19/09/2019 00:47:50

Είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών

Είδαμε στο Φεστιβάλ Αθηνών - Media

Ταπεινότητα, γύμνια και καρότο

Ο ίδιος ο Δημήτρης Παπαϊωάννου, ντυμένος με το κατάμαυρο κουστούμι της παράστασης, μας υποδέχεται στην είσοδο του γκαράζ στην Πειραιώς 260 (κτίριο Α). Τσεκάρει τα εισιτήριά μας χαμογελαστός, προσφιλής, σαν να είναι «ένας από μας». Η παγιωμένη εδώ και χρόνια εικόνα του «εθνικού τελετάρχη» των Ολυμπιακών Αγώνων θολώνει λιγάκι με την τόση ταπεινότητα. Αφοπλιστικά παρών, ο καλλιτέχνης επαναλανσάρει τον εαυτό του και ίσως την τέχνη του. Οι εποχές του «Παλλάς» ανήκουν σε μια άλλη Ελλάδα, προ κρίσης.

Η performance χορού «Πρώτη ύλη», που παρουσιάζεται για δεύτερη χρονιά στο Φεστιβάλ Αθηνών, αρχίζει με τον ίδιο επί σκηνής (μετά από πολλά χρόνια). Μέσα από έναν κάδο σκουπιδιών που κουβαλάει στον ώμο, παίρνει πηλό και τον πετάει στο πάτωμα. Ξανά και ξανά, μέχρι το τέλος του μακρού, στενού διαδρόμου. Σε λίγο θα συναντήσει ένα άλλο αντρικό σώμα, ολόγυμνο (Μιχάλης Θεοφάνους) που μοιάζει με αρχαιοελληνικό άγαλμα, ένα προγονικό alter ego ή ένα δημιούργημα του ίδιου, και μαζί θα «βασανιστούν» επί σκηνής σε μια τσαρουχικής αισθητικής χορευτική συνομιλία, που έχει από όλα: πολύ (και όμορφο) γυμνό, «ακρωτηριασμούς», εμπόδια, εισβολή του ενός στον προσωπικό χώρο του άλλου, αφοδεύσεις, καρότα. Το σώμα ως αντικείμενο λατρείας, ως εμπόδιο, ως προϊόν προς εκμετάλλευση σε ένα έργο μιας «διαρκούς επανεφεύρεσης του εαυτού» όπως διάβασα.

Για μένα, αν και δεν είμαι ειδήμων της κριτικής, οι συμβολισμοί του έργου και οι ερμηνείες είναι αρκούντως ξεκάθαρες. Πιο πολύ από όσο θα ήθελα, ίσως. Νομίζω κανείς από όσους παρακολούθησαν την παράσταση δεν δυσκολεύτηκε πολύ να καταλάβει ότι τα ακρωτηριασμένα άκρα του γυμνού «αγάλματος» που στέκεται περήφανο στο βάθρο του είναι η χώρα μας που τεμαχίζεται και πουλιέται κομμάτι-κομμάτι σε τιμή ευκαιρίας. Και ότι το κατάβρεγμα με το λάστιχο του γυμνού σώματος είναι η πολυπόθητη κάθαρση, που πάντως στο θέατρο είναι πιο εύκολο να συμβεί από τη ζωή.

Το μοτίβο της παράστασης, ίδιο σε πολλές παραλλαγές, μπορεί να σε κουράσει κάποιες στιγμές. Έπειτα από λίγο, όμως, εκεί που πας να ξεχαστείς, γίνεται κάτι και ξαναπιάνεις το νήμα. Η πιο καλή στιγμή, ο ίδιος ο Παπαϊωάννου μπροστά στο μικρόφωνο να μιμείται ηχητικά τους ήχους της εσωτερικής του «έκρηξης». Είναι ηλίου φαεινότερο ότι ο χορογράφος, χορευτής, σκηνοθέτης και εικαστικός ξέρει πολύ καλά να στήνει παραστάσεις για όλους. Εικαστικά άρτιες και διεισδυτικές σε ένα ευρύτερο κοινό που τον ακολουθεί ευλαβικά. Ωμός όσο πρέπει, λιτός όσο χρειάζεται, (με ένα τελάρο, ένα μαύρο πανί κι ένα τραπέζι στην «Πρώτη Ύλη», ο Παπαϊωάννου μπορεί να κάνει τέχνη και με πολλά λεφτά και με λίγα. Όμως, τι είδους καλλιτέχνης είναι στ’ αλήθεια; Πού είναι η ψυχή του; Στις καταλήψεις της «Ομάδας Εδάφους» τα πρώτα δημιουργικά χρόνια; Στα κόμικς που ζωγράφιζε μικρός στα Εξάρχεια; Δίπλα στον Ρογκ και τη Γιάννα; Στα βελούδινα καθίσματα του Παλλάς και στις ουρές της Βουκουρεστίου; Ή μήπως σε όλα μαζί;

Στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών, όπως και στο περσινό, ο Παπαϊωάννου μάλλον επιθυμεί να επαναπροσδιορίσει την καλλιτεχνική του ταυτότητα. Να ξανασυστηθεί χωρίς την ιδιότητα του «τελετάρχη», μόνο με αυτήν του καλλιτέχνη που ψάχνει πράγματα να πει. Το αν τα κατάφερε στην «Πρώτη Ύλη» εξαρτάται απολύτως από τον τρόπο που βλέπει κανείς τα πράγματα. Προσωπικά, ομολογώ ότι μαζί με τον ταλαντούχο καλλιτέχνη που υποκλίθηκε 3 φορές στο φινάλε, χειροκρότησα και τη διάσημη persona του.

Info: Έως τις 14 Ιουλίου, Πειραιώς 260



Μια Αντιγόνη που φοβάται

Ποιος θα το πίστευε, άραγε, πως μια ομάδα νέων γυναικών θα ανέβαζε μια Αντιγόνη που δεν θα έμοιαζε με καμία. Μια Αντιγόνη φρέσκια. Απλή. Δυναμική αλλά ανθρώπινη. Σίγουρη μα και τρεμάμενη. Μια ηρωίδα που είναι ταυτόχρονα παιδί.

Ετούτη εδώ η Αντιγόνη της Λένας Παπαληγούρα, της Νατάσσας Τριανταφύλλη (σκηνοθέτις) και της Monika (μουσική), που ανεβαίνει στο αίθριο του Μουσείου Μπενάκη, μπορεί σίγουρα να κάνει τον Λούκο περήφανο. Όχι επειδή είναι τέλεια, χωρίς σκηνοθετικές και υποκριτικές αδυναμίες και λάθη, μα επειδή, επιτέλους, κατάφερε το εξής ποθητό: Να είναι μοντέρνα χωρίς να χρειάζεται να το φωνάζει.

Καρφίτσα δεν έπεφτε στις λυόμενες κερκίδες του αίθριου στο μουσείο. Η μουσική της Monika σαν soundtrack ταινίας, μπάζει αμέσως τον θεατή στο απόκοσμο κλίμα της «Θήβας». Η Αντιγόνη-Λένα Παπαληγούρα, ένας λαχανιασμένος μίσχος που ετοιμάζεται να κοπεί, οργανώνει το «έγκλημά» της. Ο λόγος κυριαρχεί της εικόνας απλός, φυσικός, μέσα από την ανυπέρβλητη μετάφραση του Νίκου Παναγιωτόπουλου, και το βιομηχανικό κτήριο-σκηνικό με τις μεταλλικές σκαλωσιές, τις ράμπες ανάβασης και τις τεράστιες περσίδες μεταμορφώνεται λεπτό προς λεπτό στο αρχαίο παλάτι.

Η παράσταση δίχασε. Σε άλλους άρεσε πολύ, σε άλλους όχι. Ίσως γιατί είναι σχεδόν αλαζονικό στην Ελλάδα των γνωστών «δεινόσαυρων» της τέχνης να ξεκινάει κανείς την πρώτη του σκηνοθεσία με την «Αντιγόνη» του Σοφοκλή. Κι όμως, η 32χρονη Νατάσσα Τριανταφύλλη το τόλμησε. Ίσως με την αυτοπεποίθηση που της χάρισαν οι ατέλειωτες ώρες δουλειάς ως βοηθός του Μπομπ Ουίλσον στην «Οδύσσεια», αλλά και του Γιάννη Χουβαρδά σε πολλά έργα του. Έκπληξη για όλους εμάς η σκηνοθετική επιλογή της Λυδίας Φωτοπούλου σε ένα πολλαπλό ερμηνευτικό masterclass με τον τριπλό ρόλο (Χορός-Τειρεσίας-Ευρυδίκη), που θα πρέπει να τρέξουν να δουν ηθοποιοί και λοιποί σκηνοθέτες. Μπράβο στην Τριανταφύλλη, που κατάφερε να αποσπάσει από την καταξιωμένη ηθοποιό μια από τις πιο συγκλονιστικές ερμηνείες αρχαίου δράματος, αν και δεν θα μπορούσαμε να πούμε το ίδιο και για τον Κρέοντα του Λάζαρου Γεωργακόπουλου, που άφησε την Αντιγόνη να αντιπαρατίθεται όχι με ένα ισάξιο μέγεθος, μα με κάποιον κατώτερό της.

Η Λένα Παπαληγούρα στον ρόλο της Αντιγόνης δίνει τα ρέστα της. Δεν ερμηνεύει απλώς τον ρόλο, τον έχει μέσα της. Είχα καιρό, ούτε θυμάμαι πόσο, να μείνω ακίνητη σε παράσταση κρατώντας την ανάσα μου. Την ώρα που η Αντιγόνη πηγαίνει προς τον τάφο-τιμωρία, τη βλέπω να φοβάται. Μαζί της φοβάμαι κι εγώ. Όχι ακριβώς τον θάνατο, μα κάτι χειρότερο, που κρύβεται στα λόγια που λέει πριν ξεκινήσει για το ταξίδι της: «Με παίρνουν, δεν έχω διορία, ανοίξτε τα μάτια σας κυβερνήτες της Θήβας. Είμαι η τελευταία βασιλοπούλα. Κοιτάχτε και δείτε τι παθαίνω και από ποιους, επειδή ευλαβήθηκα την ευσέβεια».

Info: Έως 7 Ιουλίου, Μουσείο Μπενάκη

ΣΧΟΛΙΑ

Το "Π" σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.