06/12/2019 04:54:00
19.8.2019 / ΣΤΑΥΡΟΣ ΧΡΙΣΤΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2086 στις 14-8-2019

Στοίχημα για τη Ν.Δ. η νέα της ταυτότητα

Στοίχημα για τη Ν.Δ. η νέα της ταυτότητα - Media

 

Στόχος η ανανέωση ώστε να μην γίνει πάλι... «δεξιά παρένθεση»

Αν κάποιος επιχειρούσε να προσδιορίσει το μεγαλύτερο στοίχημα της Ν.Δ. μετά τη νίκη της στις βουλευτικές εκλογές της 7ης Ιουλίου και το 39,85% που απέσπασε στην κάλπη, δύσκολα θα έβρισκε σημαντικότερο από τον εκ νέου προσδιορισμό της ιδεολογικής και πολιτικής ταυτότητας του μεγάλου κόμματος της Κεντροδεξιάς.

Αμέσως μετά τις εκλογές αρκετοί είναι αυτοί που – είτε ανήκουν στο κυβερνών κόμμα είτε όχι – εστίασαν σε πολλά και ποικίλα στοιχήματα, όπως η «ανάταξη της χώρας», η διατήρηση του μεγέθους της «μεγάλης παράταξης» μετά την επιστροφή στην περιοχή του 40% και η ανάγκη να ηττηθεί ιδεολογικά η Αριστερά.

Άλλοι πάλι προέταξαν ως ερμηνεία τη νίκη του μετώπου «Μένουμε Ευρώπη» σημειώνοντας ότι εκφράστηκε πλειοψηφικά στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές τέσσερα χρόνια μετά τη συντριβή του στο δημοψήφισμα του Ιουνίου του 2015.

Ωστόσο όλες αυτές οι προσεγγίσεις έχουν το μειονέκτημα ότι αποτελούν επιμέρους στοιχεία του πολύ μεγαλύτερου ζητήματος: του επαναπροσδιορισμού της ταυτότητας της Ν.Δ. Οι λόγοι είναι πολλοί:

1. Το αποτέλεσμα του «Μένουμε Ευρώπη» του 2015 (38,69%) και αυτό της Ν.Δ. το 2019 (39,85%) έχουν ως μόνο κοινό στοιχείο το αριθμητικό μέγεθος. Διότι:

● Το δίλημμα «εντός ή εκτός Ευρώπης», όπως άλλωστε και το δίλημμα «μνημόνιο ή αντιμνημόνιο», είναι οριστικά νεκρό ήδη από την έναρξη εφαρμογής του τρίτου μνημονίου από τον ΣΥΡΙΖΑ.

● Το μέτωπο του «Ναι» στο δημοψήφισμα ποτέ δεν εμφάνισε συμπαγή ιδεολογικά και πολιτικά χαρακτηριστικά ούτε βρέθηκε ενωμένο στο ζήτημα της Συμφωνίας των Πρεσπών, το οποίο αποτέλεσε τη σοβαρότερη ιδεολογική σύγκρουση κατά τη διάρκεια της διακυβέρνησης της χώρας από τον ΣΥΡΙΖΑ. Ούτε καν εντός των ψηφοφόρων της Ν.Δ.

2. Η περίφημη «ιδεολογική κυριαρχία της Αριστεράς» είχε ελάχιστα περιθώρια έκφρασης, τα οποία μεταξύ 2015 και 2019 αποτυπώθηκαν με εξαιρετικά περιορισμένο τρόπο στην κατανομή των φόρων, στη διαχείριση του υπουργείου Δημόσιας Τάξης, σε επιμέρους μέτρα αύξησης της εργασιακής ασφάλειας, σε επιφυλάξεις και αντιστάσεις κυρίως στο πεδίο αμφιλεγόμενων επενδύσεων. Σε όλη την υπόλοιπη – εξαιρετικά πλούσια – μνημονιακή ατζέντα οι διαφοροποιήσεις υπήρξαν κυρίως ρητορικές και… αποχρώσες.

Η πιο κάθετη διαφοροποίηση Αριστεράς και Δεξιάς εκφράστηκε – σε επίπεδο επιχειρημάτων – στη Συμφωνία των Πρεσπών, η οποία όμως αφενός επιβλήθηκε από τις ΗΠΑ και τη Γερμανία, αφετέρου είχε πολλούς υποστηρικτές στο πολιτικό προσωπικό και τη βάση της Ν.Δ., η οποία μάλλον ανακουφίστηκε από τη σύναψη μιας συμφωνίας που την απάλλαξε από την αμερικανική πίεση στο συγκεκριμένο θέμα και, ταυτοχρόνως, της έδωσε ένα πολύ ισχυρό προεκλογικό όπλο.

Από Καραμανλή σε Καραμανλή

Η Ν.Δ., από την αρχή της οικονομικής κρίσης, έζησε μια περίοδο βίαιων αλλαγών και συρρίκνωσης οριακά κάτω από το 30%. Η κυριότερη συνέπεια αυτής της κρίσης ήταν ότι απώλεσε βασικά ιστορικά χαρακτηριστικά της. Αν ανατρέξουμε επιγραμματικά στην πορεία της κατά τη διάρκεια της μεταπολίτευσης, θα δούμε ότι:

1. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, καθοδηγώντας μια ευρεία μείξη της προχουντικής ΕΡΕ με μερίδα στελεχών της διαλυμένης Ένωσης Κεντρώων και ενσωματώνοντας / απονευρώνοντας τα υπολείμματα των υποστηρικτών της χούντας και της βασιλείας, κατάφερε να ακυρώσει την παλαιά ταυτότητα της ΕΡΕ αναιρώντας τις συνέπειες του εμφυλίου (νομιμοποίηση του ΚΚΕ) και να κατοχυρώσει την «ευρωπαϊκή ταυτότητα» της Ν.Δ. υπογράφοντας το 1979 τη συνθήκη ένταξης στην ΕΟΚ.

2. Ο Γεώργιος Ράλλης και ο «Γεφυροποιός» της χούντας Ευάγγελος Αβέρωφ δεν κατάφεραν να αντισταθούν στην επέλαση του ΠΑΣΟΚ, έργο το οποίο ανέλαβε το 1985 ο παλαιός κεντρώος, πολιτικά στιγματισμένος από την αποστασία του 1965 και μεταδικτατορικά νεοφιλελεύθερος Κωνσταντίνος Μητσοτάκης. Το σαρωτικό πέρασμά του από τη διακυβέρνηση της χώρας (1990-93) και η κατάρρευσή του ρίχνουν τη Ν.Δ. σε νέα κρίση ηγεσίας, την οποία αδυνατεί να διαχειριστεί ο Μιλτιάδης Έβερτ (1993-1997), ο οποίος ηττάται από τη νέα (σημιτική) εκδοχή του ΠΑΣΟΚ.

3. Ενώπιον του αδιεξόδου, αλλά και της πολιτικής αδυναμίας της Ν.Δ. να αντιμετωπίσει το εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ, το οποίο ασκεί τεράστια ιδεολογική επίδραση στον περίγυρό του, αφαιρεί από τη Ν.Δ. την ταυτότητα της ευρωπαϊκής παράταξης και της αρπάζει τα «πρωτεία» στο πεδίο του οικονομικού φιλελευθερισμού μέσα από ένα μεγάλο κύμα ιδιωτικοποιήσεων και άλλων οικονομικών μεταρρυθμίσεων, η διέξοδος είναι μία και μόνη: επιστροφή στις ρίζες.

Στις αρχές του 1997 μια ομάδα καραμανλικών στελεχών παίρνει από το χέρι τον ανιψιό και συνονόματο του ιδρυτή της Ν.Δ., τον Κώστα Καραμανλή, και επί της ουσίας του αναθέτει την ηγεσία του κόμματος. Ύστερα από την οριακή ήττα του 2000, το 2004, παραμονές των Ολυμπιακών Αγώνων, έρχεται η ώρα να επανέλθει η «μεγάλη κεντροδεξιά παράταξη» στην εξουσία.

Το... μνημόσυνο

Ωστόσο τα πράγματα δεν είναι τόσο απλά. Το κόμμα δεν έχει πλέον ιδεολογικά καύσιμα. Όλα όσα συγκροτούσαν την ιδεολογική του ταυτότητα είτε έχουν εκπληρωθεί είτε απλώς έχει παρέλθει η ημερομηνία λήξης τους. Ο «ριζοσπαστικός φιλελευθερισμός», τον οποίο προσδιόρισε ως ιδεολογία του κόμματος το 1ο Συνέδριο στη Χαλκιδική στις 5-7 Απριλίου 1979, ήταν προϊόν μιας άλλης εποχής και διατυπώθηκε για να ικανοποιήσει ανάγκες μιας περιόδου που πλέον είχε τελειώσει.

Οι μεγάλες συγκρούσεις με τους «νταβατζήδες» της οικονομικής και πολιτικής ζωής καταλήγουν σε ήττα, τα απόνερα της «ισχυρής Ελλάδας» μετατρέπονται σε τσουνάμι, η δημοσιονομική διαχείριση της Ν.Δ. είναι ανεπαρκέστατη και το τελειωτικό χτύπημα δίνουν τα σκάνδαλα και το κάψιμο του κέντρου της Αθήνας από τους αντιεξουσιαστές. Η απόπειρα επαναφοράς της φιλοσοφίας του καραμανλισμού αποτελεί το μνημόσυνό του.

Τα μόνα στοιχεία που διασώζουν κάπως τη διακυβέρνηση Καραμανλή στη συνείδηση της παράταξης είναι η ουσιαστική στήριξη του «Όχι» στο Σχέδιο Ανάν και η απειλή του βέτο στην ένταξη της τότε ΠΓΔΜ στο ΝΑΤΟ, που ναυάγησε στη σύνοδο του Βουκουρεστίου τον Απρίλιο του 2018.

Η κρίση έχει αρχίσει, το ΠΑΣΟΚ έχει επανέλθει θριαμβευτικά και τον Νοέμβριο του 2009, λίγους μήνες πριν από το πρώτο μνημόνιο, το κόμμα περνάει διά της ψήφου των μελών στα χέρια του Αντώνη Σαμαρά, ο οποίος, εκμεταλλευόμενος την κατάρρευση του ΠΑΣΟΚ, αναλαμβάνει το 2012 τη διακυβέρνηση σε συνεργασία με ΠΑΣΟΚ και ΔΗΜΑΡ.

Όμως τα μνημόνια «σκοτώνουν» όλες τις κυβερνήσεις που τα εφαρμόζουν και η κοινωνική δυσαρέσκεια αποκαθηλώνει και αυτή την κυβέρνηση, η οποία δεν είχε καν την ευκαιρία να επαναπροσδιορίσει ιδεολογικά και να ανασυντάξει οργανωτικά το κόμμα.

Έτσι, ύστερα από την ήττα τον Ιανουάριο του 2015 από τον ΣΥΡΙΖΑ και ένα μικρό διάλειμμα με πρόεδρο τον Ευάγγελο Μεϊμαράκη, ο οποίος χάνει και τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, η σκυτάλη περνάει στον Κυριάκο Μητσοτάκη, ο οποίος, εκτός από την ηγεσία, παραλαμβάνει και όλες τις ιστορικές εκκρεμότητες της Ν.Δ.

Μητσοτακοποίηση;

Η Νέα Δημοκρατία, αφού πρώτα στάθηκε επί χρόνια αδύνατον να βρει το ιδεολογικό αντίβαρο στις δύο εκδοχές του ΠΑΣΟΚ (ανδρεϊκή και εκσυγχρονιστική), που κυριάρχησαν πλήρως επί δύο δεκαετίες, με την περίοδο Κωνσταντίνου Μητσοτάκη να λειτουργεί απλώς ως «δεξιά παρένθεση», έχει καθυστερήσει μια ολόκληρη δεκαετία – από την ήττα του Καραμανλή το 2009 – να επαναπροσδιορίσει τον εαυτό, το στίγμα και τον ρόλο της.

Από μια άποψη θα μπορούσε να θεωρηθεί ατυχία το ότι αφενός η είσοδος στο ευρώ και οι άτεγκτοι δημοσιονομικοί κανόνες του και αφετέρου η διαχείριση του δευτέρου μνημονίου την υποχρέωσαν να λειτουργεί σε πλαίσια τα οποία δεν είχε συνδιαμορφώσει η ίδια – για να μην πούμε ότι, σε έναν βαθμό, ούτε καν τα κατανοούσε. Ο περιορισμός σειράς ελληνικών κυβερνήσεων σε ρόλο εντολοδόχων διαχειριστών είχε σοβαρό αντίκτυπο και στη Ν.Δ.

Ωστόσο ούτε η πραγματικότητα ούτε οι ανάγκες της χώρας μπορούν να περιμένουν. Συνεπώς η ηγεσία Μητσοτάκη, πέρα από το κυνήγι του διαχειριστικού αποτελέσματος σε επίπεδο διακυβέρνησης, είναι αναγκαίο να μεταρρυθμίσει και το κόμμα. Σε αυτή την κατεύθυνση φαίνεται να κινείται ήδη σε έναν βαθμό ο πρωθυπουργός αποπειρώμενος να επιτύχει αυτό στο οποίο είχε αποτύχει ο πατέρας του: να επιβάλει το ιδεολογικό του στίγμα στη Ν.Δ.

Ωστόσο ο προσωπικός έλεγχος κρίσιμων κρατικών μηχανισμών και η είσοδος τεχνοκρατών της εμπιστοσύνης του στην κυβέρνηση δεν είναι βέβαιο αν κατατείνουν σε μια απόπειρα μεταρρύθμισης ή αποτελούν απόπειρα πλήρους και ασφυκτικού ελέγχου. Κοινώς, το ερώτημα «μεταρρύθμιση ή μητσοτακοποίηση» πιθανότατα θα πάρει χρόνο για να απαντηθεί.

Σε αυτή τη φάση είναι επίσης άγνωστο εάν η προσθήκη στελεχών του Ποταμιού, του πάλαι ποτέ εκσυγχρονιστικού ΠΑΣΟΚ και της «αγοράς» αποτελούν απλώς παράκαμψη του στελεχικά φτωχού κομματικού μηχανισμού ή απόπειρα σύνθεσης μιας πολιτικής και ιδεολογικής τάσης που θα κυριαρχήσει στο κόμμα τα επόμενα χρόνια.

Ανοίγματα και εμπόδια

Στην Ελλάδα ο Μητσοτάκης φαίνεται πως επιχειρεί τη μεταρρύθμιση και την ανανέωση του κόμματός του είτε με υλικά άλλων αποτυχημένων κομμάτων (Ποτάμι) είτε με απομεινάρια μιας πολιτικής γενιάς που βρίσκεται σε αποδρομή (εκσυγχρονιστικό ΠΑΣΟΚ).

Σε κάθε περίπτωση και οι δύο αυτές συνιστώσες παραπέμπουν σε άνοιγμα προς το πολιτικό Κέντρο. Τώρα που η νεοναζιστική Άκρα Δεξιά ξεδοντιάστηκε και στη θέση της υπάρχει η «λάιτ» και εν πολλοίς ρευστή εκδοχή της Ελληνικής Λύσης του Βελόπουλου, οι στόχοι αυτού του ανοίγματος είναι δύο:

● Η περιθωριοποίηση του Κινήματος Αλλαγής, το οποίο απέτυχε να επαναπατρίσει αξιοσημείωτο όγκο ψηφοφόρων από τον ΣΥΡΙΖΑ.

● Το «στρίμωγμα» του ΣΥΡΙΖΑ και η ανακοπή της επιρροής του στα όρια του Κέντρου.

Ταυτοχρόνως βέβαια η Ν.Δ. επιδιώκει να αποτελεί τον μεγάλο «παίκτη» στο σύνολο της Δεξιάς, ώστε να μην αφήσει περιθώριο δημιουργίας ενός ακόμη ισχυρού σχηματισμού της Άκρας Δεξιάς, ο οποίος, όπως το 2012, θα τη συμπιέσει εκλογικά στο όριο του 30%. Δεδομένης άλλωστε της πραγματικότητας στην Ευρώπη, όπου η Δεξιά «ανανεώνεται» και επανατοποθετείται με καταλύτες που κινούνται ακόμη δεξιότερα, αυτό το στοίχημα είναι ιδιαιτέρως κρίσιμο.

Ωστόσο δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι αυτή η συνταγή θα επιτύχει εν όψει των προκλήσεων που θα αντιμετωπίσει η κυβέρνηση. Ας δούμε μερικά παραδείγματα:

1. Προεκλογικά η Ν.Δ. μιλούσε, αναφερόμενη στο μεταναστευτικό, για τα θαλάσσια σύνορα της χώρας, τα οποία πρέπει να φυλάσσονται. Σήμερα σιωπά. Πιθανόν επειδή γνωρίζει ότι η διαχείριση του μεταναστευτικού, η οποία ενδιαφέρει σφόδρα τους Ευρωπαίους, ενδέχεται να συνδεθεί με άλλα θέματα προτεραιότητας.

2. Προεκλογικά πολέμησε σφόδρα τη Συμφωνία των Πρεσπών. Σήμερα έχει τοποθετήσει υπουργό Εξωτερικών ένα κατ’ εξοχήν ήπιο στέλεχός της – αν όχι θιασώτη της εν λόγω συμφωνίας.

3. Προεκλογικά υποσχόταν ότι θα «καθαρίσει» τα Εξάρχεια, ότι θα επιβάλει τον νόμο και την τάξη, αλλά μάλλον είχε λησμονήσει ότι και η πρώτη και η δεύτερη γενιά τρομοκρατίας γεννήθηκαν και «μεγαλούργησαν» επί των ημερών της, ενώ η μεγαλύτερη αντιεξουσιαστική εξέγερση συνέβη επίσης στα τελειώματα της διακυβέρνησης Καραμανλή.

4. Προεκλογικά κατακεραύνωνε την κυβέρνηση του ΣΥΡΙΖΑ για όσα προκλητικά έλεγε στην Αθήνα ο Ερντογάν και την προειδοποιούσε να μην διανοηθεί να αντιμετωπίσει τα ελληνοτουρκικά εμφορούμενη από το... «πνεύμα των Πρεσπών». Τώρα θα πρέπει η ίδια να αντιμετωπίσει την επιθετικότητα της Άγκυρας χωρίς να πέσει στις παγίδες της.

5. Ταυτοχρόνως μένει να δούμε αν θα βρει μια ισορροπημένη συνταγή μεταξύ ενίσχυσης της επιχειρηματικότητας και κοινωνικής προστασίας ή «θα τα δώσει όλα» στους επιχειρηματίες αφήνοντας τους εργαζομένους στο έλεός τους.

Από αυτά και άλλα πολλά θα φανεί αν η Ν.Δ., στη διάρκεια της διακυβέρνησής της, θα καταφέρει να διαμορφώσει μια νέα ταυτότητα, ικανή να την περάσει στη νέα της εποχή, προσδίδοντάς της πολιτικά πλεονεκτήματα που θα τη μεταβάλουν πάλι σε μεγάλη παράταξη ή θα αποτύχει και θα αποτελέσει άλλη μια... «δεξιά παρένθεση».

 

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.