23/09/2020 11:32:38
15.6.2020 / ΠΟΝΤΙΚΙ ART
Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ, τεύχος 2126 στις 11-6-2020

Πρόταση βιβλίου: Ψηλαφώντας τη μεταπολιτευτική παρακμή

Πρόταση βιβλίου: Ψηλαφώντας τη μεταπολιτευτική παρακμή - Media

Γράφει ο Κώστας Χατζηαντωνίου

Βασίλης Γκουρογιάννης

Αναψηλάφηση

Εκδόσεις: Μεταίχμιο

Σελ.: 424

Ο Βασίλης Γκουρογιάννης ανήκει σε εκείνους τους μάλλον λιγοστούς συγγραφείς που κατέκτησε εξέχουσα θέση στην πεζογραφία μας όχι μόνο με τα αδιαμφισβήτητα αφηγηματικά του προσόντα αλλά και με την ευτολμία του να καταπιάνεται με οδυνηρές όψεις του σύγχρονου νεοελληνικού βίου συλλαμβάνοντας, πέρα από τα φαινόμενα, ρίζες των προβλημάτων. Δεν μπορούσε συνεπώς να μη στρέψει κάποια στιγμή το συγγραφικό του στόχαστρο και στο μείζον ερώτημα του καιρού μας: τι συνέβη στην αρχικά περίφημη και πλέον περιβόητη μεταπολίτευση;

Κεντρικός χαρακτήρας του νέου του βιβλίου και ιδανικός οδηγός του αναγνώστη, ένας ομηριστής, κλασικός φιλόλογος που σταδιοδρομεί στη Βαρκελώνη και «αθώος του αίματος» και της παρακμής, επιστρέφει ύστερα από δεκαετίες στην πατρίδα, την πατρίδα που λατρεύει μα δεν την αντέχει πια ούτε ως λέξη μετά τις αλλεπάλληλες, από διάφορες πλευρές, κακοποιήσεις της. Μέλος αριστερής αντιστασιακής οργάνωσης στη διάρκεια της δικτατορίας, με ψυχικά και σωματικά τραύματα από τα βασανιστήρια τα οποία υπέστη, έρχεται στην Ελλάδα της ύστερης μεταπολίτευσης, μια χώρα βουτηγμένη στη γλωσσική, πολιτισμική και πολιτική εξαχρείωση. Πώς θα αντικρίσει ένας αξιοπρεπής άνθρωπος που δεν μπορεί να συμβιώσει με τον αμοραλισμό αυτή την κατάσταση; Πώς θα αντέξει παλαιούς φίλους και συντρόφους που εξαργύρωσαν τη νεανική επαναστατικότητα ποικιλότροπα;

Σε μια χώρα που παράγει συνέχεια σκουπίδια, τα οποία παλιώνουν και ξεχνιούνται γρήγορα αφού καθημερινά καινούργια εμφανίζονται στο προσκήνιο, αυτός που «δεν αγόρασε με τον ηρωισμό του όπως άλλοι μετοχές της κερδοσκοπικής επιχείρησης ελληνική δημοκρατία» (που σήμερα, στο χρηματιστήριο αξιών, «έχουν υποβαθμιστεί στην κατηγορία σκουπίδια»), δεν μπορεί φυσικά παρά να πνίγεται όταν έστω για λίγο τριγυρνά στην Αθήνα, επιβιβαζόμενος στο σκουπιδιάρικο της μεταπολίτευσης που μοιάζει πλέον με γλεντζέδικο κρουαζιερόπλοιο στον βυθό. Αναπόφευκτα λοιπόν αναρωτιέται ποια εμπλοκή «βιολογικού καθαρισμού» επιτρέπει στα πολιτικά περιττώματα να επιπλέουν.

Ο Γκουρογιάννης συνέγραψε χωρίς να δειλιάσει μιαν αξονική τομογραφία της μεταπολίτευσης, φωτίζοντας τη βαριά ασθένεια μιας χώρας, μιας εποχής. Με χαρακτήρες στέρεους, ζωντανούς και γλώσσα άμεση, προφορική, με τη συνδρομή πραγματικών ή επινοημένων πρωταγωνιστών και προσωπείων, όπως αυτό του διαβόητου Ζήση (διάβαζε Χατζηζήση), του διαταραγμένου πλέον διοικητή της ΕΣΑ με τα διδακτικά απωθημένα, παρατηρεί εκ του σύνεγγυς την πολιτισμική αλλοίωση ενός ολόκληρου λαού, αλλοίωση προγραμματική που συνιστά το μέγα, ανεξιλέωτο έγκλημα όλων εκείνων που χειρίστηκαν τις τύχες του τόπου τις τελευταίες δεκαετίες σε κάθε πεδίο της ζωής.

Ο ήρωας του βιβλίου ασφυκτιά αλλά δεν τολμά να πάει βαθύτερα στα αίτια. Φοβάται πως θα αποδειχθεί μάταιη η θυσία του και χαμένη η ζωή του; Ή ξέρει πως είναι πιασμένος σε μια μέγγενη; Είναι αλήθεια πως μεταξύ της χυδαιότητας της δικτατορίας και των επιγόνων της από τη μια και των δυνάμεων που δίδαξαν τον Έλληνα να είναι αργόμισθος, που έκοψαν τους εσωτερικούς δεσμούς του με το νόημα της ζωής και τον μύησαν στην ηδονική αυταπάτη της αέναης σπατάλης (όλοι κάτι πήραν άλλωστε από τα βόδια του Ηλίου), ένας από τους κυριολεκτικά πνευματικούς ανθρώπους, του οποίου η απουσία ήταν πολύ σημαντική κατά τη θλιβερή τελευταία τεσσαρακονταετία, νιώθει περιττός.

Πέραν κάθε υποκρισίας και χωρίς διάθεση να επιρρίψει σε κάποιον αποδιοπομπαίο τράγο τις ευθύνες, ο Β. Γκουρογιάννης δεν πιάνει από το πέτο όσους «πολίτες» είχαν ελαστική ή και στρεβλή αντίληψη των ατομικών δικαιωμάτων και των κοινωνικών τους υποχρεώσεων. Ξέρει πως η αιτία είναι αλλού, σ’ ένα καθεστώς που δεν ήθελε πολίτες ή πελάτες, αλλά συνενόχους. Ας μην επιχαίρουν με αυτή την παρατήρηση οι νοσταλγοί του αυταρχισμού ή της πατριδοκαπηλίας. Κι ας μη σπεύσουν να αγανακτήσουν οι αλλοτρίοις εξόδοις προοδευτικοί. Ο ήρωας του βιβλίου δεν πέφτει στην παγίδα, δεν στρατεύεται σε καμιά νέα «αγωνιστική» ρητορεία. Τα δύο στρατόπεδα τού είναι εξίσου ανυπόφορα, πολιτικά και αισθητικά. Διότι «όλοι μαζί τα φάγανε».

Απαισιόδοξος και ειλικρινής, ο συγγραφέας δεν πιστεύει σε κάποια τελική λύτρωση της τραγωδίας. Ο ήρωάς του ξέρει πως ανήκει κι αυτός, θέλει δεν θέλει, σε μια μοιραία γενιά (στην πολιτική, στην οικονομία, στα γράμματα) που πρέπει το ταχύτερο να εξαφανιστεί. Το συμβολικό σπάσιμο του καθρέφτη, η ανάγκη για άλλο πρόσωπο μοιάζει ύστατη προσπάθεια απόδρασης, όχι πια από την Ελλάδα της δικτατορίας αλλά κι από την Ελλάδα της μεταπολίτευσης. Γιατί η ανάγκη της φύσης για νέους μύθους, νέες αξίες είναι ανίκητη. Ακόμη κι όταν αυτές οι αξίες, ίσως, δεν είναι άλλες από τις παλιές, τις αιώνιες, που η βαθιά, ηπειρώτικη, δωρική ρίζα του Βασίλη Γκουρογιάννη μπορεί και μας ξαναθυμίζει.

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.