Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Της Ιωάννας Μπλάτσου
Τρία «τέρατα» της υποκριτικής, ο Δημήτρης Καταλειφός, η Άννα Κοκκίνου και η Ράνια Οικονομίδου, ενσαρκώνουν τα τρία ανεπανόρθωτα τραυματισμένα τέρατα που έπλασε η γραφίδα του Αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ στο έργο «Ρίττερ, Ντένε, Φος».
Της Ιωάννας Μπλάτσου
Τρία «τέρατα» της υποκριτικής, ο Δημήτρης Καταλειφός, η Άννα Κοκκίνου και η Ράνια Οικονομίδου, ενσαρκώνουν τα τρία ανεπανόρθωτα τραυματισμένα τέρατα που έπλασε η γραφίδα του Αυστριακού Τόμας Μπέρνχαρντ στο έργο «Ρίττερ, Ντένε, Φος».
Βρισκόμαστε στην έπαυλη των Βόρινγκερ, σε ένα προάστιο της Βιέννης. Οι εξελίξεις που θα ακολουθήσουν εκτυλίσσονται κατά τη διάρκεια μιας μέρας, μέσα σε180’σκηνικού χρόνου. Πρωταγωνιστές της ιστορίας μας τα τρία αδέρφια της μεγαλοαστικής αυστριακής οικογένειας, η Ρίττερ, η μικρή αδερφή, η Ντένε, η μεγάλη αδερφή, και ο Φος ή Λούντβιχ. Οι δύο αδερφές είναι θεατρίνες – «κομψές κόρες κομψών κυριών σε ανούσια εργάκια» –, ο αδερφός αυτοκαταστροφικός φιλόσοφος – «πάντα στο όριο της τρέλας, χωρίς όμως να το ξεπερνά».
«Σαν τάφος είμαστε εδώ μέσα»
Η σημερινή μέρα είναι σημαντική και για τους τρεις τους. Η Ντένε έχει φέρει για μόνιμη εγκατάσταση στο σπίτι τον Λούντβιχ τον αδερφό τους, ύστερα από μακρόχρονη παραμονή του στο ψυχιατρείο Στάινχοφ – «Έλλειψη κατανόησης. Απάθεια. Νεκρολατρεία. Γι’ αυτά μας κατηγορεί» πληροφορεί τη μικρή της αδερφή σε σχέση με τον αδερφό τους. Η Ρίττερ διαφωνεί με αυτήν την απόφαση κι όσο η μεγάλη της αδερφή στρώνει τελετουργικά, επί περίπου μία ώρα, το τραπέζι της «επανένωσης» των τριών, αυτή διαβάζει εφημερίδα καπνίζοντας αρειμανίως και στάζοντας τα βιτριολικά της σχόλια – «Εδώ και 30 χρόνια, τρώμε το ίδιο ακριβώς πρωινό. Δεν νομίζεις ότι θα έπρεπε να αυτοκτονήσουμε; (…) Τίποτα δεν έχει αλλάξει εδώ μέσα. Τα πάντα είναι όπως τα άφησαν οι γονείς μας. Εγώ θα τα πέταγα όλα». Ο Λούντβιχ, που απολαμβάνει «την ελευθερία των τρελών», θα προσπαθήσει να επαναπροσαρμοστεί σε αυτόν τον ανοιχτό «τάφο», που είναι το πατρικό τους σπίτι και απειλεί να τους καταπιεί και αυτούς, όπως και τους προγόνους τους – «πλήξη, αφόρητη, που διακόπτεται μόνο από τον φόβο του θανάτου». Για να συμπληρώσει η Ρίττερ: «Εντελώς συνειδητά κάναμε το πατρικό μας σπίτι μια κόλαση των Βόρινγκερ». Και κάπου εκεί νιώθεις τη γραφίδα του Τόμας Μπέρνχαρντ να μετατρέπεται σε μεγεθυντικό φακό και νυστέρι ταυτόχρονα και να μεγεθύνει κρυμμένα σαρκοβόρα συναισθήματα και πυορροούσες σκέψεις. Να ανοίγει χειρουργικά με το νυστέρι του – άλλοτε πιο προσεκτικά και τελετουργικά, άλλοτε πιο παράφορα και άτσαλα – το οικογενειακό απόστημα, αυτήν την κυτταρική δυσλειτουργική κοινωνική σύνθεση, συνώνυμη του θανάτου – «συγγένεια σημαίνει θάνατος» – και του χλευασμού – «οι πρόγονοί μας, όλοι τους φρικτοί άνθρωποι. Οι δε γεννήτορές μας μάς το “ξεπλήρωσαν” με το να είμαστε παιδιά τους… μια διαδικασία χλευασμού». Και αφού έχει δείξει ο Αυστριακός συγγραφέας πόσο νοσεί η οικογένεια, ο πυρήνας της κοινωνικής ζωής, μετά επιτίθεται ανελέητα και καταιγιστικά και στα υπόλοιπα καρκινικά κύτταρα που συνιστούν το κοινωνικό και πνευματικό μας βίωμα.
«Ζούμε σε μια αντικαλλιτεχνική εποχή»
Το δριμύ «κατηγορώ» του Μπέρνχαρντ εκφέρεται μέσα από τον άλλοτε παραληρηματικό και άλλοτε εξουθενωμένο μέσα από το αδιέξοδό του λόγο του «τρελού φιλόσοφου» Λούντβιχ: «Αυτή η εποχή δεν θα περάσει ποτέ στην ιστορία της τέχνης. Μια μπόχα. Μια λευκή κηλίδα. (…) Σε αυτήν την αντικαλλιτεχνική εποχή, την εποχή του ερασιτεχνισμού… οι καλλιτέχνες παραποιούν τα πάντα. Ζωγραφίζουν ξεδιάντροπα για εκατομμύρια». Μετά εστιάζει στους ηθοποιούς: «Η ηθοποιία είναι χυδαία τέχνη. Οι θεατρίνοι είναι παράσιτα, διεστραμμένοι. Η τέχνη του θεάτρου είναι ανεξάρτητη μόνο όταν έχει εξαγορασμένο μερίδιο 51%», μιλώντας ειρωνικά για τον ζάπλουτο πατέρα του που εξαγόρασε την επαγγελματική αποκατάσταση των θυγατέρων του με τους δικούς του όρους. Μετά πιάνει τους νέους καλλιτέχνες: «Οι νέοι καλλιτέχνες δεν είναι για να τους βοηθάμε. Ας βοηθήσουν οι ίδιοι τους εαυτούς τους. Όταν τους βοηθάμε, τους εκμηδενίζουμε». Και καταλήγει στη μεγάλη του αγάπη, τα βιβλία (η άλλη είναι η κλασική μουσική, η οποία στέκει πάνω από όλα, σε ιερό βάθρο): «Μπαίνουμε στα βιβλία, όπως μπαίνουμε στα πανδοχεία. Πεινασμένοι. Λιμασμένοι. Κι αυτά μας υπόσχονται ένα φιλοσοφικό γεύμα που πάντα δεν τρώγεται. Δεν υπάρχουν πια εμπνευσμένοι ιδιοκτήτες. Μόνο αδίστακτοι νοικάρηδες». Γράφοντας το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» το 1984, την εποχή που θεριεύει ο ασύστολος καταναλωτισμός και ο Θατσερισμός απλώνει τη σκιά του πάνω από την Ευρώπη, ο Μπέρνχαρντ καταγράφει, σαν σε χαϊκού, το πνεύμα της εποχής: «Ο αιώνας της ανασφάλειας. Αιώνια αποβλάκωση. Ο πλούτος δεσμεύει. Είμαστε νεκροί».
Αυτό το πνιγηρό, ασφυκτικό, αδιέξοδο περιβάλλον αποτυπώνει έξοχα το σκηνικό της Εύας Μανιδάκη. Η σαν ιστός αράχνης σκηνική εγκατάσταση, που εγκλωβίζει μέσα της ερμηνευτές και θεατές, παραπέμπει στο οικογενειακό και κοινωνικό πλέγμα που παγιδεύει και καθηλώνει τα παιδιά του, απομυζώντας κάθε ψήγμα υγείας και δημιουργίας, όπως η αράχνη ξεζουμίζει και απονεκρώνει τα θύματά της. Ενδιαφέρον έχουν εκείνες οι γωνίες όπου το πλέγμα ιστού είναι πιο πυκνό και μέσα του είναι παγιδευμένα ένα παιδικό καροτσάκι με μία κούκλα, τρία αγορίστικα αυτοκινητάκια κι ένα κουκλόσπιτο –σύμβολα της παιδικής ηλικίας των τριών αδερφιών, αυτών των πληγωμένων, λαβωμένων παιδιών που δεν κατάφεραν να ενηλικιωθούν και να επουλώσουν τα παιδικά τους τραύματα.
Το κείμενο όμως του Μπέρνχαρντ αποθεώνεται από τους τρεις θηριώδεις ηθοποιούς μας, τη Ράνια Οικονομίδου (Ρίττερ), την Άννα Κοκκίνου (Ντένε) και τον Δημήτρη Καταλειφό (Φος, Λούντβιχ), οι οποίοι εδώ αυτοσκηνοθετούνται με τη βοήθεια του Πάνου Παπαδόπουλου, αποδεικνύοντας πως ηθοποιοί του δικού τους βεληνεκούς είναι σε θέση να αντιλαμβάνονται στην ολότητά του ένα κείμενο, συνθέτοντας το συνολικό διακύβευμα μιας παράστασης μέσα από την επιμέρους λεπτομερή και ενδελεχή μελέτη και σπουδή των ερμηνειών τους. Και οι τρεις τους είναι, για άλλη μια φορά, αποκαλυπτικά καθηλωτικοί, τερατωδώς σαγηνευτικοί, προκλητικά δημιουργικοί. Παρά την τρίωρη διάρκεια της παράστασης, δεν τους χόρταινα. Ελπίζω η παράσταση να παιχτεί και την επόμενη θεατρική σεζόν γιατί αξίζει να τη δουν όλοι, ως δείγμα της αθάνατης θεατρικής μας παρακαταθήκης και πολιτισμικής εξέλιξης.
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.