22/07/2019 14:10:13
19.6.2011

Η Ελλάδα είναι εχθρός

Η Ελλάδα είναι εχθρός - Media

Ο Ιταλοτουρκικός Πόλεµος της Λιβύης, που ξέσπασε στις 29 Σεπτεµβρίου του 1911, είχε ως θέατρο των επι­χειρήσεων το Αιγαίο και ανάγκασε την Ελλάδα, έστω και εµµέσως, σε µια ευνοϊκή στάση απέναντι στους Ιταλούς. Τότε η Ιταλία εφάρµοζε ανοιχτά µια κατακτητική - ιµπερια­λιστική πολιτική, η οποία µεταξύ άλλων απέ­βλεπε σε κατάληψη των τουρκικών περιοχών της Τριπολίτιδας και της Κυρηναϊκής. Κατόπιν επιχείρησε να µεταφέρει τον πόλεµο στο Αι­γαίο αποκλείοντας τα Δαρδανέλια και κατα­λαµβάνοντας τη Χίο και τη Μυτιλήνη. Τα σχέδια της Ιταλίας, που δεν ήταν καθόλου αθώα, στον βαθµό που µας αφορούσαν ως χώρα, απέβλε­παν στην «προσωρινή» κατοχή των νησιών αυ­τών, έτσι ώστε να αποκτήσει εκεί µια στρατηγι­κής σηµασίας θέση, από την οποία θα έστρεφε την προσοχή της στα στενά της Έλλης και θα απειλούσε τον κόλπο της Σµύρνης και τις µι­κρασιατικές ακτές.

Ωστόσο, έτσι όπως εξελίχθηκαν τα πράγµατα, η Ιταλία απέφυγε την προσάρτηση των νησιών αυτών, τα οποία αποτελούσαν εδάφη ελληνι­κής επικράτειας, και στράφηκε νοτιότερα, αρ­χίζοντας το 1912 να καταλαµβάνει για αντιπε­ρισπασµό ένα - ένα τα Δωδεκάνησα, που παρέ­µεναν ακόµη υπό την τουρκική κυριαρχία. Η ήττα της Τουρκίας σε αυτό τον πόλεµο δηµιούργησε στους κύκλους της Αθήνας αισιο­δοξία, ενώ έγινε δεκτή ευνοϊκά και στις άλλες συµµαχικές πρωτεύουσες. Αυτό αποδείκνυε ότι µια στρατιωτική συµµαχία µεταξύ των βαλ­κανικών κρατών θα µπορούσε να αποφέρει ση­µαντικά αποτελέσµατα. Πρέπει να τονίσουµε εδώ ότι ως άµεση συνέπεια εκείνου του πολέ­µου υπήρξε η αλλαγή στα Δωδεκάνησα, που πέρασαν από την τουρκική κατοχή στην ιταλική (1912-1943). Η αλλαγή κατακτητή έγινε υπό τη σιωπηρή συγκατάθεση του Βενιζέλου - αν όχι µε τη συγκατάθεσή του -, όπως αποκάλυψε αργότερα ο Ιωάννης Μεταξάς, που τότε ήταν υπασπιστής του πρωθυπουργού. Έτσι ή αλλιώς, η ιταλική κατοχή των νησιών µας κράτησε τριά­ντα ένα χρόνια και τα Δωδεκάνησα απόκτησαν ιδιαίτερη στρατηγική σηµασία και έγιναν το κέ­ντρο των αποικιακών φιλοδοξιών της φασιστι­κής Ιταλίας στην Ανατολική Μεσόγειο. Τότε ο Βενιζέλος απέβλεπε σε µια νέα προσέγ­γιση των ελληνοϊταλικών σχέσεων που θα στη­ρίζονταν πάνω στην αρχή της αµοιβαιότητας. Αυτή η φιλοδοξία του Βενιζέλου αποδείχτηκε στην πράξη ότι ήταν λάθος, µια και οι Ιταλοί απέβλεπαν, πράγµα που δεν το έκρυβαν οι προθέσεις τους, στην οριστική και όχι προσω­ρινή κατάληψη των νησιών της χώρας µας. Έτσι η κατάληψη της Δωδεκανήσου, ενώ αρχικά χαιρετίστηκε µε ανακούφιση από τους κατοίκους των νησιών, σύντοµα κατέληξε να διαλύσει και την ψευδαίσθηση του κάθε καλοπροαίρετου ότι δεν επρόκειτο για πραγµατική κατοχή. Έτσι στα Δωδεκάνησα δεν άργησε να δηµιουργη­θεί, υπό τις νέες συνθήκες, ένα ολοένα και πε­ρισσότερο διογκούµενο ρεύµα αντιστασιακής δράσης, πράγµα που έκανε τις σχέσεις των δύο χωρών τεταµένες.

Η συνθήκη

Η Συνθήκη Βουκουρεστίου, που υπογράφηκε το 1913, υπήρξε πολύ σηµαντική, ιδιαίτερα για τους Συµµάχους (Ελλάδα, Σερβία και Ρουµα­νία). Με τη συνθήκη, εκτός του ότι ορίστηκαν τα σύνορα της ηττηµένης Βουλγαρίας µε τις όµορες σύµµαχες και νικήτριες χώρες, απε­τράπη και η όποια ανάµειξη της Οθωµανικής Αυτοκρατορίας σε βαλκανικά πλέον ζητήµα­τα, εκτός από την εκ µέρους της τελευταίας ανακατάληψη της Αδριανούπολης καθώς και τµηµάτων της Ανατολικής Θράκης µέχρι τον ποταµό Έβρο. Πρόσθετα όµως, για την Ελλάδα, µε τη συνθήκη αυτή άρχισε και να οριστικοποι­είται και η ποθητή λύση ενός µεγάλου επίσης ζητήµατος, του Κρητικού, που ακόµα χρονοτρι­βούσε.

Έτσι, χάρη στους Βαλκανικούς Πολέµους, η Ελ­λάδα και η Σερβία επέκτειναν την κυριαρχία τους σε ζωτικούς χώρους τους οποίους επο­φθαλµιούσαν η Ιταλία και η Αυστρία. Η Σερβία στην Αδριατική και η Ελλάδα στη Βόρειο Ήπειρο και τη Μακεδονία, την οποία ανέκαθεν σφε­τεριζόταν η Βουλγαρία, η οποία αναδείχτηκε η µεγάλη χαµένη των Βαλκανικών Πολέµων. Στις περιοχές ωστόσο αυτές η Ιταλία δεν είχε αποσύρει τις φιλοδοξίες της. Ειδικότερα στην πε­ριοχή της Βορείου Ηπείρου, στο πλαίσιο των εργασιών της διεθνούς επιτροπής χάραξης συνόρων της Αλβανίας, ενεργούσε σε βάρος των εθνικών μας δικαίων και υπέρ των θέσε­ων του υποτελούς σε αυτή Αλβανικού Πριγκιπάτου. Έτσι με την παρέμβαση των Ιταλών υπήχθησαν στην Αλβανία ελληνόφωνες περι­οχές που αποτελούσαν μόνιμο σημείο τριβής, το οποίο τελικά εξελίχθηκε σε οξύτατο μειο­νοτικό πρόβλημα που υπονόμευσε διαχρονικά τις σχέσεις των δύο χωρών. Έτσι, πίσω από τον άθλιο αλβανικό αλυτρωτισμό, ήταν η Ιτα­λία που τον υπονόμευε συστηματικά.

Εξωτερικές σχέσεις

Η ιταλική πολιτική, όπως γίνεται φανερό, κά­θε άλλο παρά φιλική υπήρξε απέναντι στα εθνικά μας συμφέροντα. Υπό αυτό το πρίσμα, η Ιταλία δεν έχανε την ευκαιρία να εκφράζει στην άσκηση της εξωτερικής της πολιτικής την αντιπαλότητά της προς τη χώρα μας. Έτσι για ένα μεγάλο διάστημα η Ιταλία πολιτευό­ταν στην εξωτερική της πολιτική υπό το δόγμα «η Ελλάδα είναι εχθρός και οι σχέσεις μαζί της ανώφελες». Την ακραία αυτή εθνικιστι­κή πολιτική της Ιταλίας εναντίον της χώρας μας την εξέφρασε μερίδα του Τύπου, ωστό­σο ως αιχμή του δόρατος σε αυτή τη χυδαία προπαγάνδα χρησιμοποιήθηκε η «Avanti». Στο σημείο αυτό, είναι χρήσιμο να υπενθυμίσουμε ότι ως αντίβαρο στη χυδαιότητα αυτής της εθνικιστικής πολιτικής που άσκουσε για εσωτερική κατανάλωση η πομπώδης Ιταλία, άρχισε να λειτουργεί η ιταλική εφημερίδα «Corriera della Sera», η όποια υιοθετούσε φι­λελληνική στάση.

Έκτος από τα αμιγώς ελληνοϊταλικά σημεία τριβής που προφανώς ήταν τα Δωδεκάνησα άλλα και το Βορειοηπειρωτικό, την επόμενη κιόλας χρονιά από τη λήξη του πόλεμου με την Τουρκία το 1911, προέκυψε και επισφρα­γίστηκε και με μια πρώτη συμφωνία ένα σύμ­φωνο ιταλοτουρκικής φιλίας. Πάνω σε αυτό χαρακτηριστικά είναι τα αποσπάσματα του εγκυρότατου ελληνικού Τύπου του μεσοπο­λέμου: «Η Ιταλία εκτός των Δωδεκανήσων, τα οποία διετήρησεν ως εγγύησιν διά την εκτέλεσιν της Συνθήκης της Λωζάνης, υπό της Τουρ­κίας, προήλθεν κατά το ίδιον έτος, 1912, εις επιτυχείς διαπραγματεύσεις με την Υψηλήν Πύλην, δι’ ωρισμένας οικονομικάς παραχωρή­σεις, τη συγκαταθέσει της ενδιαφερομένης Αγγλίας, εις την ζώνη της Αττάλειας». Όπως χαρακτηριστικά αναφέρει ο Δημήτρης Ε. Φιλιππής στο ενδιαφέρον ιστορικό του με­λέτημα «Προφασισμός, εκφασισμός, ψευδοφασισμός»:

«Εκ των υστέρων, βέβαια, αποδείχθηκε ότι η Ιταλία είχε επενδύσει στη Μικρά Ασία όχι τό­σο τα απαραίτητα κεφάλαια, όσο κάποιες πο­λύ υψηλές προσδοκίες, τις οποίες φυσικά τό­τε προσπαθούσε με κάθε τρόπο να ικανοποι­ήσει. Απαραίτητη προϋπόθεση γι’ αυτό ήταν ηφιλοτουρκική της στάση, καθώς, στο μεταξύ, χάρη στον προηγηθέντα Ιταλοτουρκικό Πό­λεμο, οι υπόλοιπες ενδιαφερόμενες χώρες υποχρεώνονταν να αποδεχθούν τις ιταλικές απαιτήσεις στη Μικρά Ασία. Αναμφισβήτητα, ο πόλεμος της Λιβύης, όπως σημείωνε αργό­τερα και η ελληνική πρεσβεία στη Ρώμη “ως το πρώτο σοβαρόν κατανεχθέν πλήγμα κατά της Οθωμανικής δυνάμεως, υπήρξεν η κύρια αφορμή των επακολουθησάντων Βαλκανικών Πολέμων”.

Τέλος, η αναγνώριση της βενιζελικής κυβέρ­νησης της Θεσσαλονίκης από την Αντάντ και η επακόλουθη εκθρόνιση του βασιλιά Κωνστα­ντίνου ήταν εξελίξεις που προκάλεσαν έκδη­λη αμηχανία στην ιταλική εξωτερική πολιτική, καθώς “η Ιταλία ενίσχυε λυσσωδώς τον Κωνσταντίνον όχι μόνον εκ μοναρχικής αλληλεγ­γύης αλλά και εκ συμφέροντος”». Σημειωτέον δε ότι η Ιταλία ήταν «μετά πάθους κωνσταντινική διότι η φιλουδετέρα πολιτική του “βασιλέα” την άφηνε ελευθέραν μεταξύ των κρατών της Αντάντ να κανονίση το μικρασιατικόν και αιγαιοπελαγιτικόν ζήτημα. Δι’ αυτό και ο Ιταλός πρέσβυς Αθηνών Μποσδάρι ήτο ο επικινδυνότερος αντίπαλος των συνα­δέλφων του της Αντάντ, προκειμένου περί ελ­ληνικών υποθέσεων…». Πρβλ., Γ. Βεντήρη «Η Ελλάς του 1919-20», τ.2, ο.α. σ. 230.

 

xenofonb@gmail.com

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.