19/11/2018 14:54:37

Η δύσκολη αλήθεια και το δράμα του έντιμου πολιτικού

 

Η περίπτωση του νεοελληνικού κράτους είναι ιδιόμορφη. Η νεότερη Ελλάς προήλθε από ανάγκη της Ευρώπης και της Ρωσίας να περιορίσουν την Οθωμανική Αυτοκρατορία, αλλά και από ανάγκη της Δύσης να καλύψει το οντολογικό της κενό από τα αδιέξοδα της νεωτερικότητας. Στον ανταγωνισμό Ευρώπης - Ρωσίας υπερίσχυσε η Ευρώπη, που ολοκληρώθηκε γεωγραφικά αλλά και πνευματικά (αυτό είναι βέβαια αμφισβητήσιμο και αποτελεί θέμα ιδιαίτερης συζήτησης, αλλά καταδήλως αυτό επεδίωξε).

Το υπανάπτυκτο στρατιωτικά και οικονομικά, ως προς τις υπόλοιπες ευρωπαϊκές χώρες, νεοελληνικό κράτος ιδρύθηκε ως προτεκτοράτο. Ακόμα και τα γεωγραφικά του όρια, αλλά και η μελλοντική του επέκταση μέχρι τα μέσα του 20ού αιώνα, ορίστηκαν από τους προστάτες του. Το ότι τα πρώτα πολιτικά κόμματα ήταν το «Ρωσικόν», το «Γαλλικόν» και το «Αγγλικόν», αποτυπώνει εύγλωττα την κατάσταση. Η οποία κατάσταση ουδέποτε άλλαξε. Η νεότερη Ελλάς, δεσμευμένη εξ αρχής με δάνεια (τα περίφημα «δάνεια της Αγγλίας») περιέπιπτε από κρίση σε κρίση, με στόχο πάντα τη μη χειραφέτησή της. Όποτε προσπάθησε να σταθεί αυτοδυνάμως, αλλά και απολύτως στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου και των διεθνών συνθηκών, της υπενθύμισαν βιαίως το ρόλο της – παράδειγμα η τραγωδία του 1922.

Σε οικονομικό επίπεδο, οι παλαιότεροι πολιτικοί του νεοελληνικού κράτους, παρά τις αναμφισβήτητες δεσμεύσεις τους, φαίνεται πως χειρίστηκαν επιδέξια την πορεία του. Τολμώ να πω ως επί το πλείστον εντίμως, λαμβανομένου υπ’ όψιν των περιουσιών που άφησαν στους απογόνους τους – μηδαμινές ως προς αυτές των νυν πολιτικών μας. Από ένα σημείο όμως και μετά (το από πότε ακριβώς είναι ζήτημα άλλης συζήτησης), τα πράγματα πήραν άλλη τροπή, τροπή που δεν ξέρουμε πού θα καταλήξει. Ιδιαιτέρως από την ένταξή μας στο κοινό ευρωπαϊκό νόμισμα, έχουμε χάσει κάθε δυνατότητα άσκησης ουσιαστικής οικονομικής πολιτικής, όπως παλαιότερα με τη δραχμή.

Παλαιότερα είχαμε τη δυνατότητα χειρισμού του νομίσματός μας, προς αύξηση της διεθνούς ανταγωνιστικότητάς μας και ελέγχου των κοινωνικών ανισοτήτων, οι πολιτικοί μας λειτούργησαν εν πολλοίς σωστά και με όραμα. Μετά όμως το ευρώ και τις συνακόλουθες οικονομικές συνθήκες, χάσαμε αυτή τη δυνατότητα, αλλά κυρίως το κοινό νόμισμα δεν επέφερε ουσιαστική πολιτική και οικονομική ενοποίηση της Ευρώπης, που άλλωστε θα έπρεπε να είχε προηγηθεί (και ένας πρωτοετής φοιτητής οικονομικών αυτό μας βεβαιώνει). Βρεθήκαμε αναγκασμένοι να ανταγωνιζόμαστε κράτη με τεράστιες βιομηχανικές υποδομές, που επί πλέον φρόντισαν να μας δεσμεύσουν ακόμα περισσότερο.

Θα λέγαμε δολίως, τουλάχιστον όμως εκτός κάθε έννοιας ευρωπαϊκής συνεργασίας ή ευρωπαϊκού συνεταιρισμού. Δεσμευτήκαμε κυρίως με δάνεια εξοπλισμών, παρά του ότι εκ της γεωγραφικής μας θέσεως αποτελούμε σύνορα της (δήθεν) Ενωμένης Ευρώπης, δηλαδή θα έπρεπε το κόστος αυτού του εξοπλισμού να επιμερίζεται σε όλα τα ευρωπαϊκά κράτη. Στην επίσημη ιστοσελίδα της Ε.Ε. αναφέρεται ρητώς πως μεταξύ των στόχων του Συμβουλίου της Ε.Ε. είναι η χάραξη κοινής πολιτικής άμυνας. Ουδείς όμως εκ των πολιτικών μας, από ένταξής μας σε αυτήν την Ε.Ε., φαίνεται να έθεσε το ζήτημα αυτό.

Έτσι πορευθήκαμε προς τα σημερινά αδιέξοδα. Εδώ φαίνεται να αρχίζει το δράμα των εντίμων πολιτικών ή αφελών ή απλώς «φρέσκων» και απληροφόρητων. Λέω «δράμα των εντίμων», γιατί καταφανώς διακρίνουμε μια κάποια εντιμότητα, σε αυτούς που δεν κρύβουν τα πραγματικά ζητήματα. Δεν τα αποκαλύπτουν ευθαρσώς, αλλά προς τα εκεί ωθούν την κατάσταση και αυτό είναι θετικό και έντιμο. Η σημερινή κυβέρνηση, με υπουργούς διεθνώς αναγνωρισμένους επιστήμονες και γνώστες των ζητημάτων των υπουργείων τους, διαπραγματεύεται με του «εταίρους» μας στην Ευρώπη, με επιστημονικώς ορθά επιχειρήματα και απαιτώντας «τα του Καίσαρος τω Καίσαρι».

Ο μισητός για τους εταίρους μας υπουργός Οικονομικών δεν κάνει άλλο παρά να αιτείται η Ευρώπη να λειτουργήσει «εταιρικά». Χωρίς μάλιστα να υπενθυμίσει ότι όταν η Ευρώπη μετά τον πόλεμο αποφάσισε να εξελιχθεί σε διακρατική συμμαχία, χάρισε όλα τα δάνεια της Γερμανίας, για να μπορέσει αυτή να αναπτυχθεί προς όφελος της «εταιρίας», όπερ και έγινε. Ο κος Βαρουφάκης, ως εγγράμματος οικονομολόγος, ζητά από τους λοιπούς Ευρωπαίους να επιλέξουν και επιδιώξουν την ανάπτυξη και όχι την αντιαναπτυξιακή συσσώρευση και τη δήθεν διάσωση των κεφαλαίων. Τους ζητά να εγκαταλείψουν τη μέχρι τώρα οικονομική στρατηγική της «εσωτερικής υποτίμησης», γιατί αποδείχτηκε περίτρανα αποτυχημένη και απολύτως αντιαναπτυξιακή.

Τι ποιο λογικό; Πέραν αυτού, όμως, δανειστήκαμε χρήματα για να διαφυλάττουμε στρατιωτικά τόσο τη χώρα μας, όσο και την Ευρώπη, συμπεριλαμβανομένων των κρατών απ’ όπου αγοράσαμε πανάκριβο εξοπλισμό. Τα δάνεια αυτά, λαμβανομένου υπ’ όψιν των διακηρύξεων περί κοινής ευρωπαϊκής άμυνας του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, ήταν καταχρηστικά και άρα επονείδιστα: το ελληνικό κράτος χρειάζεται εξοπλισμό για να προστατεύσει όλη την Ευρώπη, βεβαίως και το ίδιο, άρα όλες οι ευρωπαϊκές χώρες οφείλουν να συμμετάσχουν αναλογικά σε αυτές τις δαπάνες. Πέραν αυτού, η Γερμανία οφείλει πολεμικές αποζημιώσεις, που μάλιστα προσφάτως αναγνωρίστηκαν από το υψηλότερο πολιτικό επίπεδο της χώρας αυτής. Ουδείς Έλλην πολιτικός είχε μέχρι τώρα θέσει σοβαρά το ζήτημα αυτό. Επί πλέον, με τρόπο σεμνό και συγκρατημένο, η Ελλάς επισήμανε στους «εταίρους» της τη γεωπολιτική της σημασία για την Ευρώπη. Για πρώτη φορά, τουλάχιστον για πρώτη φορά δημοσίως. Δημιούργησε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα κατάλληλη να αναπτυχθούν πάμπολλα Συνέδρια και ημερίδες με αυτό ως θέμα, με δημοσιοποίηση των συμπερασμάτων και με τη συμμετοχή υπουργών και σημαντικών πολιτικών παραγόντων:

Η Ευρώπη είναι ενεργειακά εξαρτώμενη Ήπειρος (κάτι που δεν συμβαίνει με την Ρωσία, τις ΗΠΑ και την Ασία).

Η Ελλάδα με την Κύπρο μπορούν να αποτελέσουν ασφαλή δίοδο ενέργειας προς την Ευρώπη, δεδομένου της εγκαθιδρυμένης πλέον κρίσεως στην Ουκρανία (κρίση αμφιλεγόμενης προέλευσης: στους πολέμους που σχετίζονται με την ενέργεια και τη διακίνησή της, η αλήθεια δεν είναι συνήθως αυτό που φαίνεται να είναι).

Η Ελλάδα με την Κύπρο μπορούν να συνδράμουν καθοριστικά στην ενεργειακή απεξάρτηση της Ευρώπης από τη Ρωσία, ιδίως με την μετατροπή της Κύπρου σε περιφερειακό κέντρο παραγωγής και διακίνησης ενέργειας (υγροποιημένο φυσικό αέριο).

Το νοτιοανατολικό άκρο της Γηραιάς Ηπείρου αποτελεί κόμβο τριών Ηπείρων.

Οι διάφορες «δεξαμενές σκέψης» γνωρίζουν πολύ καλά και καταδήλως συμμερίζονται τη θεωρία του γεωπολιτικού διανοητή Mackinder, για την Heartland/Ρωσική επικράτεια/pivot aria. Επίσης γνωρίζουν πως αν η ρωσική επικράτεια αποκτήσει πρόσβαση στη Μεσόγειο θα κυριαρχήσει στον κόσμο, αλλά και ότι όποιος ελέγχει την ανατολική Ευρώπη ελέγχει και τη Ρωσία/Heartland. Προφανώς οι απόψεις του Mackinder επηρέασαν τόσο την απαρχή όσο και το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με τις επακολουθήσασες συμφωνίες – πόλεμος που δεν έχει ακόμα χαρτογραφηθεί επαρκώς κατά την άποψή μας, έχει άλλωστε πολλά σκοτεινά σημεία. Καταδήλως αυτές οι απόψεις προκάλεσαν και τη διαμάχη Ευρώπης (με αιχμή της την Αγγλία) και Ρωσίας, για το έπαθλο Ελλάς.

Η συνθήκη της Γιάλτας κλονίζεται, άλλωστε παραβιάστηκε εμφανώς από την Ευρώπη μετά την κατάρρευση της Σοβιετικής Ενώσεως και η Γερμανία βρίσκεται γεωπολιτικώς ενισχυμένη, στο βαθμό βέβαια που ενεργεί αυτοδυνάμως. Αυτό προφανώς δεν (θα πρέπει να) το επιθυμούν μήτε η Αγγλία μήτε οι ΗΠΑ. Όλα αυτά ακούγονται και αναλύονται δημοσίως για πρώτη φορά στην Ελλάδα, απ’ ό,τι είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε βέβαια. Δεν είναι όμως βέβαιο αν είναι πράγματι έτσι ή κρύβονται άλλες συμφωνίες των μεγάλων δυνάμεων από πίσω – η εξωτερική πολιτική είναι εν πολλοίς ανήθικο «παίγνιο» –, νέες μεγάλες δυνάμεις αναδύονται αυξάνοντας τον αριθμό των «παικτών», πόλεμοι δημιουργούνται μέσω των «παρδαλών επαναστάσεων» στους χώρους παραγωγής και διακίνησης ενέργειας, ο κόσμος είναι χύτρα που βράζει με κλειστό καπάκι.

Στη γειτονιά μας – στα Βαλκάνια – η χύτρα έχει ήδη αρχίσει να σκάει…

Οι δυνατότητες της Ελλάδας είναι εμφανέστατα περιορισμένες στο σημερινό κόσμο, που, δυστυχώς ακόμα, όλων των δικαίων υπερισχύει αυτό του πολέμου. Δεν είναι εύκολο να αποφασίσεις «πολυγαμική εξωτερική πολιτική», όπως πολλοί προτείνουν αλλά και έχουν παλαιότερα ανεπιτυχώς επιδιώξει. Ούτε βέβαια και ευθεία μετατόπισή της προς τη μια ή την άλλη κατεύθυνση, όταν οι πόλεμοι και οι εμφύλιες συρράξεις φαίνεται πως «παράγονται» πολύ εύκολα.

Το πρόβλημα της Ελλάδας δεν είναι το ποσό του χρέους της και όλοι καταλαβαίνουμε πλέον ποιο είναι. Η σημερινή κυβέρνηση, ίσως και άθελά της από έλλειψη «βρώμικης πείρας», ανακινεί τα ουσιώδη ζητήματα. Η δημοσιοποίηση και μόνο αυτών των ζητημάτων, ασχέτως της όποιας κατάληξης της πορείας της και των άμεσων επιδιώξεών της, έχει ιδιαίτερη αξία.

Πρέπει να κατανοήσουμε το δράμα του εμφανώς μη απόλυτα εξαγορασμένου πολιτικού, αυτού που προσπαθεί να θέσει ζητήματα που θα βοηθήσουν στην αλλαγή της πολιτικής συζήτησης προς το ουσιαστικό. Ο νυν πρωθυπουργός και το συμβούλιό του καταφανώς διαφέρουν του πρωθυπουργού, που μόλις λίγο πριν από την οικονομική μας καταστροφή διακήρυττε με έπαρση πως η «οικονομία της Ελλάδας είναι ισχυρή». Καταφανώς διαφέρουν του υπουργού Οικονομικών που διαφήμιζε το Χρηματιστήριο, που λίγο μετά κατέστρεψε περιουσίες Ελλήνων πολιτών και αποπροσανατόλισε την οικονομία. Καταφανώς διαφέρουν αυτού που υφάρπαξε τις ψήφους του ελληνικού λαού με την διαβεβαίωση πως «λεφτά υπάρχουν» και στη συνέχεια φρόντισε να ξεφορτωθούν τα χρωστούμενα οι ιδιώτες επενδυτές – που παίζουν, κερδίζουν και χάνουν, δηλαδή πρέπει και να χάνουν, δεν παίζει κανείς ποτέ εκ του ασφαλούς – και να τα φορτωθούν τα κράτη.

Καταφανώς διαφέρουν αυτών που προβλέπουν «καταστροφή σαν αυτήν του 1922» αν δεν ακολουθήσουμε πιστά την αποτυχημένη «εσωτερική υποτίμηση», μέσω της οποίας προσπαθεί η Γερμανία να επιβληθεί της Ευρώπης (ούτε ο ίδιος ο Σόιμπλε δεν απειλεί με τέτοιο τρόπο!). Αλλά και κάτι τελευταίο: Ο καλός πολιτικός κατά κανόνα δεν είναι «επίκαιρος», κρίνεται από τα αποτελέσματα της πολιτικής του μετά από χρόνια. Τι θα γίνουν όμως οι «ενδιαμέσως»; Είναι ένα ζήτημα κι αυτό κατεπείγον. Ας μην πυροβολούμε λοιπόν τον πιανίστα, τον κάθε πιανίστα, άκριτα και επιπόλαια…

 

 

Νικήτας Χιωτίνης, Δρ Αρχιτέκτων/Msc Φιλοσοφίας Πολιτισμού, Καθηγητής ΤΕΙ

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.