Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Την ώρα που η κυβέρνηση ετοιμάζεται να ανοίξει ξανά το «παράθυρο» των 72 δόσεων, η πραγματικότητα των φορολογουμένων δείχνει να κινείται σε εντελώς διαφορετική κατεύθυνση. Τα νέα ληξιπρόθεσμα χρέη αυξάνονται, τα εισοδήματα πιέζονται και οι όροι ένταξης στη ρύθμιση παραμένουν τόσο αυστηροί που για πολλούς μοιάζουν απαγορευτικοί.
Τα τελευταία στοιχεία της ΑΑΔΕ επιβεβαιώνουν την τάση: μόνο στο πρώτο δίμηνο του 2026 δημιουργήθηκαν νέα χρέη ύψους 2,136 δισ. ευρώ, αυξημένα κατά περίπου 9% σε σχέση με πέρυσι. Με απλά λόγια, σχεδόν 2 δισ. ευρώ σε φόρους έμειναν απλήρωτα μέσα σε δύο μήνες, από νοικοκυριά και επιχειρήσεις που αδυνατούν να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων εμφανίζεται περισσότερο ως θεωρητική λύση παρά ως πραγματικό εργαλείο αποσυμπίεσης. Και αυτό γιατί συνοδεύεται από μια βασική – και καθοριστική – προϋπόθεση: όποιος θέλει να ενταχθεί, πρέπει πρώτα να έχει τακτοποιήσει όλα τα «φρέσκα» χρέη, δηλαδή όσα δημιουργήθηκαν από το 2024 και μετά.
Στην πράξη, αυτό σημαίνει ότι ο οφειλέτης καλείται να κάνει κάτι εξαιρετικά δύσκολο: να πληρώσει ή να ρυθμίσει τα νέα του χρέη (με 24 ή 48 δόσεις) για να μπορέσει να ενταχθεί σε μια δεύτερη ρύθμιση για τα παλαιότερα. Δηλαδή να σηκώσει ταυτόχρονα δύο βάρη, σε μια περίοδο που ήδη δυσκολεύεται να ανταποκριθεί στο πρώτο.
Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος. Όσο αυξάνονται τα νέα ληξιπρόθεσμα, τόσο λιγότεροι μπορούν να μπουν σε ρυθμίσεις. Και όσο λιγότεροι εντάσσονται, τόσο διογκώνεται το συνολικό ιδιωτικό χρέος. Το αποτέλεσμα είναι γνωστό: συσσώρευση οφειλών που απλώς μετατίθενται χρονικά, χωρίς ουσιαστική λύση.
Τα ίδια τα στοιχεία αποτυπώνουν το πρόβλημα. Από τα συνολικά ληξιπρόθεσμα προς την Εφορία, που ξεπερνούν τα 114 δισ. ευρώ, μόλις 5,26 δισ. βρίσκονται σε κάποια ρύθμιση. Δηλαδή ένα ποσοστό κάτω από 7%. Με άλλα λόγια, η συντριπτική πλειονότητα των οφειλών παραμένει εκτός οποιουδήποτε πλαισίου διευθέτησης.
Και όσοι έχουν ήδη ενταχθεί σε ρυθμίσεις δεν βρίσκονται σε καλύτερη θέση. Καλούνται να πληρώνουν κανονικά τις δόσεις τους, ενώ ταυτόχρονα πρέπει να είναι συνεπείς και στις τρέχουσες φορολογικές υποχρεώσεις. Σε μια οικονομία με αυξημένο κόστος ζωής και περιορισμένα περιθώρια ρευστότητας, αυτό μεταφράζεται συχνά σε νέα χρέη – δηλαδή σε ανακύκλωση του προβλήματος.
Σε αυτό το πλαίσιο, δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν τη νέα ρύθμιση ως μια ακόμη «χαμένη ευκαιρία». Παράγοντες της αγοράς επισημαίνουν ότι χωρίς χαλάρωση των όρων ένταξης, η ρύθμιση κινδυνεύει να αφορά τελικά λίγους και ήδη πιο συνεπείς οφειλέτες, αφήνοντας εκτός εκείνους που έχουν πραγματικά ανάγκη.
Το βασικό «αγκάθι» παραμένει η απαίτηση τακτοποίησης των πρόσφατων οφειλών. Για πολλούς, αυτή η προϋπόθεση ακυρώνει στην πράξη τη δυνατότητα ένταξης, καθώς προϋποθέτει οικονομική δυνατότητα που δεν υπάρχει. Το αποτέλεσμα είναι μια ρύθμιση που σχεδιάζεται για να διευκολύνει, αλλά τελικά δεν φτάνει σε όσους τη χρειάζονται περισσότερο.
Υπάρχει βέβαια και η επιλογή του εξωδικαστικού μηχανισμού, ειδικά για χρέη άνω των 5.000 ευρώ, όπου προβλέπεται ακόμη και «κούρεμα». Ωστόσο, η διαδικασία είναι πιο σύνθετη και απαιτεί άρση τραπεζικού και φορολογικού απορρήτου, κάτι που αποθαρρύνει αρκετούς οφειλέτες. Δεν είναι τυχαίο ότι, παρά τα πλεονεκτήματά του, ο μηχανισμός δεν έχει αξιοποιηθεί όσο θα ανέμενε κανείς.
Η νέα ρύθμιση των 72 δόσεων θα αφορά χρέη που έχουν δημιουργηθεί έως το τέλος του 2023 και παραμένουν αρρύθμιστα έως τον Απρίλιο του 2026, ενώ θα δίνει τη δυνατότητα επανένταξης και σε όσους έχασαν προηγούμενες ρυθμίσεις. Το επιτόκιο διαμορφώνεται στο 5,84% και η ελάχιστη δόση στα 30 ευρώ – όροι που, σε διαφορετικές συνθήκες, θα μπορούσαν να θεωρηθούν ελκυστικοί.
Το ερώτημα όμως παραμένει: μπορεί μια ρύθμιση να πετύχει όταν αγνοεί τη βασική πραγματικότητα της αγοράς; Όταν δηλαδή οι οφειλέτες δεν αδυνατούν να ρυθμίσουν τα παλιά χρέη, αλλά να καλύψουν τα τρέχοντα;
Χωρίς ουσιαστική προσαρμογή των όρων, η απάντηση μάλλον είναι αρνητική. Και όσο τα «φρέσκα» χρέη συνεχίζουν να αυξάνονται, τόσο η απόσταση ανάμεσα στον σχεδιασμό και την πραγματικότητα θα μεγαλώνει.
Διαβάστε επίσης:
Ανάσα από Κομισιόν: Εγκρίνει προσωρινές κρατικές ενισχύσεις στην ενέργεια για ευάλωτους τομείς
ΕΛΣΤΑΤ: Στο 9% ανέβηκε η ανεργία τον Μάρτιο
Η μάχη των 2 τρισεκατομμυρίων – Το ευρωβαρόμετρο και το διακύβευμα για την Ελλάδα
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.