19/10/2018 09:08:08

Τελικώς πάλι «μηδέν εις το πηλίκιον»(sic);

Τελικώς φαίνεται πως αυτή η παλαιά ρήση του αγράμματου πρωθυπουργού χαρακτηρίζει το πολιτικό μας παρόν, πολύ φοβούμαι και το πολιτικό μας μέλλον. Στο πολιτικό προσκήνιο εξακολουθεί η συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από θέματα που δεν έχουν νόημα, αποπροσανατολίζουν την κοινή γνώμη από τα πραγματικά ζητήματα, δεν γίνεται καμιά ουσιαστική πολιτική συζήτηση, ούτε και καμιά σοβαρή πολιτική διεργασία που να αφορά στο μέλλον αυτού του τόπου. Καμιά σοβαρή πολιτική σκέψη, πρόταση, κατά τα φαινόμενα και πρόθεση, από κανέναν.

Πρώτ’ απ’ όλα αυτή η συζήτηση περί μνημονιακών-αντιμνημονιακών και «μνημονίου». Αυτού που, μετά την επαναστατική διακήρυξη του Καστελόριζου, έριχνε κυβερνήσεις, με τα καθημερινά σκισίματά του και τους (δήθεν) απέναντι λαϊκίζοντες (και αυτοί), έφτιαξε και δημοψήφισμα που ακόμα προσπαθούμε να ερμηνεύσουμε το αντικείμενό του. Ουδείς θεώρησε σκόπιμο να μιλήσει λογικά, γιατί αυτό δεν θα εξυπηρετούσε την πολιτική προπαγάνδα και την καταδήλως ποθούμενη τύφλωση των μαζών: Όταν κάποιος δανείζεται χρήματα, ο δανειστής, ο οποιοσδήποτε δανειστής, επιδιώκει την εξασφάλιση των χρημάτων του. Στην προκειμένη περίπτωση επιδιώκει να εξασφαλίσει πως θα λαμβάνει τα τοκοχρεολύσιά του, έστω στο διηνεκές, αλλά με συμφέρουσα γι’ αυτόν απόδοση, όπως κατά κανόνα συμβαίνει με τον δανεισμό των κρατών από τις «αγορές». Ποτέ κανένα κράτος δεν ξεχρεώνει πλήρως. Αποπληρώνει κάποια ομόλογα, αλλά είναι στο διηνεκές χρεωμένο. Κατά τα φαινόμενα μέρος του ελληνικού χρέους μπορεί να χαρακτηριστεί επαχθές και ενδεχομένως να διαγραφεί, ακόμα μπορούμε επί τέλους να διεκδικήσουμε σοβαρά και να εισπράξουμε πολεμικές αποζημιώσεις από τη Γερμανία, αλλά το ζήτημα δεν βρίσκεται εκεί. Πάντα τα κράτη δανείζονται και αποπληρώνουν τοκοχρεολύσια, όλοι θέτουν άλλωστε ως στόχο «να βγούμε στις αγορές», πάντα λοιπόν θα τίθεται το ζήτημα γιατί να μας δανείζουν και πώς θα αποπληρώνουμε τα τοκοχρεολύσια.

Τρόποι εξασφάλισης των δανειστών υπάρχουν πολλοί. Στην περίπτωσή μας η Γερμανία, γιατί αυτή κατ’ ουσίαν ως οικονομικά κυρίαρχη χώρα ορίζει την (ας πούμε) κοινή ευρωπαϊκή οικονομική πολιτική, προτιμά την εσωτερική υποτίμηση και ας αντιλαμβάνεται πως αποτελεί τον χειρότερο τρόπο εξασφάλισης αποπληρωμής των δανείων. Καταδήλως άλλες είναι οι προθέσεις της. Το τραγικό όμως είναι πως δεν έχουμε να προτείνουμε κάτι άλλο, άλλο τρόπο δηλαδή εξασφάλισης των δανειστών μας. Ο ενδεδειγμένος τρόπος θα ήταν να τους πείσουμε πως με τα δανεικά θα αναπτυχθούμε, θα παράξουμε πλούτο και θα πληρώνουμε τις υποχρεώσεις μας. Θα το δεχόντουσαν αυτό οι «συνέταιροι» ευρωπαίοι; Θεωρητικώς ναι, αν και δεν είμαι σίγουρος, ουδέποτε όμως προσπαθήσαμε να το κάνουμε. Αποδεικνύουμε απόλυτη αδυναμία. Οι πολιτικοί μας, κυρίως από τη δεκαετία του ’80 και εξής, δολίως και μεθοδικώς διέλυσαν τον παραγωγικό ιστό της χώρας και ουδέποτε τα (πολλά) τελευταία χρόνια είδαμε να γίνεται πράξη κάποιο σχέδιο αποκατάστασής του, κάποιο σχέδιο ανάπτυξης της χώρας. Ούτε καν ακούμε σοβαρά για κάτι τέτοιο, ουδεμία περί αυτού ουσιαστική δημόσια συζήτηση, ως το κατ’ εξοχήν πολιτικό επιχείρημα να διαλέξουμε το ένα ή το άλλο κόμμα, παρ’ ότι τα προγράμματα των κομμάτων αναφέρονται σε αυτό. Τα προγράμματα αυτά συντάσσονται για το θεαθήναι, μετά τις εκλογές οδηγούνται στις καλένδες και αυτό αποτελεί απόδειξη της ανικανότητας, ου μην της ποινικά κολάσιμης συμπεριφοράς των κομματικών ηγεσιών, αλλά και των εκλεγμένων και μη μελών τους, είτε βρίσκονται στη συμπολίτευση είτε στην αντιπολίτευση. Μάλιστα ακούμε και απίστευτες ανοησίες περί «ανάπτυξης», σε βαθμό που μας κάνει να πιστεύουμε πως οι πολιτικοί μας, πέραν της προσήλωσής τους να εκλεγούν πάση θυσία, στερούνται και βασικών γνώσεων.

Νέες εκλογές έρχονται και απουσιάζει παντελώς η σοβαρή πολιτική επιχειρηματολογία και τα σοβαρά πολιτικά επιχειρήματα. Πριν κάποια χρόνια διαβάζαμε στις εφημερίδες διανοούμενους και πολιτικούς (σπάνια συμβαδίζουν αυτές οι ιδιότητες πλέον) να αναφέρονται στην ανάγκη αναπτυξιακού σχεδίου για τη χώρα. Όχι μόνο δεν έχει γίνει τίποτα σοβαρό, αλλά και δεν ακούμε πλέον τίποτα σχετικό. Η πολιτική αντιπαράθεση έχει πέσει στο κατώτερο δυνατό επίπεδο, με μαγκιές, κούφια αποφθέγματα, συνθήματα και κριτικές, αναζήτηση σκανδάλων. Επικρατούν αυτοί που έχουν εξαργυρώσει εντέχνως το παρελθόν τους, συχνά ως ζηλωτές κομμάτων, επικρατούν και αυτοί που έχουν εντέχνως αναδειχθεί εκ του μηδενός λόγω οικογένειας. Επίσης αγράμματες τηλεπερσόνες με διανοούμενους υποτακτικούς, γιατί «το όνειρο σήμερα του διανοουμένου είναι να γίνει σύμβουλος του πρίγκιπα», όπως έλεγε ο Καστοριάδης. Εσχάτως και οι «σέξι».

«Ανάπτυξη» δεν είναι μόνο η οικονομική μεγέθυνση, αλλά ας μην έχουμε επί του παρόντος και τόσες πολλές απαιτήσεις από τους αγράμματους πολιτικούς μας. Ας μείνουμε μόνο στην οικονομική ανάπτυξη. Πώς θα γίνει αυτή; Ουδείς αναφέρεται πλέον σε αυτό, παρά του ότι αναπτυξιακό σχέδιο μπορεί να υπάρξει και να αρχίσει να λειτουργεί χωρίς λεφτά. Μόνο με μεταρρύθμιση του διοικητικού συστήματος της χώρας[i]. Αλλά ούτε γι’ αυτό γίνεται λόγος. Ακόμα και το ΕΣΠΑ καρκινοβατεί, πέραν του ότι μεγάλο μέρος του χάνεται σε μη παραγωγικές δραστηριότητες, εφέτος μάλιστα ενδέχεται και να το χάσουμε όλο. Όλοι, ένθεν κακείθεν (στον βαθμό που υπάρχει ένθεν κακείθεν), ομιλούν για ανάγκη αναδιοργάνωσης του δημόσιου τομέα. Τι έχουν κάνει τα (πολλά) τελευταία χρόνια; Τίποτα, γιατί βεβαίως η απόλυση των καθαριστριών και των φυλάκων των σχολείων των παιδιών μας δεν σημαίνει αναδιοργάνωση και εξυγίανση του δημόσιου τομέα. Όλοι, ένθεν κακείθεν (επαναλαμβάνω: στον βαθμό που υπάρχει και ένθεν και κακείθεν), είναι πεπεισμένοι πως ανάπτυξη σημαίνει να έρθουν «ξένα κεφάλαια», κανείς δεν σκέφτεται βέβαια το πώς, έτσι αρκούμαστε στους ξένους ιδιοκτήτες, είναι πεπεισμένοι πως ανάπτυξη σημαίνει να πέσουν χρήματα από τις τράπεζες για να ανοίξουν και άλλες καφετέριες και σουβλατζίδικα, ανάπτυξη σημαίνει να χρηματοδοτηθούν καταστήματα εισαγωγής οδοντογλυφίδων από την Ταϊβάν και ψαριών από τη Σενεγάλη. Το θέμα να αξιοποιηθεί η δημόσια περιουσία από εμάς δεν μπαίνει ως ζήτημα. Το κεντρικό κράτος σίγουρα δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο του επιχειρηματία σε κάθε γωνιά της Ελλάδος, έτσι αντί με τις κατάλληλες θεσμικές αλλαγές στη δημόσια διοίκηση να δώσει αυτή τη δυνατότητα στις Περιφέρειες και στους τοπικούς φορείς, προτιμά να την πουλήσει. Πλήρης η ανεπάρκεια των «κεντρικών» πολιτικών διαχειριστών της χώρας, ούτε να αντιγράψουν αυτά που γίνονται στα άλλα κράτη του κόσμου μπορούν, ούτε να δουν τι συμβαίνει τώρα στην Ευρώπη μπορούν.

Αν θελήσει κανείς να καταγράψει τις βλακώδεις πολιτικές πράξεις, τα δημόσια σκάνδαλα και τις μίζες εκατομμυρίων προς πλουτισμό των πολιτικών, τις διά των παραλείψεών τους προκύψασες ζημίες του Δημοσίου κ.λπ., κ.λπ., θα γεμίσει τόμους. Αυτό αφορά όλους, από τους αρχηγούς των κομμάτων, τους υπουργούς, τους βουλευτές, τους δημάρχους, όλους, στη συντριπτική τουλάχιστον πλειονότητά τους. Αντιγράφω από παλαιότερο κείμενό μου στο φιλόξενο «Ποντίκι»:

«Ας πούμε ότι ο βουλευτής δεν πληρώνει τίποτα για την προεκλογική του εκστρατεία. Λοιπόν, τα εισοδήματα – μαζί με τις ‘‘επιτροπές’’ κ.λπ. – κυμαίνονται γύρω στα 80.000 ευρώ τον χρόνο. Αν υπολογίσουμε ότι οι βουλευτές χρειάζονται αρκετά κοστούμια, συνολάκια, κομμωτήρια και λίφτινγκ, θα πρέπει να ξοδεύουν για τα προς το ζην αυτών και των οικογενειών τους, με τα κολέγια και τα γυμναστήρια, περίπου 70.000 ευρώ τον χρόνο. Άρα τους μένουν για επενδύσεις το πολύ 10.000 ευρώ τον χρόνο, επί 4 χρόνια μάς κάνει 40.000 ευρώ κατά τη διάρκεια της θητείας τους. Είναι δηλαδή σαφές πως μετά τη θητεία τους – που σπάνια διαρκεί 4 χρόνια – δεν μπορούν να αγοράσουν παρά ημιυπόγειο δυάρι (αναφέρομαι στις μέχρι πριν από λίγα χρόνια τιμές), πάντα με την υπόθεση πως δεν πλήρωσαν τίποτα για την προεκλογική τους καμπάνια. Εδώ παρακαλώ εντάξτε και τους παλαιούς βουλευτές. Δηλαδή, αυτοί που είναι βουλευτές για 20, π.χ., χρόνια, έχουν εξοικονομήσει 200.000 ευρώ, δηλαδή δικαιούνται τεσσάρι διαμέρισμα, άντε και ρετιρέ – πάντα με την υπόθεση πως δεν πλήρωσαν τίποτα για την προεκλογική τους καμπάνια. Δεν δικαιούνται βέβαια να εμφανίζουν μετρητά στη Γερμανία ή αλλαχού. Για δείτε όμως τις περιουσίες τους, μετά 1-2 θητείες – αναφέρομαι στην πλειονότητα. Ακόμα και αν επικαλεστούν τη συμβολαιογράφο γυναίκα τους, τον πεθερό τους ή τον (μέχρι πρότινος χρεοκοπημένο) άντρα τους, πάλι το βουλευτιλίκι δούλεψε πλαγίως (τα παραδείγματα έχουν ονοματεπώνυμο, που όμως δεν γράφεται δημοσίως). Προσοχή εδώ: οι μίζες αντιπροσωπεύουν κατά κανόνα το 10-30% της οικονομικής ζημίας του κράτους (όχι του πραγματικού κόστους δηλαδή της προμήθειας). Υπολογίστε λοιπόν. Επί πλέον, όμως, ας σταθούμε και στην προεκλογική εκστρατεία. Λοιπόν το κόστος, με σημερινά χρήματα, μιας μέσης καμπάνιας δεν μπορεί να είναι μικρότερο από 100.000 ευρώ, σε μερικές δε περιφέρειες – όπως η Β’ Αθήνας – το παραπάνω μέσο κόστος είναι δραματικά μεγαλύτερο. Άρα, αν το πληρώσει μόνος του ο υποψήφιος, θα αντιμετωπίσει πρόβλημα επιβίωσης. Του το πληρώνουν φίλοι. Φαντάζεστε πως υπάρχουν πολλοί που πληρώνουν τόσα χρήματα χωρίς να περιμένουν αντάλλαγμα; Άρα, από χέρι, ο βουλευτής, δηλαδή ο δήθεν βουλευτής, είναι δεσμευμένος. Προτείνουμε λοιπόν στους ψηφοφόρους, προτού ψηφίσουν, να ελέγξουν τις περιουσίες πριν και μετά την ανάδειξή τους σε βουλευτές, των ήδη εκλεγμένων εκλεκτών τους».

Οφείλουμε (επί τέλους) να ελέγξουμε εξονυχιστικώς το ποιόν των υποψηφίων που ψηφίζουμε. Τις γνώσεις τους, την κοινωνική τους διαδρομή, αλλά και τον τρόπο με τον οποίον εξελέγησαν βουλευτές (π.χ. αν έχουν εκλεγεί με τη βοήθεια του μπαμπά τους που έχει καταδικαστεί για ψευδορκία σε υπόθεση χασισοκαλλιεργητών, μάλλον υπάρχει θέμα. Επίσης, επειδή μάλλον δεν μπορεί να ισχύσει ως μέτρο η υποχρεωτική… στείρωση των βουλευτών, ας προσέξουμε και στο σημείο αυτό… Αν καταγράψετε διαχρονικώς τα επώνυμα των πολιτικών μας, θα συγγράψετε βιβλίο για βραβείο Γκίνες!). Θα πρότεινα, λοιπόν, επειδή καταφανώς θα πάμε σε κυβέρνηση ευρείας συνεργασίας, να προσέξουμε στην κάθε Περιφέρεια τους υποψηφίους, ασχέτως κόμματος, και να επιλέξουμε τους περισσότερο εγγράμματους, αλλά και έντιμους. Το ίδιο και για τους αρχηγούς των κομμάτων…

Ίσως τα ανωτέρω ουτοπικά για σήμερα, αποτελέσουν κάποτε κοινό τόπο…

Νικήτας Χιωτίνης, Δρ Αρχιτέκτων/Msc Φιλοσοφίας Πολιτισμού, Καθηγητής ΤΕΙ


[i] Ν.Χ. «Κλειδί η δημόσια Διοίκηση», ΤΟ ΠΟΝΤΙΚΙ, http://www.topontiki.gr/article/137214/kleidi-i-dimosia-dioikisi

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.