18/09/2018 19:45:56

Θέσεις της Εκκλησίας για το προσφυγικό και η αντισυνταγματικότητα του νέου νόμου για παροχή καθεστώτος διεθνούς προστασίας-ασύλου

 

Α. Θέσεις της Εκκλησίας για το μεταναστευτικό – προσφυγικό

Κατά την επίσκεψη του Προκαθήμενου της Καθολικής Εκκλησίας, Πάπα Φραγκίσκου, στη Λέσβο στις 16.4.2016, διατυπώθηκαν οι νέες θέσεις του Βατικανού για το μεταναστευτικό – προσφυγικό. Αυτό έγινε, τόσο με το κείμενο της Κοινής Διακήρυξης, που υπέγραψε ο Πάπας από κοινού με τους ηγέτες των Ορθόδοξων Εκκλησιών, τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως και τον Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, όσο και με την ομιλία του στο κέντρο κράτησης το οποίο επισκέφτηκε.

Μέχρι τώρα, οι θέσεις του Βατικανού διατυπώνονταν στα κείμενα που εξέδιδε ο Πάπας κάθε χρόνο, κατά την Ημέρα του Μετανάστη, όπου καταγράφονταν οι θέσεις του για το μεταναστευτικό και  αναφέρονταν στο δικαίωμα των ανθρώπων να μετακινούνται, με σεβασμό στη νομοθεσία των χωρών προορισμού.

Στη Λέσβο, ο Πάπας ήταν σαφής και απόλυτος, και υιοθέτησε τις θέσεις όλων όσων ασχολούμεθα με το μεταναστευτικό και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Αναφέρθηκε στη θεωρία του Προσώπου και συνέδεσε τη θεολογική σκέψη με τα ανθρώπινα δικαιώματα, καταλήγοντας ότι είναι μαζί με τους μετανάστες, που δεν τους θεωρεί «αριθμούς, αλλά ανθρώπους εικόνες Θεού», με συνέπεια αφενός να αποποινικοποιεί την παράνομη είσοδο στην Ελλάδα και την Ευρωπαϊκή Ένωση, αφετέρου να στρέφεται κατά των επαναπροωθήσεων, απελάσεων και κάθε μορφής κράτησης ενόψει απέλασης. Πρακτικά, δηλαδή, στράφηκε κατά της συμφωνίας Ε.Ε. – Τουρκίας και του νέου νόμου που πρόσφατα ψηφίστηκε από την ελληνική Βουλή, για την υλοποίηση της συμφωνίας αυτής.

Προχώρησε δε ο Πάπας Φραγκίσκος ακόμη περισσότερο και μίλησε για ένταξη των προσφύγων αυτών στις ευρωπαϊκές κοινωνίες, αντιλαμβανόμενος και συνειδητοποιώντας ότι με την ένταξη, ενισχύεται η κοινωνική συνοχή και η εσωτερική ασφάλεια των ευρωπαϊκών χωρών, ενώ αντίθετα οι συνθήκες κοινωνικού αποκλεισμού, που υπάρχουν σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες είναι γόνιμο έδαφος για παραβατικές συμπεριφορές, ανάπτυξη μίσους και υιοθέτηση συμπεριφορών απαξιωτικών και καταδικαστέων, όπως και αυτή της άσκησης τρομοκρατικών ενεργειών.

Ένταξη βέβαια σημαίνει ίσα δικαιώματα προσφύγων – μεταναστών και ημεδαπών σε όλους τους τομείς της κοινωνικής ζωής, όπως λ.χ. στην εργασία, ασφάλιση, εκπαίδευση, στα ατομικά και κοινωνικά δικαιώματα.

 

Β. Αντισυνταγματικότητα του νέου ελληνικού νόμου Ν. 4375/2016 για απονομή καθεστώτος διεθνούς προστασίας - ασύλου

Ως προς τον νόμο 4375/2016 που ψηφίστηκε με τη διαδικασία του κατεπείγοντος από την ελληνική Βουλή και αφορά τη ρύθμιση θεμάτων υποβολής και εξέτασης αιτήσεων διεθνούς προστασίας, δηλ. ασύλου υπηκόων τρίτων χωρών, θα ήθελα να επισημάνω ότι ο νόμος αυτός είναι πρόχειρος, και σε πολλά σημεία απαράδεκτος και αντισυνταγματικός.

Συγκεκριμένα, ενώ αποκαλεί τους υπηκόους τρίτων χωρών που έχουν έρθει χωρίς χαρτιά στην Ελλάδα, παράτυπους μετανάστες, όπως ακριβώς αναφέρεται στις Οδηγίες της Ε.Ε., διατηρεί παράλληλα σε ισχύ το άρθρο 83 του Ν. 3386/2005, όπου αναφέρεται η έννοια της παράνομης εισόδου των αλλοδαπών που εισέρχονται στη χώρα χωρίς χαρτιά και επιβάλλεται ποινή σε βάρος τους 3 μηνών και πρόστιμο 1.500 Ευρώ.

Στο άρθρο 14 παρ.2 και 3 του Ν. 4375/2016 προβλέπεται ένας νέος τύπος κράτησης, ο περιορισμός της ελευθερίας που επιβάλλεται διοικητικά, σε πρόσωπα που έχουν εισέλθει χωρίς χαρτιά στη χώρα και ορίζεται ως απαγόρευση εξόδου από το κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης. Μέχρι τώρα, γνωρίζαμε τον περιορισμό της ελευθερίας ως μέρος της περιγραφής της κράτησης ενός προσώπου. Με την παραπάνω διατύπωση στο νόμο και τον ορισμό που δίνεται, ο περιορισμός της ελευθερίας είναι ο εγκλεισμός ενός προσώπου σε ένα κέντρο υποδοχής και ταυτοποίησης αλλοδαπών.  Με τον ίδιο τρόπο καθορίζονταν πριν 70 χρόνια οι τόποι εξορίας. Είναι σαφές ότι η ρύθμιση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το αρ. 2 παρ. 1 του Συντάγματος, την αρχή του σεβασμού της ανθρώπινης αξίας.

Στα άρθρα 60 και επόμενα του Ν. 4375/2016 προβλέπεται ότι τα αιτήματα διεθνούς προστασίας – ασύλου, των υπηκόων τρίτων χωρών που ευρίσκονται στα σύνορα, χερσαία και θαλάσσια, καθώς και τα αεροδρόμια της χώρας, θα εξετάζονται με την ταχύρρυθμη διαδικασία, δηλαδή μέσα σε πολύ λίγο χρόνο κάποιων ημερών, χωρίς τις εγγυήσεις εκείνες που παρέχονται από τις διεθνείς συμβάσεις και τις Οδηγίες της Ε.Ε. και για αυτό το σκοπό και ιδιαίτερα για την ενίσχυση των επιτροπών εξετάσεως των αιτημάτων αυτών, μπορούν να συμμετέχουν ως μέλη των επιτροπών εξετάσεως αιτημάτων διεθνούς προστασίας – ασύλου ξένοι ειδικοί στα θέματα αυτά, από το γραφείο της Ε.Ε. για το άσυλο που εδρεύει στη Μάλτα (European Asylum Support Office, EASO). Με τη συμμετοχή ξένων υπηκόων της Ε.Ε. ως μέλη των επιτροπών δημιουργείται μείζον θέμα, για το πώς θα γίνεται η εξέταση των αιτημάτων αυτών από ανθρώπους που δεν γνωρίζουν την ελληνική νομοθεσία, αλλά ούτε και την ελληνική γλώσσα, στην οποία είναι υποχρεωτικό να εκδοθεί η απόφαση. Θα έπρεπε όλος ο νομικός κόσμος και ιδιαίτερα οι ενώσεις των Δικαστών και οι Δικηγορικοί Σύλλογοι να αντιδράσουν έντονα στη ρύθμιση αυτή και να απαιτήσουν μέλη των επιτροπών αυτών να είναι Έλληνες νομικοί, λ.χ. Δικηγόροι, συνταξιούχοι Δικαστές, δημόσιοι υπάλληλοι με νομική παιδεία κτλ.

Η πρότασή μας είναι να δημιουργηθούν επιτροπές εξέτασης των αιτημάτων διεθνούς προστασίας –ασύλου, σε πρώτο και σε δεύτερο βαθμό, στα πλαίσια της τοπικής αυτοδιοίκησης, δηλαδή Δήμων και Περιφερειών. Θα μπορούσε έτσι να δημιουργηθούν 400 τριμελείς επιτροπές σε πρώτο βαθμό στο επίπεδο των Δήμων, με Πρόεδρο δημοτικό υπάλληλο ή εκπρόσωπο του κάθε Δήμου και δύο μέλη από νομικούς που προέρχονται από την τοπική κοινωνία ή τους τοπικούς Δικηγορικούς Συλλόγους. Σε δεύτερο βαθμό, για την εξέταση των προσφυγών προτείνουμε τη δημιουργία 250 τριμελών επιτροπών με Πρόεδρο υπάλληλο ή εκπρόσωπο της Περιφέρειας και δύο μέλη νομικούς από την τοπική κοινωνία της κάθε Περιφέρειας ή τους περιφερειακούς Δικηγορικούς Συλλόγους. Οι δαπάνες για τη λειτουργία των επιτροπών αυτών είναι ήδη εξασφαλισμένες από ευρωπαϊκά κονδύλια. Με τον τρόπο αυτό συνδέεται αφενός η εξέταση των αιτημάτων διεθνούς προστασίας – ασύλου των αλλοδαπών υπηκόων τρίτων χωρών με τις τοπικές κοινωνίες και εξασφαλίζεται απόλυτα η ένταξη σε αυτές, εκείνων των αλλοδαπών που θα γίνουν δεκτά τα αιτήματά τους και θα τους δοθεί κάποιας μορφής άδεια διαμονής, αφετέρου δε, παύει να υφίσταται θέμα συνταγματικότητας των ρυθμίσεων του νόμου.

 

* Ο Γιάννης Π. Αλαβάνος είναι Δικηγόρος και Πρόεδρος του Ινστιτούτου Μεταναστευτικού Δικαίου

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.