνα: οι τιμές μπορεί να σταθεροποιούνται ή να υποχωρούν οριακά, αλλά σε επίπεδα που έχουν ήδη παγιωθεί πολύ ψηλά.
Η πενταετία αποτυπώνει καθαρά το πρόβλημα. Ρύζι, αλεύρι, ψωμί και ζυμαρικά καταγράφουν αυξήσεις από 20% έως και πάνω από 30%. Στο κρέας, οι ανατιμήσεις είναι εκρηκτικές, με το μοσχάρι να ξεπερνά το 70% και το αρνί και κατσίκι να κινούνται σε αντίστοιχα επίπεδα. Τα γαλακτοκομικά, τα φρούτα και τα λαχανικά ακολουθούν, ενώ προϊόντα όπως η σοκολάτα και ο καφές θυμίζουν πλέον είδη πολυτελείας για πολλά νοικοκυριά.
Σε αυτό το περιβάλλον, η νεοσύστατη Αρχή Ελέγχου της Αγοράς και Προστασίας του Καταναλωτή επιχειρεί να αλλάξει εστίαση. Οι πρώτες παρεμβάσεις συνοδεύτηκαν από πρόστιμα άνω του 1 εκατ. ευρώ, αλλά το μήνυμα της διοίκησης είναι ότι το βάρος πέφτει πλέον στα ενδιάμεσα στάδια της αγοράς. Όπως παραδέχθηκε δημόσια η επικεφαλής της Αρχής, Δέσποινα Τσαγγάρη, «δεν είναι όλοι οι λόγοι της ακρίβειας δικαιολογημένοι».
Η παραδοχή αυτή έχει σημασία. Για πρώτη φορά διατυπώνεται καθαρά ότι το πρόβλημα δεν εξαντλείται στο διεθνές κόστος ή στις εισαγωγές, αλλά αγγίζει και τη λειτουργία της εγχώριας αγοράς. Ειδικά στο μοσχάρι, όπου η Ελλάδα εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από εισαγωγές, οι αυξήσεις ξεπερνούν τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Αυτό, όπως σημειώνεται, δείχνει ότι «κάτι συμβαίνει» ανάμεσα στην είσοδο του προϊόντος στη χώρα και το ράφι.
Στο ίδιο πλαίσιο, η Αρχή προαναγγέλλει στενότερη συνεργασία με την ΑΑΔΕ, αξιοποιώντας φορολογικά και ελεγκτικά εργαλεία για να χαρτογραφηθούν οι διαδρομές των τιμών. Το ερώτημα, ωστόσο, παραμένει αν οι έλεγχοι αυτοί θα έχουν συνέχεια και βάθος ή αν θα περιοριστούν σε αποσπασματικές παρεμβάσεις.
Την ίδια ώρα, τα νοικοκυριά δείχνουν να εξαντλούν τα περιθώριά τους. Η τελευταία έρευνα του ΙΜΕ ΓΣΕΒΕΕ αποτυπώνει μια ανησυχητική πραγματικότητα: οι οικονομικές δυσκολίες δεν αφορούν πλέον μόνο τα χαμηλά εισοδήματα, αλλά επεκτείνονται στα μεσαία στρώματα. Έξι στα δέκα νοικοκυριά δηλώνουν ότι το εισόδημά τους δεν επαρκεί για όλο τον μήνα, ενώ οι περικοπές ακόμη και σε βασικές ανάγκες γίνονται κανόνας.
Η εικόνα είναι σαφής. Οι τιμές δεν επιστρέφουν πίσω, οι μισθοί δεν ανεβαίνουν με τον ζητούμενο ρυθμό και οι αντοχές στερεύουν. Το αν η νέα στρατηγική ελέγχων θα καταφέρει να σπάσει αυτή την «επίμονη» ακρίβεια, μένει να φανεί. Μέχρι τότε, η καθημερινότητα των νοικοκυριών παραμένει ο πιο σκληρός δείκτης της οικονομίας.
Διαβάστε επίσης:
Ο «χάρτης» των πληρωμών από e-ΕΦΚΑ, ΔΥΠΑ για την περίοδο 16 έως 20 Φεβρουαρίου
ΕΝΦΙΑ 2026: Αύριο η τελευταία ημέρα για δηλώσεις και έκπτωση 20%
ΔΕΟΣ: Το «βαρύ πυροβολικό» της ΑΑΔΕ στη μάχη με τα οργανωμένα κυκλώματα φοροδιαφυγής