Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Η εαρινή έκθεση εκτιμήσεων της Κομισιόν φέρνει στο φως μια βαθιά δομική αντίφαση της ελληνικής οικονομίας, η οποία τροφοδοτεί εκ νέου τη συζήτηση για το τίμημα της δημοσιονομικής πειθαρχίας.
Η Ελλάδα, ακολουθώντας μια ξέφρενη ανοδική πορεία στην ευρωπαϊκή κατάταξη των πρωτογενών αποτελεσμάτων, έχει μετατραπεί στον απόλυτο «πρωταθλητή» της λιτότητας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Ενώ την περίοδο 2017-2021 η χώρα βρισκόταν στην 11η θέση με μέσο πρωτογενές αποτέλεσμα στο 0% λόγω των μνημονιακών δεσμεύσεων, η τροχιά άλλαξε βίαια.
Το 2023 η Ελλάδα σκαρφάλωσε στην 5η θέση με πλεόνασμα 2%, το 2024 βρέθηκε στη 2η θέση με 4,8% και για την τριετία 2025-2027 εγκλωβίζεται στο τούνελ της απόλυτης πρωτιάς. Συγκεκριμένα, η χώρα καταγράφει πρωτογενές πλεόνασμα 4,9% του ΑΕΠ το 2025 (έναντι ευρωπαϊκού μέσου όρου -1,3%), ενώ οι προβλέψεις της Κομισιόν τη θέλουν πρώτη και το 2026 με 4% (ΕΕ: -1,4%) αλλά και το 2027 με 3,7% (ΕΕ: -1,5%).
Αυτή η τεράστια απόκλιση από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο γεννά ένα αμείλικτο ερώτημα: είναι αυτή η πολιτική στερητική για την κοινωνία και λανθασμένη για την ανάπτυξη; Την ώρα που η Αθήνα παράγει υπερπλεονάσματα, 20 χώρες της ΕΕ λειτουργούν με πρωτογενή ελλείμματα, επιλέγοντας να στηρίξουν την εγχώρια ζήτηση. Ακόμη και εκτός Ευρώπης, οικονομικοί κολοσσοί όπως οι ΗΠΑ, η Ιαπωνία και η Βρετανία διατηρούν σταθερά πρωτογενή ελλείμματα από το 2022, αναγνωρίζοντας ότι η κρατική χρηματοδότηση είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής σε περιόδους παγκόσμιας αστάθειας.
Η σύγκριση με την υπερχρεωμένη Ιταλία είναι αποκαλυπτική.
Ιταλοί αναλυτές σημειώνουν ότι η Ρώμη ακολούθησε μια σαφώς πιο επεκτατική και συνετή πολιτική, μειώνοντας το χρέος της κατά μόλις 1,3% του ΑΕΠ (από 138,4% το 2022 σε 137,1% το 2025). Αν η Ιταλία είχε εφαρμόσει τη σκληρή λιτότητα της Ελλάδας, η ιταλική αγορά θα είχε στερηθεί το αστρονομικό ποσό των 387 δισεκατομμυρίων ευρώ, οδηγώντας τη χώρα στην καταστροφή. Αντίστοιχα, αν η Ελλάδα είχε υιοθετήσει το ιταλικό μοντέλο, θα είχαν εισρεύσει στην ελληνική αγορά και κοινωνία επιπλέον 41 δισεκατομμύρια ευρώ, ένα τεράστιο κεφάλαιο που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει τη δημόσια υγεία, την παιδεία και τις επενδύσεις.
Στο πεδίο της οικονομικής ανάλυσης, η κριτική αυτή είναι απολύτως ορθή σε ό,τι αφορά το «κόστος ευκαιρίας» της κοινωνίας. Η παραγωγή τόσο υψηλών πλεονασμάτων σημαίνει πρακτικά ότι το κράτος εισπράττει μέσω της φορολογίας (κυρίως από τους έμμεσους φόρους και τον ΦΠΑ που τροφοδοτούνται από την ακρίβεια) πολύ περισσότερα από όσα επιστρέφει στους πολίτες. Αυτό εξηγεί γιατί, παρά τους θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης κοντά στο 2% που επικαλείται η κυβέρνηση, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων παραμένει καθηλωμένη, με τον πληθωρισμό της χώρας να επιμένει στο 4,6% τον Απρίλιο και τις εκτιμήσεις για τον Μάιο να δείχνουν νέα άνοδο προς το 4,8%. Το κράτος «αποταμιεύει» για να πληρώνει το χρέος, στερώντας πολύτιμη ρευστότητα από τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά.
Από την άλλη πλευρά, η συστημική αντίρρηση σε αυτή την ανάλυση εστιάζει στην ιδιαιτερότητα του ελληνικού χρέους.
Η Ελλάδα, παρά τη ραγδαία μείωση, εξακολουθεί να έχει το υψηλότερο χρέος ως προς το ΑΕΠ στην Ευρωζώνη (κοντά στο 150%).
Οι υποστηρικτές της δημοσιονομικής αυστηρότητας υποστηρίζουν ότι η Ελλάδα δεν είναι Ιταλία. Η Ιταλία διαθέτει μια τεράστια εγχώρια βιομηχανική βάση και το χρέος της διακρατείται σε μεγάλο βαθμό από Ιταλούς μικροεπενδυτές και τράπεζες, γεγονός που της δίνει μεγαλύτερη ανθεκτικότητα. Αντίθετα, η Ελλάδα εξαρτάται απόλυτα από την ψυχολογία των ξένων αγορών και των οίκων αξιολόγησης. Ένα «σήμα» χαλάρωσης ή η επιστροφή σε ελλείμματα θα μπορούσε να εκτινάξει τα spreads των ελληνικών ομολόγων, καθιστώντας εκ νέου απαγορευτικό το κόστος δανεισμού για τις ελληνικές τράπεζες και επιχειρήσεις.
Τελικά η Ελλάδα εκτελεί μια επικίνδυνη άσκηση ισορροπίας.
Τα νούμερα της Κομισιόν ευημερούν, εξασφαλίζοντας τα εύσημα των Βρυξελλών, όμως η κοινωνία πληρώνει το βαρύ τίμημα μιας «βίαιης» δημοσιονομικής προσαρμογής. Η διατήρηση της πρωτιάς στα πλεονάσματα μέχρι το 2027 κινδυνεύει να μετατραπεί σε πύρρειο νίκη, εάν η εγχώρια παραγωγική βάση εξαντληθεί από την έλλειψη ρευστότητας και τις υποεπενδύσεις, αποδεικνύοντας ότι η ονομαστική σύγκλιση με την Ευρώπη γίνεται με όρους πραγματικής απόκλισης για τους πολίτες.
Διαβάστε επίσης:
Εφιαλτική «έκρηξη» πληθωρισμού τον Μάιο
Βαλκανικό «success story» με ελληνικά λουκέτα
Τα δύο σενάρια για το πετρέλαιο και ο ελληνικός εφιάλτης
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.