Βενιζέλος απαντά σε Γεραπετρίτη για την αναθεώρηση: Μας αφήνει άναυδους η κυβερνητική… «γενναιοδωρία»
Μέσω της «Καθημερινής» απαντά ο Ευάγγελος Βενιζέλος στον υπουργό Εξωτερικών, Γιώργο Γεραπετρίτη, για τη Συνταγματική Αναθεώρηση.
»Γιατί η κυβέρνηση της ΝΔ, αφού αναθεώρησε το άρθρο 86 μόλις το 2019 και το διαμόρφωσε όπως ήθελε μόνη της, το παραβίασε, για την ακρίβεια το ευτέλισε στις υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και τώρα νομίζει ότι μπορεί ως στρουθοκάμηλος να κρύψει το κεφάλι της στην αναθεώρηση του άρθρου 86 ενώ είναι σε εξέλιξη οι διαδικασίες ποινικής ευθύνης υπουργών της για τα Τέμπη και διαδικασίες ποινικής διερεύνησης για τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ», προσθέτει.
Ολόκληρο το άρθρο Βενιζέλου στην Καθημερινή:
Στην Καθημερινή της Κυριακής 21.2.2026 ο αγαπητός φίλος και συνάδελφος στην επιστημονική κοινότητα Γιώργος Γεραπετρίτης ανέλαβε να απαντήσει στις θέσεις που ανέπτυξα όταν ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε τις προθέσεις του για την αναθεώρηση του Συντάγματος. Τόνισα ότι της αναθεώρησης του Συντάγματος προηγείται ο σεβασμός του. Την κυβερνητική αντίδραση προκάλεσε και η επισήμανση ότι δεν υπάρχουν την περίοδο αυτή οι πολιτικές προϋποθέσεις της αναθεώρησης, ότι η χώρα πρέπει να καταστεί έστω τυπικά διακυβερνήσιμη πριν το Σύνταγμα καταστεί αναθεωρήσιμο. Για τον λόγο αυτό πρέπει να τηρηθεί η μόνη πρακτική εγγύηση, δηλαδή η προϋπόθεση να συγκεντρωθούν 180 ψήφοι στην επόμενη Βουλή, που ως αναθεωρητική συντελεί την αναθεώρηση και διαμορφώνει το συνταγματικό κείμενο.
Ο κατάλογος των υπό αναθεώρηση διατάξεων μπορεί να είναι όσο φιλόδοξος θέλει η σημερινή κοινοβουλευτική πλειοψηφία καθώς αρκούν 151 βουλευτές. Ελπίζω μάλιστα ότι θα αποδεχθεί και προτάσεις της αντιπολίτευσης, αφού έχει ανοικτή για να μη πω μαξιμαλιστική, αναθεωρητική διάθεση. Όλες οι σοβαρές προτάσεις, συγκλίνουσες και αποκλίνουσες, μπορούν να ενταχθούν στον κατάλογο των υπό αναθεώρηση διατάξεων, να τεθούν προεκλογικά υπόψη του εκλογικού σώματος και να διεκδικήσουν την αυξημένη πλειοψηφία των τουλάχιστον 180 βουλευτών στην επόμενη Βουλή την και αναθεωρητική.
Μια πρόταση «αποστομωτική»
Η πρόταση του Γ. Γεραπετρίτη προκειμένου να πειστεί η αντιπολίτευση να υπερψηφίσει την ανάγκη αναθεώρησης ενός φιλόδοξου και εκτεταμένου καταλόγου διατάξεων στην παρούσα Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία 180 και πλέον βουλευτών, ώστε οι διατάξεις αυτές να μπορούν να αναθεωρηθούν από την επόμενη Βουλή με την απλή πλειοψηφία των 151 βουλευτών, είναι επί λέξει η ακόλουθη: «η συμπολίτευση στη σημερινή Βουλή να δεσμευθεί σχετικά με την κατεύθυνση που θα λάβει κάθε άρθρο το οποίο τίθεται προς αναθεώρηση, ώστε να μην υπάρχουν εκπλήξεις στην επόμενη Βουλή – αν, βεβαίως, παραμένει η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία. Με τον τρόπο αυτό, εκλείπει και το τελευταίο φύλλο συκής για να μην υπερψηφιστούν άρθρα προς αναθεώρηση από την τρέχουσα Βουλή».
Ο υπουργός Εξωτερικών παρεμβαίνει δημόσια στην αναθεωρητική συζήτηση, υποθέτω εκφράζοντας τον Πρωθυπουργό, και προτείνει ως εγγύηση προς την αντιπολίτευση τη δέσμευση της σημερινής κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας σχετικά με την κατεύθυνση της αναθεώρησης, δέσμευση που, όπως ρητά σημειώνει, θα ισχύσει στην επόμενη Βουλή «αν, βεβαίως, παραμένει η ίδια κοινοβουλευτική πλειοψηφία»! Αν δηλαδή η ΝΔ είναι μονοκομματική πλειοψηφία της επόμενης Βουλής, οπότε θα μπορεί να σχηματίσει τη δική της αυτοδύναμη κυβέρνηση με τον ίδιο Πρωθυπουργό και επιπλέον θα μπορεί να αναθεωρήσει και το Σύνταγμα μόνη της δεσμευμένη από τις δικές της κατευθύνσεις στην παρούσα Βουλή! Αν η ΝΔ δεν παραμείνει πλειοψηφία και μάλιστα απόλυτη της επόμενης Βουλής, δεν υπάρχει καμία εγγύηση για την ψήφο που καλείται να δώσει τώρα η αντιπολίτευση! Αφαιρείται όμως από το Σύνταγμα της χώρας ο θώρακας του αυστηρού χαρακτήρα του ενόψει μιας επόμενης Βουλής η πλειοψηφία της οποίας είναι το εκλογικό στοίχημα της ΝΔ και όλων των κομμάτων, αλλά δεν πρέπει να γίνει και στοίχημα συνταγματικής αμεριμνησίας.
Η αντιπολίτευση προσκαλείται λοιπόν να δείξει την αναθεωρητική της «υπευθυνότητα» και «συναίνεση» αποδεχόμενη ως εγγύηση τη θριαμβευτική εκλογική νίκη της Ν.Δ. και τον σχηματισμό νέας αυτοδύναμης κυβέρνησης του Κυριάκου Μητσοτάκη μετά τις ερχόμενες εκλογές. Είναι αλήθεια ότι τέτοια πολιτική και θεσμική γενναιοδωρία εκ μέρους της κυβερνητικής πλειοψηφίας δεν την είχα φανταστεί!
Όντως η πρόταση αυτή είναι αποστομωτική και πολιτικά και επιστημονικά γιατί αφήνει άναυδους όσους έχουν παρακολουθήσει τη σχετική έντονη συζήτηση του 2018-2019. Προσωπικά, κατά την πρώτη φάση της αναθεώρησης του 2019, είχα επεξηγήσει τόσο κοινοβουλευτικά στη διεξοδική συζήτηση που διεξήχθη το 2018 στην πρώτη Βουλή που κίνησε την αναθεωρητική διαδικασία όσο και επιστημονικά («Δεσμεύεται η δεύτερη Βουλή από τις κατευθύνσεις της πρώτης στη διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος;», Το Σύνταγμα (ΤοΣ) 3/2019, σελ. 567-580, αναδημοσίευση από Constitutionalism.gr, 28.11.2018), ότι μόνη ουσιαστική εγγύηση για τη δεύτερη Βουλή, την αναθεωρητική, που συντελεί την αναθεώρηση, είναι η επιφύλαξη να απαιτείται η συγκέντρωση αυξημένης πλειοψηφίας 180 τουλάχιστον βουλευτών σε αυτή. Οι κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής δεν δεσμεύουν την επόμενη, την και αναθεωρητική Βουλή, για τους λόγους που είχε ήδη από το 1911 εξηγήσει ο Ελευθέριος Βενιζέλος όταν η πρώτη Βουλή του παλιού καθεστώτος προσπάθησε με αναλυτικές κατευθύνσεις να δεσμεύσει την αναθεωρητική Βουλή που οδήγησε από το Σύνταγμα του 1864 σε αυτό του 1911. Η θέση αυτή υποστηρίχθηκε ευρύτατα επιστημονικά και υιοθετήθηκε από τη Νέα Δημοκρατία και το ΠΑΣΟΚ σε αντίθεση προς την τότε κοινοβουλευτική πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ που υποστήριζε τη θέση ότι οι κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής δεσμεύουν τη δεύτερη που συντελεί την αναθεώρηση.
Τα πρακτικά του 2019
Μάλιστα ο ίδιος ο Γιώργος Γεραπετρίτης ως Υπουργός Επικρατείας (και βουλευτής τότε) αντέκρουσε το 2019 με πάθος την ένσταση του ΣΥΡΙΖΑ ότι η αναθεωρητική Βουλή του 2019 οφείλει να ακολουθήσει τις κατευθύνσεις που έδωσε η πλειοψηφία (ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ) της προηγούμενης Βουλής (του Σεπτεμβρίου 2015) που διαπίστωσε το 2018 την ανάγκη της αναθεώρησης με αυξημένη πλειοψηφία μεγαλύτερη των 180 βουλευτών. Έλεγε τότε (συνεδρίαση της Βουλής 20.11.2019, Πρακτικά σελ 4981-82): «πραγµατικά αισθάνοµαι ότι ξαφνικά βρισκόµαστε σε έναν διαφορετικό, παράλληλο συνταγµατικό κόσµο. Διότι το ζήτηµα αυτό [ της δέσμευσης από τις κατευθύνσεις της πρώτης Βουλής ] ουδέποτε είχε τεθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια. Ετέθη µόνο προσφάτως, από µία ελάχιστη επιστηµονική µειοψηφία, ενόσω όλοι οι µεγάλοι δάσκαλοι του Συνταγµατικού Δικαίου επέµεναν ότι εδώ υπάρχει ένα ζήτηµα πολύ διακριτών αρµοδιοτήτων µεταξύ της προτείνουσας και της αποφασίζουσας. Η προτείνουσα Βουλή διαπιστώνει την ανάγκη. Πώς τη διαπιστώνει; Θέτοντας τα προς αναθεώρηση άρθρα, παραγράφους και εδάφια και η αποφασίζουσα Βουλή, που είναι η µόνη Αναθεωρητική Βουλή, είναι εκείνη η οποία θα καλύψει το περιεχόµενο. Και θα παρακαλούσα, για λόγους τεχνικούς, όταν λέτε «Αναθεωρητική Βουλή», να αναφέρεστε µόνο στην παρούσα Αναθεωρητική Βουλή. Η προηγούµενη δεν ήταν Αναθεωρητική Βουλή. Ήταν µέρος του σύνθετου αναθεωρητικού οργάνου, αλλά όχι Αναθεωρητική Βουλή. Αναθεωρητική Βουλή είναι αυτή που έχουµε σήµερα όλοι την τιµή να υπηρετούµε. Γιατί άραγε αυτό; Αναφέρθηκε ότι υπάρχει ένα παράδοξο. Μα, είναι δυνατόν η προτείνουσα Βουλή να επιλέγει το άλφα και η Αναθεωρητική Βουλή να επιλέγει το πλην άλφα; Και προφανώς ισχύει αυτό. Και ισχύει γιατί; Διότι µεσολαβούν εκλογές!»
Εις επίρρωση δε του Υπουργού του, ο ίδιος ο Πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης έλεγε στην αναθεωρητική Βουλή του 2019 (συνεδρίαση της Βουλής 25.11.2019): «Κύριε Τσίπρα τις προτάσεις σας δεν τις απορρίπτει σήμερα η κοινοβουλευτική πλειοψηφία της Νέας Δημοκρατίας. Τις απέρριψε ο ελληνικός λαός στις εκλογές της 7ης Ιουλίου. Γι’ αυτό εξάλλου μεσολαβεί η λαϊκή ετυμηγορία μεταξύ των δύο φάσεων της συνταγματικής αναθεώρησης. Ήταν αντικείμενο των εκλογών και η συνταγματική αναθεώρηση κ. Τσίπρα.»
Με αυτήν την επιχειρηματολογία Μητσοτάκη – Γεραπετρίτη η απλή πλειοψηφία της Βουλής του 2019 αναθεώρησε τον τρόπο εκλογής του ΠτΔ, επιβάλλοντας την εκλογή του ακόμη και με σχετική πλειοψηφία 75 παρόντων βουλευτών, ενώ η κατεύθυνση που έδωσε η πλειοψηφία ΣΥΡΙΖΑ / ΑΝΕΛ στην προηγούμενη Βουλή ήταν η άμεση εκλογή του ΠτΔ, αν δεν μπορεί να επιτευχθεί εκλογή από την Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία 180 βουλευτών.
Κατά την ίδια λογική αναθεωρήθηκε το 2019 – με τη σύμπραξη δυστυχώς της αντιπολίτευσης – και η διάταξη για τις ανεξάρτητες αρχές που προέβλεπε αυξημένη πλειοψηφία 4/5 στη Διάσκεψη των Προέδρων στην οποία υπερεκπροσωπείται η κυβερνητική πλειοψηφία ενώ τώρα πλέον προβλέπεται η εκλογή με 3/5, πλειοψηφία που στην περίπτωση της ΑΔΑΕ υποτίθεται ότι πέτυχε η Ν.Δ. με τη σύμπραξη του κόμματος του κ. Βελόπουλου, προκαλώντας οξύ ερμηνευτικό πρόβλημα που εκκρεμεί και πάλι ενώπιον του ΣτΕ. Αυτό το προηγούμενο της ΑΔΑΕ εν μέσω του σκανδάλου των υποκλοπών προκάλεσε τη δυσπιστία της αντιπολίτευσης και τη δυσχέρεια διαμόρφωσης συναινέσεων στη στελέχωση των ανεξάρτητων αρχών. Φταίει συνεπώς η κακή πρακτική και όχι η συνταγματική διάταξη που είχε αναθεωρηθεί μόλις το 2019 μειώνοντας την αναγκαία αυξημένη πλειοψηφία.
Αντιφάσεις και προσχήματα
Νιώθω πραγματικά πολύ δυσάρεστα όταν αναγκάζομαι, προκειμένου να υποστηρίξω το πολιτικά αυτονόητο και επιστημονικά προφανές να ανασύρω αυτές τις κραυγαλέες αντιφάσεις, που καθιστούν το Σύνταγμα και την αναθεώρησή του πρόσχημα και προκάλυψη της κυβέρνησης που με απόλυτη άνεση υποστηρίζει τώρα τα τελείως αντίθετα από την κοινοβουλευτικά και επιστημονικά ορθή θέση της του 2019.
Αν θέλουν αναθεωρητική συναίνεση υπό συνθήκες βαθιάς κρίσης της αντιπροσωπευτικής φιλελεύθερης δημοκρατίας διεθνώς αλλά προφανώς και στη χώρα μας, αν θέλουν πραγματική συναίνεση στην εθνική στρατηγική και την εξωτερική πολιτική υπό συνθήκες διεθνούς ρευστότητας και πρωτοφανούς κινητικότητας που ανατρέπει παραδοσιακές βεβαιότητες, αν θέλουν να κατανοήσουν ότι μεγάλο μέρος της κοινωνίας νιώθει αποκλεισμένο και προσβεβλημένο από τη διόγκωση των ανισοτήτων και τη διάρρηξη του κοινωνικού συμβολαίου, τότε πρέπει να απευθύνονται στην αντιπολίτευση και σε όσους διατυπώνουν δημόσιο λόγο με σεβασμό και ειλικρίνεια ως προς τα αυτονόητα.
Το πρώτο αυτονόητο είναι ότι η χώρα βαδίζει προς τις επόμενες εκλογές με προφανή αβεβαιότητα ως προς τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης, με νέα κόμματα να κυοφορούνται, με τον αντισυστημισμό και τον λαϊκισμό να ανθίζουν, με την κοινωνία βαθιά εχθρική και δύσπιστη απέναντι στους θεσμούς όχι μόνο τους πολιτικούς αλλά και τους δικαιοκρατικούς. Όταν κινείται διαδικασία αναθεώρησης του Συντάγματος υπό αυτές τις κοινωνικές, πολιτικές και διεθνείς συνθήκες, η θεσμική σοβαρότητα, η ιστορική επίγνωση και ο συνταγματικός πατριωτισμός επιβάλλουν να αναλάβεις πρωτοβουλίες πραγματικής θωράκισης της συνταγματικής δημοκρατίας. Όχι να παίζεις με το Σύνταγμα πιέζοντας την αντιπολίτευση να ψηφίσει στην παρούσα Βουλή την ανάγκη αναθεώρησης με πλέον των 180 ψήφων για να φανεί ότι έχει δήθεν ηγεμονία η αναθεωρητική πρωτοβουλία της κυβέρνησης, αφήνοντας τη διαμόρφωση του ίδιου του Συντάγματος της χώρας στην ελεύθερη βούληση της απλής πλειοψηφίας της επόμενης Βουλής.
Η δημοκρατία οφείλει να είναι μαχόμενη αλλά και κοινωνικά διορατική γιατί θωρακισμένη, σύγχρονη και λειτουργική συνταγματική δημοκρατίας χωρίς πεπεισμένη κοινωνία που συμπράττει δεν υπάρχει. Αυτό δεν είναι «αναθεωρητικός μηδενισμός λόγω καχυποψίας» αλλά αναθεωρητική επίγνωση λόγω αίσθησης της πραγματικότητας.
Το άρθρο 86
Η συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 86 για την ποινική ευθύνη των υπουργών έχει καταστεί απολύτως αναγκαία γιατί η κυβέρνηση της Ν.Δ., αφού αναθεώρησε το άρθρο 86 μόλις το 2019 και το διαμόρφωσε όπως ήθελε μόνη της, το παραβίασε, για την ακρίβεια το ευτέλισε στις υποθέσεις των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ και τώρα νομίζει ότι μπορεί ως στρουθοκάμηλος να κρύψει το κεφάλι της στην αναθεώρηση του άρθρου 86 ενώ είναι σε εξέλιξη οι διαδικασίες ποινικής ευθύνης υπουργών της για τα Τέμπη και διαδικασίες ποινικής διερεύνησης για τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το άρθρο 86 πρέπει προφανώς να αναθεωρηθεί δραστικά και αν θέλει ο κ. Μητσοτάκης να αφήσει να το διαμορφώσει ελεύθερα η απλή πλειοψηφία της επόμενης Βουλής, όποια και αν είναι αυτή, ίσως θα έπρεπε η αντιπολίτευση να το δεχθεί για λόγους παιδαγωγικούς, καταστολής της αλαζονείας. Το Σύνταγμα βεβαίως δεν είναι νόμισμα που το στρίβεις για να παραστήσεις ότι έχεις εκλογική αυτοπεποίθηση.
Είχα την ευκαιρία πριν λίγες ημέρες («Το Βήμα της Κυριακής», 15.2.2026) να θυμίσω πώς διαμορφώθηκε το άρθρο 86 στην αναθεώρηση του 2001 με την πλήρη σύμπραξη της ΝΔ που έθεσε όρους προκειμένου να το υπερψηφίσει και το ΠΑΣΟΚ τους δέχθηκε παρότι θα μπορούσε να αναθεωρήσει τη διάταξη με τη δική του κυβερνητική πλειοψηφία. Γι’ αυτό η συνταγματική διάταξη υπερψηφίστηκε από 268 βουλευτές και ο εκτελεστικός νόμος από 300.
Η συνταγματική αναθεώρηση έχει καταστεί απολύτως αναγκαία και ως προς την επιλογή της ηγεσίας της Δικαιοσύνης γιατί δυστυχώς τα τελευταία χρόνια είναι πτωτική η καμπύλη της κοινωνικής αξιοπιστίας της Δικαιοσύνης. Η δε κυβέρνηση ενώ θεσμοθέτησε νομοθετικά τη συμμετοχή των ολομελειών των ανωτάτων δικαστηρίων, την αγνόησε και την απαξίωσε στην πράξη επιτείνοντας τη δυσπιστία που έχει τροφοδοτηθεί και από τον τρόπο με τον οποίο έγινε ο δικαστικός χειρισμός των εμβληματικών υποθέσεων των υποκλοπών, των Τεμπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Ευτυχώς για το πιο ουσιώδες μέρος του εθνικού Συντάγματος, στο οποίο ανήκουν τα θεμελιώδη δικαιώματα και οι εγγυήσεις του κράτους δικαίου αλλά και οι μεγάλες οικουμενικές προκλήσεις της κλιματικής κρίσης και της τεχνητής νοημοσύνης, Σύνταγμα της χώρας είναι αυτό που ονομάζω «επαυξημένο Σύνταγμα» όπως αυτό διαμορφώνεται εντός του πολυεπίπεδου συνταγματισμού και της πολλαπλότητας των έννομων τάξεων (εθνική, ενωσιακή, διεθνής) που διεκδικούν αυτοαναφορικά το δικό τους πρωτείο εφαρμογής στο πεδίο τους και θέτουν τις εθνικές έννομες τάξεις και τα εθνικά συντάγματα υπό τον δικαστικό έλεγχο του ΕΔΔΑ στο Στρασβούργο και του ΔΕΕ στο Λουξεμβούργο.
Διαβάστε επίσης:
Έκτακτη σύσκεψη των ΥΠΕΞ της ΕΕ για το Ιράν με συμμετοχή του Γεραπετρίτη
Έκτακτη σύσκεψη του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας για τις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή
Μητσοτάκης για Μέση Ανατολή: Υπέρ της αποτροπής απόκτησης πυρηνικού όπλου από το Ιράν