15/12/2018 05:32:46
20.2.2010

Δημήτρης Παπαδημητρίου

Συνέντευξη στην Άννα Βλαβιανού

Ήταν 19 χρόνων όταν τον παρουσίασε στο κοινό ο Μάνος Χατζιδάκις. Πέρασαν 30 χρόνια κι όπως λέει έχει την ίδια, μπορεί και περισσότερη, ορμή για δημιουργία. Οι μουσικές του και τα τραγούδια του είναι πάντα ιδιαίτερες. Ένα βήμα μπροστά. Ποτέ δεν έκανε κάτι εμπορικό με πρόθεση. Αποδείχθηκε εμπορικός εξαιτίας της αγάπης που δείχνει ο κόσμος στη δουλειά του. Ο Δημήτρης Παπαδημητρίου διατηρεί τη σοβαρότητα του τραγουδιού σαν καταγραφή της ελληνικής ιστορίας και του συναισθήματος και προχωράει σε νέα μονοπάτια έμπνευσης. Το μεγάλο κοινό τον ανακάλυψε λόγω της τηλεόρασης. Τα σάουντρακ των τηλεοπτικών σειρών που έγραψε έγιναν όλα μεγάλες επιτυχίες, ξεκινώντας απ’ την «Αναστασία» και φτάνοντας στις «Μάγισσες της Σμύρνης» και τη «Λένη». Δεν έμεινε, όμως, μόνον εκεί. Τον ακολούθησε και σε πιο περίπλοκες διαδρομές. Στις ζωντανές του εμφανίσεις ο κόσμος είναι εκεί και φεύγει ευτυχής. Τα τελευταία πέντε χρόνια, εκτός όλων των άλλων, διευθύνει το Τρίτο Πρόγραμμα, διδάσκει σε Ωδείο και φροντίζει να έχει πάντα ανοιχτή την πόρτα του σε νέους ταλαντούχους καλλιτέχνες.

Είναι εποχή για συνθέτες;

Δ.Π.: Οι οικονομικές συνθήκες ευνοούν για ένα σοβάρεμα. Και ήδη ισχύει. Όλοι πια στρέφονται σε έννοιες και πράγματα που ήταν στο περιθώριο αλλά δεν είχαν σβήσει. Πλέον όποιος δεν έχει λεφτά για πέταμα δεν αγοράζει πράγματα για πέταμα. Υπάρχει μια στροφή του κόσμου προς τις αξίες, κι ένας συνθέτης είναι η πηγή του τραγουδιού και της μουσικής. Η δισκογραφία και ο Τύπος συνεχίζουν όπως έμαθαν. Θεωρούν πως κάτι είναι εμπορικό όταν μιμείται το εμπορικό του παρελθόντος. Σήμερα όμως δεν είναι έτσι τα πράγματα.

Η δισκογραφία πλέον έχει τελειώσει, γιατί κάνεις δίσκους;

Δ.Π.: Παίζονται στο ράδιο, παίζονται στο Ίντερνετ, αφήνεις να σε κλέψουν οι μαύροι… Έτσι γίνεται γνωστό ένα τραγούδι. Δεν ευτελίζεται το προϊόν που δεν πρόκειται να ευτελιστεί.

Είσαι πάντα τόσο παραγωγικός όπως παλιά;

Δ.Π.: Έχω συλλογές πέντε δίσκων που μπορώ να βγάλω αύριο. Όμως έχω μεγάλο πρόβλημα στο να συμβιβαστώ με την ιδέα ότι πρέπει να συνεργαστώ με αυτούς τους τραγουδιστές που σταμάτησαν τα ρολόγια. Δεν θέλω να ρίξω νερό στο αυλάκι μιας δύναμης που προσπαθεί να σταθεί με νύχια και με δόντια χωρίς να έχει το ηθικό αντίκρισμα. Θα ήθελα, αν είχα τη δύναμη, να επιβάλλω νέα πρόσωπα, όχι μόνο τραγουδιστές αλλά και συνθέτες και να ανθίσει ο τόπος ξανά. Θα το είχα κάνει μαζικά αν δεν ήξερα πόσο δύσκολο είναι να δημιουργήσεις ένα πρόσωπο καινούργιο. Θα μπορούσα να είχα δημιουργήσει εκατό, όχι ένα.

Ποια είναι σήμερα η μεγάλη νέα φωνή που θέλεις να συνδεθείς μαζί της; Η Φωτεινή Δάρρα;

Δ.Π.: Έχω συνδεθεί μαζί της ούτως ή άλλως. Η δουλειά μου είναι να καταλάβω ποιος έχει τη δυνατότητα να γίνει μεγάλος. Εμένα δεν μ’ αρέσουν οι ταπεινοκουφάλες. Μ’ αρέσει ο άνθρωπος που έχει το μέγεθος και που πληρώνει το τίμημα αυτού του μεγέθους. Και η Φωτεινή είναι ένα τέτοιο πρόσωπο, κατά τη γνώμη μου. Το μέγεθός της το είχε από την πρώτη στιγμή. Έφτανε από το Μι κάτω από το πεντάγραμμο στο Μι τρεις οκτάβες πάνω. Έχει τεράστια έκταση φωνής.

Αρκεί μόνο η έκταση;

Δ.Π.: Όχι. Εν συνεχεία είναι η παιδεία, η δουλειά, η προσήλωση στην ποιότητα. Ότι δεν πετάμε τον πισινό μας έξω, όπως άλλοι, ούτε γλείφουμε και κάνουμε δημόσιες σχέσεις προς πάσα κατεύθυνση. Απλά δημοσιοποιούμε το έργο μας. Είναι πολύ ενοχλητικό αυτό στην αρχή, αλλά κάποια στιγμή θα καταλάβουν, με τα χρόνια. Άλλωστε είμαστε και μια κοινωνία που μετράνε πάρα πολύ τα ένσημα. Αν δεν παλιώσεις δεν γίνεται τίποτα. Εγώ τώρα έχω παλιώσει κι όλοι λένε καλά για μένα. Δεκαεννέα χρόνια δεν με ήξερε ψυχή. Από τον «Ηλεκτρικό άγγελο» ως την «Αναστασία», που με έμαθαν, μεσολαβούν 19 χρόνια αφάνειας και αμφισβήτησης. Δεν λειτουργούσα επιθετικά τότε. Σήμερα χρειάζεται να έχω άλλη στάση. Ένα κοινωνικό σύνολο που βομβαρδίζεται από μηνύματα, αντίθετα προς αυτά τα οποία πρεσβεύω, χρειάζεται να βομβαρδιστεί και με τα δικά μου, γιατί δεν υπάρχει άλλη τύχη. Όχι με βία, αλλά με τον τρόπο μου και επιμονή. Κάποια στιγμή θα πουν ότι για να επιμένει τόσο αυτός ας τον ακούσουμε.

Επιμένεις πολύ στη συνεργασία σου με τη Δάρρα παρότι δεν φαίνεται να υπάρχει μια εμπορική κορύφωση αντίστοιχη μ’ αυτήν που είχες, π.χ., με την Αρβανιτάκη.

Δ.Π.: Υπάρχει κορύφωση. Σε όποια εταιρεία είμαστε συγκαταλεγόμαστε στα πρώτα νούμερα σε πωλήσεις, απλώς δεν κάνουμε ψεύτικους χρυσούς δίσκους όπως κάνουν οι περισσότεροι. Άσε που δεν πιστεύουμε και στον θεσμό. Είναι εμπορικό κόλπο. Ο χρυσός δίσκος δεν μου λείπει από τους τοίχους – έχω επτά-οκτώ που δεν τους έχω κρεμάσει. Δεν με ενδιαφέρει πόσες χιλιάδες με ακούσανε, αλλά τι έκανε η μουσική μου στον καθένα ξεχωριστά. Δισκογραφική επιτυχία έχω, όπως έχει και η Φωτεινή. Συναυλιακή επιτυχία έχουμε πολύ μεγάλη. Αυτό που δεν έχω είναι η υπογράμμιση αυτών των επιτυχιών με ψεύτικους χρυσούς ή διθυραμβικά δημοσιεύματα.

Αυτόν τον κόσμο τον φέρνει η Φωτεινή και όχι εσύ;

Δ.Π.: Είμαι σίγουρος ότι τον φέρνει η Φωτεινή, γιατί διαφορετικά θα τους έφερνα και πριν. Έκανα συναυλίες παλιά με άλλους τραγουδιστές και είχα 400-500 άτομα. Τώρα έχω και 5.000! Στις συναυλίες μας η Φωτεινή λέει τραγούδια και άλλων συνθετών, αυτών που πρέπει ν’ ακούγονται, Χατζιδάκι, Θεοδωράκη, Μούτση, Ξαρχάκο... Και δεν είναι μόνο η Φωτεινή μαζί μου, είναι κι άλλοι τέσσερις τραγουδιστές.

Είναι γνωστή η προσωπική σας σχέση. Είναι η μούσα σου; Η έμπνευσή σου;

Δ.Π.: Είναι γνωστή, σε αντίθεση με πολλές άγνωστες σχέσεις που υπάρχουνε γύρω μας. Από την πρώτη στιγμή είχαμε καλή επαγγελματική επαφή και οδηγηθήκαμε σε μια μη μυστική σχέση. Όταν μ’ έναν άνθρωπο ταυτίζεσαι σε επίπεδο πνευματικό, ηθικό, καλλιτεχνικό και βλέπεις ότι πληρώνει το τίμημα αυτής της σχέσης, γιατί θα πρέπει να μην τον έχεις δίπλα σου; Κάποιος μπορεί να πιστεύει ότι τα πράγματα είναι εύκολα. Σου δίνει ο Παπαδημητρίου ένα τραγούδι και… τελείωσε! Το τραγούδι αυτό όμως δεν μπορεί να το πει ο καθείς. Έχουνε σπάσει τα μούτρα τους πολλοί. Δεν μιλάω για τα απλά τραγούδια ενός σίριαλ. Μιλάω για έργα που έχουν ένα πολύ σοβαρό κείμενο να υποστηρίξουν και χρειάζονται χρόνο. Αυτόν το χρόνο, δεν μου τον δίνει κανείς, να ξέρεις. Έχει υπάρξει συναυλία με μεγάλο όνομα μαζί μου που δεν ήρθε σε καμία πρόβα, ούτε στη γενική, στην δε παράσταση ήρθε δέκα λεπτά αφού είχε αρχίσει! Ένα άλλο μεγάλο όνομα μου παρήγγειλε και έγραψα ένα έργο γι’ αυτόν. Ήρθε την παραμονή της παράστασης να το πει. Ήταν αδύνατον να είναι καλός. Δεν μπορείς να είσαι κι εδώ κι εκεί. Δεν μπορώ να συνυπάρχω μ’ αυτό που γινόταν παλιά: να είναι κάποιοι συνθέτες η κολυμπήθρα του Σιλωάμ, να έρχονται οι τραγουδιστές να αναβαθμίζονται και μετά να ξαναρίχνουμε τον πήχη γιατί η μόδα έχει πάει αλλού. Θέλω τους ανθρώπους μου να είναι εκεί. Θεωρώ πολύ σπουδαία τα τραγούδια του Άκη Πάνου ή του Ζαμπέτα, δεν λέω πως μόνο το περίεργο έχει νόημα, αλλά το αγοραίο μ’ ενοχλεί. Οι άνθρωποι που είναι σήμερα δίπλα μου ή στο μέλλον – δεν θα κλείσει ποτέ η πόρτα– πρέπει να είναι αντάξιοι της πρόκλησης που η τέχνη ορίζει. Εμείς είμαστε ιερείς ενός μοναστηριού, δεν είμαστε άνθρωποι που κάνουν αυτή τη δουλειά για να τα πάρουν. Είμαστε σ’ αυτόν το χώρο επειδή μας αρέσει.

Οι άλλοι το κατανοούν αυτό;

Δ.Π.: Μπορεί κάποιος να λέει: «Αυτοί είναι τρελοί, αλαζονικοί, ελιτίστες». Γιατί; Επειδή δεν είμαστε τρέντι; Ή ταπεινοκουφάλες; Αν έρθει ένας νέος και είναι σπουδαίος πρέπει απ’ την πρώτη στιγμή να του δοθούν τα σπουδαία. Τη Φωτεινή την έβγαλα στο Ηρώδειο να τραγουδήσει δύο τραγούδια του Σεφέρη, όταν ήταν ακόμα ηθοποιός. Αν αντέξεις στην πρώτη εμφάνιση, θα αντέξεις μέχρι τέλους. Δεν υπάρχει «ξεκινάω από το ένα μέτρο και θα γίνω ένα χιλιόμετρο». Είσαι από την αρχή ένα χιλιόμετρο. Απλώς σιγά σιγά αποκαλύπτεται το χιλιόμετρό σου. Στέκεσαι εσύ αντάξιός του. Αυτή είναι όλη η ιστορία.

Κάποτε έγραφες για την Αρβανιτάκη, τον Ιωαννίδη, την Αλεξίου…, τραγουδιστές των πολλών χιλιάδων δίσκων. Τα τελευταία χρόνια απέχεις απ’ αυτούς. Γιατί;

Δ.Π.: Ο τελευταίος τέτοιου τύπου τραγουδιστής που συνεργάστηκα ήταν ο Μητροπάνος. Συνεργαστήκαμε πολύ ωραία, ο δίσκος όμως δεν υποστηρίχθηκε από την εταιρεία του καθόλου κι ο Δημήτρης δεν έπαιζε τα τραγούδια αυτά στα live του. Πρέπει να πω ότι δεν είχαν ποτέ τα τραγούδια μου υποστήριξη από τους μεγάλους τραγουδιστές. Την υποστήριξη την πήρα από τον κόσμο και κάποια στιγμή «αναγκάστηκαν» να τα παίξουν κι αυτοί.

Γιατί να μην τα υποστηρίξουν;

Δ.Π.: Γιατί είναι δύσκολο να τα εντάξουν στο πρόγραμμά τους, ξεχωρίζουν κατά κάποιον τρόπο, κάνουν κακό στα διπλανά. Βέβαια πρέπει να πω το εξής για να μη φανώ αλαζονικός: υπάρχουν τραγούδια συναδέλφων μου που δένουν αρμονικά με τα δικά μου. Αν μ’ αφήνανε θα τους έβρισκα, σαν παραγωγός, δέκα δίσκους, όχι έναν… Αυτοί δεν το κάνουν.

Πώς βγαίνει το πρόγραμμα μιας συναυλίας; Ποιος είναι ο στόχος;

Δ.Π.: Το όπα! Να κάνουμε κέφι. Είναι στη φύση του τραγουδιστή. Δεν είναι κακό. Χωρίς αυτούς μπορεί να γινόντουσαν αρρωστημένες συναυλίες, πολύ μελαγχολικές και πολύ εσωστρεφείς, γιατί ο συνθέτης είναι ποιητική μορφή κι εύκολα υπάρχει μέσα σ’ ένα κλίμα εσωστρέφειας. Είναι υγεία λοιπόν η ματιά του τραγουδιστή, αλλά είναι υγεία και το άλλο. Το σκέτο όπα κι αυτό μια αρρώστια είναι. Πολλές φορές οι τραγουδιστές λένε: κάνει κοιλιά εκεί... Εκεί, πού; Στα πέντε ωραία τραγούδια, που όμως δεν είμαστε πάνω στα τραπέζια! Το τραγούδι δεν είναι μόνο όπα. Περάσαμε κι απ’ αυτή την περιοχή, όπου το τραγούδι αναζωπυρώθηκε μέσα απ’ τα τσιφτετέλια και τα ελληνάδικα… Θετικό, γιατί του έδωσε μια δεκαετία ζωής, από τότε όμως το μπόλιασε και με κάτι κακό: ότι πρέπει να είναι πανηγυρτζίδικο...

Είναι δύσκολο να δουλεύεις με τραγουδιστές φτασμένους; Έχουν το άγχος της συνεχούς επιβεβαίωσης;

Δ.Π.: Πέφτουν μοιραία στην παγίδα της καριέρας. Αρχίζουν κι αλλοιώνονται και χάνουν την καλλιτεχνική ψυχή τους. Είναι πολύ αστείο να βλέπω νέους τραγουδιστές να θυσιάζουν τα πάντα, να είναι έτοιμοι για όλα, και να μην τολμάνε να πούνε έστω ένα καλό τραγούδι κι ας μην είναι αυτό που θα τους φέρει φράγκα και φήμη. Να είναι τόσο συντηρητικοί. Δεν είμαι εναντίον των τραγουδιστών, ως θεσμός. Αντιθέτως, πιστεύω στη διάκριση των «εξουσιών». Ο τραγουδιστής πρέπει να υπάρχει, είναι το όπλο μας. Και τον τραγουδιστή που με τιμά τον τιμώ.

Σήμερα για να πουλήσεις πρέπει να είσαι Χατζηγιάννης;

Δ.Π.: Χτες ναι, σήμερα όχι. Ούτε αυτή η πλευρά πάει καλά, ούτε τα μαγαζιά τους... Το σήμερα είναι αλλιώς. Πρέπει να δείξουμε στον κόσμο την αλλαγή. Τα μίντια πρέπει να βοηθήσουν, να υπογραμμίσουν αυτή τη μεταστροφή. Ο κόσμος θέλει να δει την αλλαγή στον καθρέφτη. Αν δεν δει ότι έχει ψηλώσει θα νομίζει ότι είναι ακόμα κοντός. Έπεται μια καλή εποχή. Αλλά θα πρέπει να καταλάβουν και οι άνθρωποι των μίντια ότι είναι υπέρ τους αυτή η αλλαγή. Μπορεί να έχουν συνομολογήσει ή συμφωνήσει με την παρακμή για να επιζήσουν, όχι όλοι φυσικά, αλλά μέσα τους γνωρίζουν πολύ καλά τι κάνουν. Αν αλλάξει το κλίμα, υπέρ τους είναι.

Το ραδιόφωνο δεν σε παίζει πια όπως σε έπαιζε…

Δ.Π.: Ναι, έτσι είναι. Με ενοχλεί, αλλά με ενοχλεί εξίσου που δεν παίζεται ο Θεοδωράκης, ο Χατζιδάκις , ο Ξαρχάκος, ο Μούτσης… Παίζονται κάποιοι άλλοι, είναι μια άλλη φυλή. Αν μόνο εγώ δεν παιζόμουνα θα έλεγα πως συμβαίνει κάτι στραβό σε σχέση με μένα.

Απολαμβάνεις τις τιμές και τη φήμη του ποιοτικού συνθέτη ή μάχεσαι για το καινούργιο;

Δ.Π.: Μάχομαι. Ενώ θα μπορούσα πολύ εύκολα να αποτελώ σημαία μιας κατάστασης που θέλει να παγιώσει και να σκοτώσει το χρόνο δεν έχω διατηρήσει αυτά τα οφίκια. Έχω προσχωρήσει στις τάξεις των αναρχικών νέων που προσπαθούν κάτι να κάνουν και μέσα από το έργο μου επιδιώκω την καθιέρωση νέων ανθρώπων. Έχω μια εμμονή να εμφανίζομαι με πρόσωπα νεότερα και να τους δίνω υλικό ώστε να μπορέσουν να δημιουργήσουν μια νέα κατάσταση. Δεν θέλω να είμαι ο συνθέτης που κλείνει την πόρτα πίσω του. Θέλω να είμαι ο συνθέτης που αυτό το οποίο πήρε το έδωσε, αν μη τι άλλο, ζωντανό. Και δεν το κάνω μόνον εγώ αυτό, υπάρχουν κι άλλοι.

Πάντα σε αντιμετώπιζαν ως ελίτ. Σε περιόριζε αυτό;

Δ.Π.: Εκ προοιμίου με λένε ελίτ και εκ των υστέρων με λένε εμποράτσα. Τα «Τραγούδια για τους μήνες» που έκανα με την Ελευθερία Αρβανιτάκη είναι ο πιο εμπορικός και ο πιο ελιτίστικος δίσκος παράλληλα. Τα σάουντρακ που έχω ηχογραφήσει είναι τα πιο ελιτίστικα και τα πιο εμπορικά. Ελίτ δεν νομίζω να είμαι στην πραγματικότητα, αν σκεφθεί κανείς ότι κινούμαι από το πολύ λαϊκό τραγούδι ως τη λόγια κλασική μουσική. Μπορεί για τους μεν να φαίνομαι πολύ λαϊκός και για τους δε να φαίνομαι πολύ ελίτ. Η ταμπέλα πάντα θα υπάρχει.

Τελικά τι είναι έντεχνο; Μονίμως κάποιοι ξιφουλκούν για τον ορισμό του.

Δ.Π.: Πιστεύω ότι υπάρχει ένα μόνο είδος τραγουδιού, που λέγεται λαϊκό και χωρίζεται σε δύο κατηγορίες, οι οποίες έχουν ηθική διάσταση: το έντεχνο και το αγοραίο. Το έντεχνο είναι αυτό που δημιουργείται με στόχο το λειτούργημα της τέχνης, ενώ το αγοραίο έχει στόχο να τ’ αρπάξουμε απ’ τον αγοραστή. Επίσης, δεν υπάρχουν έντεχνοι συνθέτες ή τραγουδιστές. Αύριο μπορεί να μου τη δώσει και να κάνω αγοραία πράγματα – θα εξακολουθώ να θεωρούμαι έντεχνος; Η αντίθεση είναι στο αν κάτι γίνεται για την τέχνη ή την αγορά. Δεν είναι είδος το έντεχνο. Υπάρχει πιο έντεχνος απ’ τον Βαμβακάρη;

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.