29/02/2020 03:19:50
11.1.2020 / ΕΛΕΝΗ ΠΕΤAΣΗ
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2107 στις 9-1-2020

«Πριν την αποχώρηση» του Τόμας Μπέρνχαρντ

«Πριν την αποχώρηση» του Τόμας Μπέρνχαρντ - Media

 

Γερμανία, 7 Οκτωβρίου 1970. Παρότι έχουν περάσει είκοσι πέντε χρόνια από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, τρία αδέλφια εξακολουθούν να γιορτάζουν τα γενέθλια του αρχηγού των SS Χάινριχ Χίμλερ, στον οποίο, μάλιστα, το ανδρικό μέλος της οικογένειας χρωστάει την επιβίωσή του.

Ο νυν δικαστής Ρούντολφ (Περικλής Μουστάκης), αν και υπήρξε διοικητής σε κάποιο στρατόπεδο συγκέντρωσης, όχι μόνο κατάφερε να ξεφύγει από την «υποτιθέμενη» απο-ναζικοποίηση, αλλά, παραμένοντας πιστός στις αρρωστημένες πεποιθήσεις του, έχει κατακτήσει και μία από τις υψηλότερες θέσεις του κρατικού μηχανισμού. Δίπλα του στέκει αγέρωχη η ερωμένη, ομοϊδεάτισσα αδελφή του Βέρα (Μπέττυ Αρβανίτη). Αντίθετα η μικρότερη, η αντιφασίστρια Κλάρα (Σμαράγδα Σμυρναίου), καθηλωμένη στο αναπηρικό καροτσάκι της – σύμβολο ενός εξίσου ανάπηρου κοινωνικού στρώματος που υποτάσσεται στους ισχυρούς – μάταια προσπαθεί με «ομιλούσες» σιωπές να αντιδράσει.

Η ετήσια φιέστα ετοιμάζεται να αρχίσει και ο Τόμας Μπέρνχαρντ, γνωστός για τα κείμενά του ενάντια στον εθνικοσοσιαλισμό, βρίσκει την ευκαιρία να καταγγείλει με ειρωνικό, σχεδόν γελοιογραφικό τρόπο τη μεταπολεμική «απενοχοποίηση» εγκληματιών της χιτλερικής περιόδου.

Στο «Πριν την αποχώρηση» (1979) οι αντι-ήρωές του αποτελούν μείγματα συγγενικών, φιλικών και κοινωνικών προσώπων του περιβάλλοντός του, που τον πλήγωσαν ανεπανόρθωτα – κάτι ανάλογο συμβαίνει σε πολλά πονήματά του, όπως στο «Ρίτερ, Ντένε, Φος» που είδαμε πρόσφατα.

Πρόσωπα αμετανόητα, παράσιτα των αναμνήσεών τους, ζωσμένα από διεστραμμένα συναισθήματα, που η νοσταλγία του νοσηρού παρελθόντος και η ελπίδα αναζωπύρωσής του ενοικεί στην καρδιά τους χωρίς αιδώ, ενώ χύνουν το δηλητήριό τους σαν ύπουλα φίδια την ημέρα του τελετουργικού εορτασμού. Τότε η Βέρα σιδερώνει (ακατάπαυστα;) τη στολή των SS που θα φορέσει ο Ρούντολφ, εκείνη ετοιμάζεται να βάλει το επίσημο μπροκάρ φουστάνι της, ενώ η αδελφή της θα εξαναγκαστεί να «παίξει» τον ρόλο μιας Εβραίας αιχμάλωτης των ναζί.

Από την άλλη, η καθημερινότητά τους δεν διαφέρει από τους κανονικούς ανθρώπους. Πίνουν τσάι, κουβεντιάζουν, τσακώνονται, περιμένουν με ανυπομονησία τη συνταξιοδότηση, ονειρεύονται ταξίδια στην Αίγυπτο, εκφράζουν οικολογικούς προβληματισμούς και αγάπη για την τέχνη.

Πρόσωπα, εν τέλει, που η «ασυμβίβαστη» αλλά και τόσο αληθινή δυαδικότητα των χαρακτήρων τους αποτελεί τον πυρήνα του κειμένου που ο Μπέρνχαρντ σχολίασε ως «κωμωδία της γερμανικής ψυχής».

Και μας κάνει να αναρωτηθούμε αν ο παραλογισμός της στρεβλής πραγματικότητας που διέπει τη ζωή τους είναι αναγνωρίσιμος σε πολλές περιπτώσεις ακόμα και σήμερα.

Ο Νίκος Μαστοράκης επιχειρεί να σκιαγραφήσει με ρεαλιστικό τρόπο αυτήν τη μικρογραφία της κοινωνίας, που μολυσμένη από υποκρισία και ψεύδος κρύβει το μίσος πίσω από την κλειστή πόρτα του σπιτιού της.

Ωστόσο, η σκηνοθεσία του, με την ευθύβολη μετάφραση του Βασίλη Πουλαντζά, στρογγυλεύει τον σαρκασμό και τα σατιρικά στοιχεία του έργου. Κατ’ επέκταση εγκλωβίζει τους ηθοποιούς σε μια πέραν του δέοντος σοβαρότητα. Αλλά και η «κωμική» ερμηνεία του Περικλή Μουστάκη, που ενίοτε εκβιάζει το γέλιο του κοινού, ενδίδει σε υπερβολές μετατρέποντας τον ήρωά του σε καρικατούρα.

Info: Θέατρο οδού Κεφαλληνίας, Κεφαλληνίας 16

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.