Το κυβερνών κόμμα, παρόλο που θεωρείται ως ο αδιαμφισβήτητος νικητής των εκλογών, από τον προηγούμενο Σεπτέμβριο άρχισε την προεκλογική του εκστρατεία πραγματοποιώντας συνέδρια σε κάθε νομό, με σκοπό αφενός την ανανέωση των στελεχών του κομματικού μηχανισμού, αφετέρου τη διεύρυνση της εκλογικής του βάσης. Από την άλλη πλευρά, κανένα από τα κόμματα της αντιπολίτευσης, ρεπουμπλικανικό CHP και εθνικιστικό MHP, δεν ελπίζει να κερδίσει και να αναδειχθεί πρώτο κόμμα. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι τα εν λόγω κόμματα αδυνατούν να παρουσιάσουν έναν καινοτόμο πολιτικό λόγο και να χαράξουν ένα νέο όραμα για το μέλλον.
Με δεδομένο ότι το 35% έως 40% των Τούρκων ψηφίζει με ιδεολογικά και θρησκευτικά κριτήρια, ενώ το 60% αυτών αποφασίζει με βάση την καθημερινότητα και το εισόδημά του, το κόμμα ΑΚΡ προέβη στις ακόλουθες ενέργειες για να προσελκύσει νέους ψηφοφόρους:
Έχει ένα όνειρο
Οπότε, αν επιβεβαιωθούν οι εν λόγω εκτιμήσεις, το όνειρο του Erdogan να αλλάξει το πολίτευμα της χώρας δεν θα πραγματοποιηθεί, με αποτέλεσμα έγκριτοι Τούρκοι αναλυτές να εξετάζουν σοβαρά δύο σενάρια. Σύμφωνα με το πρώτο, μέχρι τέλος του 2015, είτε η χώρα θα οδηγηθεί εκ νέου σε πρόωρες εκλογές είτε θα γίνει δημοψήφισμα. Αναφορικά με το δεύτερο σενάριο, εκτιμάται ότι ο Erdogan, εκμεταλλευόμενος την αστάθεια ασφαλείας στη Μέση Ανατολή, θα επιδιώξει την εμπλοκή της Τουρκίας σε κάποια «θερμή» συγκρουσιακή κατάσταση που θα δικαιολογεί την αναβολή των εκλογών για μετά το φθινόπωρο. Μάλιστα, η εν λόγω εμπλοκή πιθανόν θα αφορά πρωτίστως τις επιχειρήσεις εναντίον του Ισλαμικού Κράτους στο βόρειο Ιράκ και τη Συρία και δευτερευόντως θα είναι προσανατολισμένη προς δυσμάς, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για την ελληνική πλευρά.
Πέραν των παραπάνω, σε ό,τι έχει να κάνει με το κυβερνών κόμμα ΑΚΡ θα πρέπει να ληφθούν υπόψη τρεις νέες παράμετροι που πιθανόν να έχουν αρνητικό αντίκτυπο στα εκλογικά αποτελέσματα. Η πρώτη αφορά τη νέα ηγεσία του κόμματος και συγκεκριμένα τον πρωθυπουργό Ahmet Davutoglu, ο οποίος ως ηγετική προσωπικότητα υστερεί του προκατόχου του Tayyip Erdogan. Η δεύτερη έχει να κάνει με τις αντιδράσεις που υπάρχουν στο εσωτερικό του κόμματος για τις υπερεξουσίες που επιδιώκει να αποκτήσει ο Erdogan ως Πρόεδρος Δημοκρατίας μέσω της αλλαγής του πολιτεύματος. Και η τρίτη έχει σχέση με τις ομαδοποιήσεις που υπάρχουν στο κόμμα και εν προκειμένω αναφερόμαστε στην ομάδα του Tayyip Erdogan, την ομάδα του Abdullah Gül, την ομάδα του Numan Kurtulmus, την ομάδα του Süleyman Soylu και την ομάδα του Ahmet Davutoglu.
Ομάδες – ομαδούλες
Η ομάδα του Tayyip Erdogan αφενός προσπαθεί να συσπειρώσει το κόμμα, αφετέρου έχει σαν στόχο να διατηρήσει το προφίλ του Erdogan ως ενός ισχυρού παράγοντα της εσωτερικής πολιτικής, προκειμένου να αποφευχθεί ο κίνδυνος αποδυνάμωσης και απομόνωσής του στο προεδρικό μέγαρο.
Πέραν αυτού, με δεδομένο ότι οι ΗΠΑ θα ήθελαν να δουν τον Davutoglu ως έναν παράγοντα είτε προώθησης είτε ανοχής των συμφερόντων τους στη Μέση Ανατολή, ο Erdogan θεωρεί ότι ένας πρωθυπουργός σύμφωνος με τα κελεύσματα των ΗΠΑ θα αποτελέσει έναν σημαντικό πολιτικό κίνδυνο για αυτόν. Για τον λόγο αυτόν, συνεχίζει και θα συνεχίσει να συμπεριφέρεται πολιτικά είτε ως πρωθυπουργός είτε ως υπουργός είτε ακόμη και ως δήμαρχος, εφόσον αυτός το κρίνει σκόπιμο. Επίσης, τα ΜΜΕ που ελέγχονται από τον Erdogan και θεωρούνται ως οι «σωματοφύλακές» του, αφενός άρχισαν μια εκστρατεία εναντίον του Abdullah Gül, αφετέρου ακολουθούν μια γραμμή αποστασιοποίησης από τον Ahmet Davutoglu. Τούτο οφείλεται στο γεγονός ότι τα εν λόγω ΜΜΕ επιδιώκουν να διατηρηθεί στο ακέραιο ο ηγετικός και παρεμβατικός ρόλος του Erdogan προκειμένου να παρεμποδιστεί ένας ενδεχόμενος έλεγχος του κόμματος ΑΚΡ από τις ομάδες που στηρίζουν τον Gül και τον Davutoglu. Φυσικά, αυτό πιθανόν να έχει αρνητικό αντίκτυπο στα εκλογικά αποτελέσματα των γενικών – βουλευτικών εκλογών του 2015.
Η ομάδα του Abdullah Gül αισθάνεται απομονωμένη και συνεχώς συναντά εμπόδια για την ανάληψη ενός πιο ενεργού ρόλου. Άλλωστε, δεν θα πρέπει να αποκλειστεί το ενδεχόμενο ο Gül να αποτελέσει στόχο της προσφιλούς μεθόδου του Erdogan, δηλαδή: «Αποδυνάμωση των αντιπάλων του μέσω δικαστικών διώξεων».
Η ομάδα του Numan Kurtulmus αφενός παρεμποδίζει με κάθε μέσο την ενεργό συμμετοχή του Abdullah Gül στο κόμμα ΑΚΡ, αφετέρου συσπειρώνει τις ομάδες φανατικών οπαδών του από το προηγούμενο κόμμα που ήταν πρόεδρος, αρχίζοντας την αθόρυβη οργάνωσή του με στελέχη των νομαρχιακών και επαρχιακών επιτροπών. Βασική επιδίωξη του Kurtulmus είναι να ισχυροποιήσει όσο το δυνατόν περισσότερο τη θέση του για να μπορεί να αποκτήσει διαπραγματευτική ισχύ στις εσωτερικές ισορροπίες του κόμματος. Υπόψη ότι ο Kurtulmus την 1.11.2010 ίδρυσε το κόμμα HAS (Φωνή του Λαού), το οποίο στις 12.7.2012 ενσωματώθηκε στο κόμμα ΑΚΡ. Σημειώνεται ότι τα ΜΜΕ που ελέγχονται από τον ιμάμη Fethullah Gülen πάντα στήριζαν τον Kurtulmus στην πολιτική του διαδρομή, θεωρώντας ότι μέσω αυτού θα μπορούσαν να παρεμβαίνουν στις πολιτικές ισορροπίες στο εσωτερικό της χώρας. Ωστόσο, ο Erdogan με την απόφασή του να ενσωματώσει το κόμμα του Kurtulmus στο ΑΚΡ αποστέρησε από τον Gülen έναν σημαντικό σύμμαχο που είχε στο πολιτικό σκηνικό της χώρας.
Η ομάδα του Süleyman Soylu εφαρμόζει παρόμοια τακτική με τον Kurtulmus. Υπόψη ότι ο Soylu από τη θέση του αντιπροέδρου του κόμματος ΑΚΡ επιδιώκει να αποκτήσει όσο το δυνατόν περισσότερα πολιτικά προσωπικά οφέλη.
Και, τέλος, υπάρχει η ομάδα του Ahmet Davutoglu, η οποία αποτελεί τον πιο αδύναμο κρίκο στο κόμμα, δεδομένου ότι το πολιτικό μέλλον του Τούρκου πρωθυπουργού εξαρτάται άμεσα από τις κατευθύνσεις, τις επιδιώξεις και τις επιθυμίες του Tayyip Erdogan.
Κατασκευή κρίσης
Επίσης, σε περίπτωση που οι δημοσκοπήσεις συνεχίζουν να είναι αρνητικές για το κόμμα ΑΚΡ και με δεδομένο ότι ο Erdogan αυξάνει πάντα την ισχύ του μετά τη δημιουργία κάποιας κρίσης, είτε στο εσωτερικό της χώρας είτε στο εξωτερικό, θα πρέπει να αναμένονται τα εξής:
◆ Η ελεγχόμενη κλιμάκωση της πολιτικής πόλωσης στο εσωτερικό της χώρας από τον Erdogan.
◆ Η προσπάθεια συσπείρωσης του κόμματός του, ειδικά σε ό,τι έχει να κάνει με τις ομαδοποιήσεις που υπάρχουν σε αυτό, προβάλλοντας την απειλή του Fethullah Gülen.
◆ Ο έλεγχος των αντιπολιτευόμενων ΜΜΕ και δημοσιογράφων με εκφοβισμούς και δικαστικές διώξεις.
◆ Η προσπάθεια ενεργοποίησης των εθνικιστικών αντανακλαστικών των Τούρκων υπέρ της κυβέρνησής τους, μέσω κάποιας εξαγωγής της κρίσης προς το βόρειο Ιράκ, τη Συρία, την Ελλάδα και την Κύπρο. Εξάλλου, στις 10 Αυγούστου 2014 η στρατηγική αυτή αποδείχθηκε επιτυχής, αφού ο Erdogan αναδείχθηκε ως ο πρώτος Πρόεδρος Δημοκρατίας που εκλέχθηκε απ’ ευθείας από τον λαό, εξασφαλίζοντας το 51,79% των ψήφων. Επίσης, ένα άλλο σημαντικό στοιχείο αποτελεί το γεγονός ότι η απήχηση του Erdogan στους ψηφοφόρους της διασποράς ήταν πολύ μεγαλύτερη από την αντίστοιχη στο εσωτερικό της χώρας, δεδομένου ότι αυτή ανήλθε σε 62,53%.
Αναφορικά με το βόρειο Ιράκ και συγκεκριμένα με την επιχείρηση των Ιρακινών και Κούρδων για την απελευθέρωση της Μοσούλης από το Ισλαμικό Κράτος, ο ρόλος της Τουρκίας θα περιοριστεί στη λογιστική υποστήριξη, ενώ σε ό,τι έχει να κάνει με τη Συρία, ο ρόλος αυτός θα περιλαμβάνει επιπλέον και την εκπαίδευση των αντικαθεστωτικών. Αναλυτικότερα, η στρατηγική της Τουρκίας για το Ιράκ και τη Συρία εστιάζεται στα εξής:
- Βελτίωση των σχέσεων με την κεντρική κυβέρνηση της Βαγδάτης.
- Αποτροπή της αφομοίωσης των Τουρκμένων που ζουν σε διάφορες περιοχές του Ιράκ και της Συρίας.
- Αύξηση των μέτρων ασφαλείας στα τουρκο-ιρακινά και τουρκο-συριακά σύνορα και αναδιοργάνωση των στρατιωτικών σχηματισμών συνόρων της 2ης τουρκικής Στρατιάς.
Συγκεκριμένα, τα 317 φυλάκια που επιτηρούν την εν λόγω μεθόριο θα ενταχθούν σε μια ενιαία διοίκηση και εν προκειμένω σε ένα Σώμα Στρατού Ασφαλείας Συνόρων (SGKK) που θα υπάγεται απευθείας στη Διοίκηση Χερσαίων Δυνάμεων. Επίσης, το SGKK θα συγκροτηθεί μέχρι το τέλος του 2016 ή στις αρχές του 2017 και θα έχει έδρα στο Diyarbakir. Πέραν αυτών, το 2014 συγκροτήθηκαν δύο τάγματα καταδρομών ειδικών αποστολών με τομέα ευθύνης τα τουρκο-ιρακινά σύνορα και εντός του 2015 θα συγκροτηθεί ένα ίδιο τάγμα με τομέα ευθύνης τα τουρκο-συριακά σύνορα, τα οποία προβλέπεται να ενταχθούν στο Σώμα Στρατού Ασφαλείας Συνόρων.
- Συμμετοχή στις διεθνείς πρωτοβουλίες εναντίον του Ισλαμικού Κράτους.
- Προβολή διεθνώς ότι η αντιπαράθεση της Τουρκίας με το κουρδικό κόμμα PYD, που είναι το πιο ισχυρό ένοπλο κουρδικό κίνημα στη Συρία, δεν έχει ως αποδέκτη όλους τους Κούρδους της Συρίας.
- Συμμετοχή στις διεθνείς πρωτοβουλίες για τον τερματισμό του εμφυλίου πολέμου στη Συρία με ταυτόχρονη πτώση του καθεστώτος Άσαντ, δεδομένου ότι πέραν των προβλημάτων εσωτερικής ασφάλειας που δημιουργήθηκαν στο εσωτερικό της Τουρκίας, τα κύματα Σύριων προσφύγων, πέραν της ανθρωπιστικής κρίσης, επιβάρυναν μέχρι τώρα τον προϋπολογισμό της Άγκυρας με πέντε δισεκατομμύρια δολάρια. Επιπρόσθετα, τα κύρια προβλήματα των προσφύγων εστιάζονται στη στέγαση, στη γλώσσα, στην επικοινωνία, στην υγειονομική περίθαλψη, στην εκπαίδευση και στην απασχόληση. Υπόψη ότι, σύμφωνα με επίσημα στοιχεία, ο αριθμός των προσφύγων ανέρχεται σε 1.620.000 άτομα, ενώ ανεπισήμως ο αριθμός αυτών έχει ξεπεράσει τα δύο εκατομμύρια. Από αυτούς μόνο το 13-14% ευρίσκεται στα στρατόπεδα προσφύγων, ενώ περίπου 1.400.000 πρόσφυγες ευρίσκονται εκτός στρατοπέδων και οι περισσότεροι από αυτούς έχουν μετακινηθεί προς την Κωνσταντινούπολη και τα Δυτικά Παράλια, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τη χώρα μας. Ειδικότερα δε, βάσει των επίσημων στοιχείων, στην Κωνσταντινούπολη υπάρχουν 200.000 πρόσφυγες, ενώ σύμφωνα με ανεπίσημα στοιχεία ο αριθμός τους ξεπερνά τις 400.000.

Σταθεροί στόχοι
Σε ό,τι έχει να κάνει με την εξαγωγή κάποιας κρίσης προς την Ελλάδα και την Κύπρο, η Άγκυρα αμφισβητεί ευθέως τα ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα μέσω σχεδιασμένων προκλητικών ενεργειών με σκοπό: α. Την αξιολόγηση της αντίδρασης της νέας ελληνικής κυβέρνησης. β. Την προβολή των πάγιων τουρκικών διεκδικήσεων στο Αιγαίο και την Ανατολική Μεσόγειο. γ. Τη στροφή της τουρκικής κοινής γνώμης προς τα «ελληνοτουρκικά», εκμεταλλευόμενη κάθε γεγονός που άπτεται θεμάτων εθνικής ασφαλείας και συγκεκριμένα ενοχοποίηση της χώρας μας για δήθεν προστασία ή ανοχή οργανώσεων που προβαίνουν σε τρομοκρατικές ενέργειες στην Τουρκία. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η πρόσφατη δολοφονία του Τούρκου εισαγγελέα Mehmet Selim Kiraz στην Κωνσταντινούπολη από την οργάνωση DHKP-C και η άμεση ενοχοποίηση της Ελλάδος για δήθεν υπόθαλψη του ηγετικού στελέχους αυτής Hüseyin Fevzi Tekin, ο οποίος φέρεται να έδωσε την εντολή για τη δολοφονία του Kiraz. Υπόψη ότι ο Tekin από το 1999 μέχρι το 2003 ήταν έγκλειστος σε φυλακή της Τουρκίας, οπότε και αποφυλακίστηκε ύστερα από χάρη που του δόθηκε από τον τότε Πρόεδρο Δημοκρατίας Ahmet Necdet Sezer λόγω «προβλημάτων υγείας». Ωστόσο, οι μετέπειτα εξελίξεις απέδειξαν ότι η Ελλάδα δεν είχε καμία σχέση με όλες αυτές τις ανυπόστατες κατηγορίες, δεδομένου ότι οι τουρκικές αρχές ασφαλείας στις 4.4.2015 συνέλαβαν στη συνοικία Okmeydani της Κωνσταντινούπολης τον 52χρονο δημοσιογράφο πολωνικής καταγωγής Stephan Shak Kacnyski που γεννήθηκε στη Γερμανία, κατείχε αγγλικό διαβατήριο και ήταν πράκτορας της γερμανικής υπηρεσίας πληροφοριών BND. Σημειωτέον ότι ο Kacnyski κατηγορείται ότι μετέφερε στους επιχειρησιακούς πυρήνες της οργάνωσης που δραστηριοποιούνται στην Τουρκία τις εντολές των ηγετικών στελεχών της DHKP-C που ζουν σε ευρωπαϊκές χώρες, μεταξύ των οποίων και η Ελλάδα.
Με την ίδια διαδικασία σκέψης, οι υπηρεσίες πληροφοριών της Τουρκίας γνωστοποίησαν ότι έχει τεθεί σε εφαρμογή (σ.σ.: δεν αναφέρουν από ποιον) ένα σχέδιο ψυχολογικού πολέμου και προπαγάνδας προκειμένου να αποσταθεροποιηθεί η χώρα. Σύμφωνα με αυτό, ως τακτικοί στόχοι προς εκμετάλλευση έχουν τεθεί το κουρδικό πρόβλημα, οι ομάδες του ριζοσπαστικού Ισλάμ, η διαμάχη μεταξύ σουνιτών – αλεβιτών, η γενοκτονία των Αρμενίων, τα οικονομικά και κοινωνικά προβλήματα της χώρας και το ποντιακό κίνημα στη Μαύρη Θάλασσα για δήθεν ίδρυση Ποντιακού Κράτους.
Επιπρόσθετα, το εν λόγω σχέδιο περιλαμβάνει προσβολές αστυνομικών στόχων, βομβιστικές ενέργειες σε στρατηγικούς στόχους, απόπειρες δολοφονιών πολιτικών και προβεβλημένων προσωπικοτήτων, καθώς επίσης αποδιοργάνωση της τουρκικής κοινωνίας, μεταξύ των οποίων και το πρόσφατο μπλακ άουτ που άρχισε από τα δυτικά παράλια και επεκτάθηκε σε 45 νομούς. Φυσικά, όλα αυτά συνετέλεσαν ώστε ο Erdogan να αρχίσει να χάνει την ψυχραιμία του και να ανακοινώνει ότι θα καταργήσει τις ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας που δραστηριοποιούνται στην ασφάλεια των κτηριακών εγκαταστάσεων δημοσίων και ιδιωτικών φορέων, όπως νοσοκομείων, δικαστηρίων, φορέων κοινής ωφέλειας, σταδίων, αεροδρομίων κ.λπ., και τα καθήκοντά τους θα τα αναλάβουν οι αστυνομικές δυνάμεις. Όπως ήταν αναμενόμενο, η εν λόγω απόφαση του Erdogan προκάλεσε πολλές αρνητικές αντιδράσεις, αφού, σύμφωνα με τα στατιστικά στοιχεία της Γενικής Διεύθυνσης Ασφαλείας, μέχρι τον Ιανουάριο του 2014: α. Είχαν επιδοθεί 1.066.781 πιστοποιητικά παροχής υπηρεσιών ιδιωτικής ασφάλειας. β. 245.090 άτομα απασχολούνται σε ιδιωτικές εταιρείες ασφαλείας, εκ των οποίων τα 118.000 παρέχουν τις υπηρεσίες τους σε δημόσιους φορείς.
Τέλος, εύκολα γίνεται αντιληπτό ότι οι βουλευτικές εκλογές του επόμενου Ιουνίου βρίσκουν την Τουρκία σε μια ιδιαίτερα προβληματική κατάσταση, αφού ο Erdogan κινδυνεύει να πέσει θύμα των υπερβολών του, με συνέπεια η χώρα να έχει απομακρυνθεί από τη δημοκρατία και το κράτος δικαίου, ενώ η αυξανόμενη πόλωση επηρεάζει άμεσα τη σταθερότητα και την ασφάλεια αυτής.