Τσίπρας: Καταλύτης ή βαρίδι για την ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς; - Ένα «φάντασμα» πάνω από ΠΑΣΟΚ, ΣΥΡΙΖΑ, ΝΕΑΡ
Το περιστατικό είναι πραγματικό και ταυτόχρονα αποκαλυπτικό της κατάστασης στην κεντροαριστερά και τον προοδευτικό χώρο. Δραστήριος βουλευτής του ΣΥΡΙΖΑ που προ εβδομάδων πρόσμενε αγωνιωδώς την επιστροφή του Αλέξη Τσίπρα απευθύνει, παρουσία συναδέλφου του από το ΠΑΣΟΚ, την κρίσιμη ερώτηση σε παραβρισκόμενο δημοσιογράφο: «Θα το κάνει τελικά το κόμμα ο Τσίπρας;». Ο δημοσιογράφος απαντά ανυποψίαστος για τις βαθύτερες σκέψεις του συνομιλητή του, «ναι, έτσι φαίνεται, αλλά εσείς πρέπει κάποια στιγμή να ενωθείτε κατά κάποιο τρόπο». Και τότε έρχεται η αφοπλιστική και μάλλον ενδεικτική διαθέσεων και αγωνιών, απάντηση: «Αν δεν εμφανιζόταν ο Τσίπρας μπορεί και να είχαμε ενωθεί ήδη»! Και το πιο εντυπωσιακό; Ο βουλευτής του ΠΑΣΟΚ να σχολιάζει σχεδόν μηχανικά και χωρίς δισταγμό, «ίσως έχει δίκιο»!
Η αντίφαση που ζητά απάντηση
Πριν ακόμη αποκτήσει οργανωτική μορφή, το υπό διαμόρφωση πολιτικό εγχείρημα του Αλέξη Τσίπρα έχει ήδη καταφέρει κάτι κρίσιμο, όσο και αμφίσημο: να επαναφέρει στο προσκήνιο το ζήτημα της ανασυγκρότησης της κεντροαριστεράς και της αριστεράς, αλλά ταυτόχρονα να το πολώσει. Όχι γύρω από προγραμματικές τομές ή κυβερνητικές εναλλακτικές, αλλά γύρω από ένα πρόσωπο που παραμένει ισχυρό, αμφιλεγόμενο και για κάποιους (ίσως και αρκετούς) βαθιά διχαστικό. Οι τοποθετήσεις που ακούγονται το τελευταίο διάστημα – από διαφορετικά πολιτικά στρατόπεδα – συγκλίνουν σε μια σκληρή διαπίστωση: η πιθανή επιστροφή Τσίπρα λειτουργεί ταυτόχρονα ως σημείο αναφοράς και ως σημείο εμπλοκής για κάθε σοβαρή συζήτηση περί ευρύτερων συνεργασιών στον προοδευτικό χώρο.
Κυρίως διότι στην ήδη δεδομένη διαπίστωση ότι «για ένα μεγάλο κομμάτι του ΠΑΣΟΚ, ο Τσίπρας παραμένει πολιτικά μη αποδεκτός» έχει προστεθεί και το συγκρουσιακό στοιχείο ανάμεσα στον πρώην πρωθυπουργό και τους άλλοτε συντρόφους και συνεργάτες του σε ΣΥΡΙΖΑ και Νέα Αριστερά.
Η απόρριψη αυτή δεν αφορά μόνο στρατηγικές επιλογές του παρελθόντος ή πλευρές της διακυβέρνησης 2015–2019 και πτυχές της αντιπολιτευτικής παρουσίας το 2019-2023. Είναι και προϊόν μιας μακράς σύγκρουσης ταυτότητας, στην οποία το ΠΑΣΟΚ αισθάνθηκε ότι απειλήθηκε υπαρξιακά από τον ΣΥΡΙΖΑ και προσωπικά από τον Τσίπρα. Υπό αυτή την έννοια, η επανεμφάνισή του στο κέντρο του πολιτικού σκηνικού αναζωπυρώνει αντανακλαστικά άμυνας, ακόμη και σε στελέχη που, θεωρητικά, θα έβλεπαν θετικά έναν προοδευτικό πόλο απέναντι στη ΝΔ.
Δεν είναι τυχαίο ότι ακόμη και βουλευτές του ΠΑΣΟΚ, κοντά στον Νίκο Ανδρουλάκη αλλά με αναφορές στην «αριστερή» πτέρυγα του κόμματος, συνομολογούν – έστω άτυπα – ότι ο Τσίπρας λειτουργεί σήμερα περισσότερο ως εμπόδιο παρά ως γέφυρα για ευρύτερες συναινέσεις.
Ακόμα και ο Χάρης Δούκας που αρχικά έδειξε όλη την καλή διάθεση για διάλογο με το κόμμα Τσίπρα, εσχάτως παίρνει όλο και πιο διακριτές αποστάσεις, αποφεύγοντας να χρεωθεί μία ιστορία, που μοιάζει εξ αρχής ιδιαιτέρως αμφιλεγόμενη, λόγω των επιθέσεων που εξαπολύει ο πρώην πρωθυπουργός προς όλες τις δυνάμεις του προοδευτικού χώρου.
Ήτοι, η παρουσία του Αντώνη Σαουλίδη και της Κωνσταντίνας Σπυροπούλου στην παρουσίαση της Ιθάκης στη Θεσσαλονίκη στέλνουν ένα μήνυμα για την απήχηση του πρώην πρωθυπουργού στην «περιοχή» του ΠΑΣΟΚ, αλλά αυτό ούτε αρκετό, ούτε εκτεταμένο όσο θα ήθελε ο ίδιος.
Δυσπιστία στον ευρύτερο χώρο
Το πρόβλημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στο ΠΑΣΟΚ. Η δυσπιστία απέναντι στον Τσίπρα διατρέχει οριζόντια τον προοδευτικό χώρο. Οι συγκρούσεις των τελευταίων ετών, οι σκληρές επιθέσεις σε πρώην συντρόφους, αλλά και η αίσθηση ότι ο ίδιος δεν επενδύει σε συλλογικά σχήματα αλλά σε προσωπικά «restart», έχουν αφήσει βαθύ αποτύπωμα.
Για πολλά στελέχη που προέρχονται από τον ΣΥΡΙΖΑ ή κινούνται στον ευρύτερο χώρο της ανανεωτικής και ριζοσπαστικής αριστεράς, το ερώτημα δεν είναι αν ο Τσίπρας «μπορεί να κερδίσει ψήφους», αλλά αν μπορεί να οικοδομήσει σχέσεις εμπιστοσύνης. Και χωρίς εμπιστοσύνη, καμία ανασυγκρότηση δεν μπορεί να είναι βιώσιμη.
Και μπορεί ο Τσίπρας να έκανε πρόσφατα στη Θεσσαλονίκη ένα άλμα μετριοπάθειας και προσεκτικής αντιμετώπισης των νυν σχημάτων, σε σχέση με τον… εξώστη του Παλλάς και τα βιτριολικά σχόλια από την Πάτρα, ωστόσο η επιφύλαξη, ο προβληματισμός ου μην και η απογοήτευση έχουν ήδη εμφιλοχωρήσει στο ταραγμένο πεδίο αυτού του χώρου.
Ο Πάνος Σκουρλέτης είπε στο συνέδριο της ΝΕΑΡ ότι το υπό συγκρότηση κόμμα Τσίπρα λειτουργεί ως τροχοπέδη στην ανασυγκρότηση του χώρου.
Ο πειρασμός του «καταλύτη» και ο κίνδυνος της παράλυσης
Υπάρχει, βεβαίως, και η αντίστροφη ανάγνωση: ότι ο Τσίπρας, λόγω αναγνωρισιμότητας, πολιτικού βάρους και διεθνούς εμπειρίας, είναι ο μόνος που μπορεί να ταράξει τα νερά σε έναν χώρο που δείχνει στάσιμος, πολυδιασπασμένος και χωρίς σαφή ηγεμονία. Σε αυτή τη λογική, η παρουσία του λειτουργεί ως εξωτερικό σοκ, που αναγκάζει τα υπάρχοντα κόμματα να επανατοποθετηθούν.
Όμως εδώ ακριβώς εντοπίζεται το παράδοξο: το σοκ μπορεί να κινητοποιεί, αλλά μπορεί και να παγώνει. Όσο ο Τσίπρας παραμένει «στον ορίζοντα» χωρίς καθαρό πολιτικό σχέδιο, χωρίς σαφή απάντηση στο αν επιδιώκει σύνθεση ή ηγεμονία, οι υπόλοιποι δρώντες διστάζουν να κινηθούν. Άλλοι περιμένουν, άλλοι οχυρώνονται, άλλοι προετοιμάζονται για σύγκρουση. Το αποτέλεσμα είναι μια γενικευμένη ακινησία.
Αποτέλεσμα αδυναμίας ή φορέας του αδιεξόδου;
Το αρχικό λοιπόν κρίσιμο ερώτημα παραμένει ανοιχτό: ο Τσίπρας επιστρέφει επειδή ο χώρος αδυνατεί να παραγάγει πειστική εναλλακτική ή η επιστροφή του παρατείνει αυτή ακριβώς την αδυναμία; Πιθανότατα ισχύουν και τα δύο. Η παρουσία του φωτίζει τις δομικές ανεπάρκειες του σημερινού προοδευτικού πεδίου: έλλειψη στρατηγικής, θολή προγραμματική πρόταση, αδυναμία συνεννόησης. Ταυτόχρονα, όμως, αν η πολιτική του επανεμφάνιση οικοδομηθεί πάνω σε παλιές λογικές, προσωπικές αντιπαραθέσεις και αναπαραγωγή διχασμών, τότε κινδυνεύει να μετατραπεί από πιθανό καταλύτη σε βαρίδι που βαθαίνει το αδιέξοδο. Σε κάθε περίπτωση, ένα πράγμα είναι σαφές: η ανασυγκρότηση της κεντροαριστεράς δεν μπορεί να γίνει ούτε με την απλή επάνοδο ενός ισχυρού προσώπου, ούτε με την άρνηση της πολιτικής του βαρύτητας.
Άρα χρειάζεται μία καθαρή απάντηση στο «πώς», «με ποιους όρους» και τι ρόλο μπορεί να έχει ο Τσίπρας, είναι δυνατόν η προοδευτική παράταξη να παράξει το συντομότερο μία πειστική εναλλακτική απέναντι στη ΝΔ και τον Κυριάκο Μητσοτάκη, χωρίς να περιμένει το… 2031!
Διαβάστε επίσης