Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το ταξίδι, ο τουρισμός, η εκδρομική κινητικότητα, η διπλή κατοικία, η πρόσληψη πολλών πληροφοριών – αλλοδαπής ή ημεδαπής προέλευσης – θεωρείται ότι αποδυναμώνουν τις παραδοσιακές μορφές συνάφειας με τον χώρο: αυτές που εμφανίζονταν σαν συμμετοχή σε στέκια, γειτονιές, συνοικίες, μικρές εστίες ζωής.
Οι Beatles στην εποχή μας ίσως δεν θα μπορούσαν να εμπνευστούν για μια γειτονιά στο Λίβερπουλ όπως αυτή που οδήγησε σε μια επιτυχία τους – το «Penny Lane» –, που έμενε καθηλωμένο «στ’ αυτιά και στα μάτια τους, κάτω από τους γαλάζιους ουρανούς των περιχώρων»…
Όμως, παρά την αυξημένη κινητικότητα ανθρώπων και πληροφοριών, η σχέση με έναν χώρο οικείο παραμένει δραματικά απαραίτητη… Επειδή η ανάγκη του σύγχρονου ανθρώπου για πλουραλισμό ερεθισμάτων και εικόνων δεν εκτοπίζει την αναζήτηση ενός ψυχικού αγκυροβόλιου, μιας περιοχής ταύτισης με τον άλλο, ενός πεδίου αναγνώρισης και έκφρασης βασικών αναγκών. Το στέκι παραμένει πόλος ζωής, η γειτονιά σημείο αναφοράς, η πόλη μπορεί να είναι μια μικρή πατρίδα, όπως έλεγε ο Λε Κορμπυζιέ στη «Χάρτα των Αθηνών».
Μάλιστα ο πληροφοριακός και γνωστικός πλουραλισμός, ο καταιγισμός ταξιδιωτικών, τηλεοπτικών, διαδικτυακών, κινηματογραφικών ερεθισμάτων, διεγείρει την ανάγκη της ζωντανής επαφής και της οικειότητας. Και αντίστροφα η οικειότητα δημιουργεί «φυγόκεντρες» τάσεις και διεγείρει γνωσιοθηρικές κινήσεις και προσφυγές στον χώρο των «μέσων».
Σήμερα οι χώροι των πόλεων καλούνται να υπηρετήσουν τις ανάγκες του πλουραλισμού, χωρίς όμως να μετατρέπονται σε απλά «αξιοθέατα».
Οι αστικοί χώροι πρέπει να εκπέμπουν έναν μορφικό πλούτο, πρέπει να μην είναι εικαστικά αδιάφοροι ή απωθητικοί, πρέπει να συνιστούν φιλικά κελύφη ζωής. Να νεωτερίζουν, αλλά ταυτόχρονα να είναι μεταβλητοί και ανοικτοί στις μορφικές αλλαγές και στις πολεοδομικές «σκηνοθεσίες», να παρέχουν κάποια στοιχεία διάρκειας, θα λέγαμε, απηχώντας μια προβληματική του Δημήτρη Φατούρου (1967).
Θα πρέπει να εντυπωσιάζουν αλλά και να μην ξενίζουν την ευρύτερη κοινωνία, εξασφαλίζοντας έτσι τον σεβασμό κι ακόμη την ακεραιότητά τους – εκεί όπου «ανθεί» ο βανδαλισμός.
Σε αντίθεση με τους δρόμους, τα πεζοδρόμια, τους πεζόδρομους, αλλά και κάποιες αστικές επιφάνειες που προτείνονται για αισθητικές αναπλάσεις, όπως είναι τα μπαλκόνια, οι κάθετες επιφάνειες των κτιρίων, οι ταρατσόκηποι (roof garden), οι πλατείες, υπηρετούν την ανάγκη της ανοικτότητας: σε μια πόλη που έχει ως γενικό χαρακτηριστικό τούς μικρούς και κάποτε ανύπαρκτους ορίζοντες, τους στενούς και ανήλιαγους δρόμους.
Σύμφωνα με το λεξικό Δημητράκου, ο όρος «πλατεία οδός» ξεκινάει τη σταδιοδρομία του ως έκφραση του μεγάλου πλατιού δρόμου, που υπερβαίνει την έννοια της στενωπού και σιγά – σιγά μετατρέπεται σε κάτι άλλο, σε στέκι ζωής. Ενώ η ζωή των δρόμων στην πόλη έχει κύριο χαρακτηριστικό την απομάκρυνση και τη φυγή, οι πλατείες ικανοποιούν την ανάγκη του «αράγματος», της σχόλης, της συνάντησης. Γι’ αυτό εξάλλου προσφέρονται για τη δημόσια, κοινωνική, πολιτική και καλλιτεχνική έκφραση.
Αυτό γίνεται ιδιαίτερα σημαντικό σε μια εποχή ανταγωνισμού των αστικών σχηματισμών μέσω διαφόρων καλλιτεχνικών, εμπορικών, πολιτιστικών, συνεδριακών ή άλλων γεγονότων. Σε μια εποχή όπου ανθούν οι θεσμοί της «πολιτιστικής πρωτεύουσας», των κινηματογραφικών φεστιβάλ, των διεθνών εκθέσεων βιβλίου.
Σε αυτές τις συνθήκες, καθώς οι πλατείες «βλέπουν» τον κόσμο αποτελώντας την αιχμή του δόρατος των ανταγωνιζόμενων πόλεων, αξιώνουν να τις έχουμε «σαν τα μάτια μας»…
Ο διαπρεπής πολεοδόμος Αθανάσιος Αραβαντινός έγραφε συμπληρωματικά για την ανάγκη δημιουργίας «ιδιωτικών πλατειών», δηλαδή για ευρύχωρες διατάξεις στο εσωτερικό οικοδομικών τετραγώνων με ενοποίηση των ακάλυπτων χώρων – διότι έτσι θα αποφεύγονταν «ο θρίαμβος της απομόνωσης και του εγωκεντρισμού»: Αυτό είναι συζητήσιμο, κατά πόσο εκφεύγει της έννοιας της «πλατείας».
Οι πλατείες επιτρέπουν κάποιες προσομοιώσεις της φύσης, σε μεγαλύτερη κλίμακα από αυτήν του ατομικού μπαλκονιού και της γλάστρας εντός του διαμερίσματος. Παρά την εγκατάλειψη των οραματισμών του 19ου και 20ού αιώνα για τις κηπουπόλεις, τις πράσινες πόλεις, την οικόπολη κ.λπ., η δημιουργία θυλάκων φύσης μέσα στον αστικό χώρο διατηρεί στο ακέραιο την αξία της.
Το 1968 ο Ζαν Λυκ Γκοντάρ κατήγγελλε το ιδιωτικό κυνηγητό της φύσης στην περιφέρεια των πόλεων – και μάλιστα με εκείνες τις συμβολικές διαστάσεις που προσέδιδε στο κινηματογραφικό «Weekend» του. Η ιδιωτική φυγή στην περιαστική φύση αποδυναμώνει το αίτημα της ανάπτυξης της «ενδοαστικής» φύσης, ουδέποτε όμως το εκμηδενίζει: ουδέποτε το κάνει περιττό, ακόμη και για τους πιο φανατικούς αστούς «νομάδες», που κινούνται μεταξύ των διαμερισμάτων της πόλης και των εξοχικών χώρων…
Ο Ντοστογιέφσκι υποστήριζε ότι «η ομορφιά θα σώσει τον κόσμο» – προφανώς υπερβάλλοντας… Όμως μια πιο μετριοπαθής επιδίωξη, όπως είναι η ομορφιά του αστικού τοπίου, ίσως δεν είναι υπερβολή! Με αφετηρία την αισθητική ανάπλαση των πλατειών, θα μπορούσε να υποκινηθεί μια χιονοστιβάδα αναπλάσεων του ευρύτερου χώρου των πόλεων, με πολλαπλασιαστικά αποτελέσματα στην κοινωνική και καλλιτεχνική συνείδηση.
Η λειτουργικότητα, η δημόσια αισθητική, η εικαστική και καλλιτεχνική οπτική του αστικού μικρόκοσμου θα μπορούσαν να αρθρωθούν και να συγκροτήσουν μέτωπο εναντίον της αισθητικής κακοδαιμονίας. Θα μπορούσαν να επανασυμφιλιώσουν τον πολίτη με την πόλη, να κάνουν εμφανή τον σημερινό αφανή καλλιτέχνη, ίσως να βάλουν στη θέση των λατρεύσιμων τηλε-ειδώλων νέους καλλιτέχνες, που θα είναι συμμέτοχοι της ζωής, με αγωγιμότητα απέναντι στις μεγάλες και διάχυτες ευαισθησίες.
● Ο ζωγράφος Γιάννης Χαΐνης υποστήριζε ότι η Ομόνοια έπρεπε να έχει μνημειακο χαρακτήρα – θυμίζοντας κατά κάποιον τρόπο την περιπέτεια του νέου ελληνικού κράτους.
● Ο εικαστικός καλλιτέχνης Δημήτρης Τσουμπλέκας έριχνε μια ανατρεπτική ματιά στην Ομόνοια – την έβλεπε σε κάποιο λεύκωμά του να γίνεται πλαζ με λουόμενους και περαστικά καΐκια! – υπαινισσόμενος ότι όλα είναι ανατρέψιμα
● Ο αρχιτέκτονας Γιάννης Χατζηγώγας ήθελε το βλέμμα που εδράζεται στην πλατεία Αριστοτέλους, στη Θεσσαλονίκη, να προχωράει ανεμπόδιστο ώς τη θάλασσα, χωρίς την παρεμβολή κάποιων αναπλάσεων.
● Ο βίος στην πλατεία Βασιλέως Γεωργίου του Α’ στην Πάτρα γίνεται αβίωτος και προκαλεί την κριτική «ιθαγενών» όπως του Ανδρέα Τσιλήρα, εκδότη περιοδικού, που θέλουν την ανοικτότητα του χώρου, αλλά ταυτόχρονα και την προφύλαξή τους από τον καύσωνα.
● Στο Ηράκλειο, στην πλατεία Ελευθερίας, δύο πολίτες κατήγγειλαν ότι «… οι ολίγοι εναπομείναντες ευκάλυπτοι, κουρεμένοι με πλήρη ασέβεια προς τη φυσιολογική τους ανάπτυξη πολλών δεκαετιών, μεταδίδουν στον περιπατητή την αίσθηση βιαίως επιβληθείσης καχεξίας».
● Για τη νέα πλατεία της Βαρβακείου, η δημοσιογράφος Μ. Ντάνου βεβαιώνει ότι οι εμφυτευθείσες βιολέτες «είναι στα θετικά στοιχεία. Μόνο που οι βιολέτες δεν κάνουν σκιά».
● Και ο δήμαρχος κ. Δούκας έχει άποψη: «Κανένα χαμένο δένδρο στην Αθήνα» λέει χύμα, για να πείσει περί του πράσινου ανεξαρτήτως πλατειών.
Οι πολεοδόμοι, οι πολιτικοί, δεν είναι ικανοί να ασκούν πολεοδομικό σχεδιασμό, στον βαθμό που δεν καταλαβαίνουν τον ερχομό της εποχής του θερμοκηπίου και την αντίστοιχη θερμική καταπόνηση των πολιτών στις πόλεις. Η «επιδερμίδα» του αστικού χώρου είναι μεταβλητή και βελτιώσιμη όσο οι επιδερμίδες των ατόμων μέσω του λίφτινγκ, όμως, εκτός από στοιχείο αισθητικής, η επιδερμίδα είναι και στοιχείο άμυνας ενάντια στις καιρικές καταστάσεις. Η σκίαση ως άμυνα εναντίον της καλοκαιρινής θερμοπληξίας είναι θεμελιώδης απαίτηση.
Σήμερα η κριτική της μορφής των πλατειών είναι άλλοτε απορριπτική, άλλοτε συντηρητική της υπάρχουσας κατάστασης, άλλοτε διεκδικητική φαντασιώσεων. Είναι κριτική της λειτουργικότητας αλλά και της αισθητικής τους…
Ακόμη όμως η κριτική αναφέρεται και σε διάφορες καταστάσεις του περίγυρου των πλατειών, που συχνά κάνουν προβληματική την «κάρπωση» του χώρου από τον πολίτη. Λόγου χάρη η πλατεία Καραϊσκάκη στην Αθήνα, που υποβαθμίζεται σε απλό «αξιοθέατο» χωρίς δυνατότητα προσπέλασης, λόγω της περιβάλλουσας πυκνής κυκλοφορίας. Ή η υπερμεγέθης πλατεία Εθνικής Αντίστασης στην Ηλιούπολη Αττικής, που επίσης είναι σχετικά απροσπέλαστη, επειδή επίσης περικυκλώνεται από την κυκλοφορία οχημάτων…
Στο «Ομόνοια 1980» ο Γιώργος Ιωάννου έγραφε: «Η Ομόνοια παλιότερα είχε περισσότερη μυστική ζωή, συντελούσαν τα πολλά και ωραία καφενεία. Άλλωστε και ο κόσμος που περπατούσε στα Χαυτεία και στην Ομόνοια ήτανε πυκνότερος. Και τώρα περνάει ο ίδιος ή ανώτερος πληθυσμός, μα δεν φαίνεται. Είναι θωρακισμένος μες στα αυτοκίνητα και είναι σαν να μην υπάρχει…».
Αντιπαρήλθαμε αυτούς που με αφορμή την κριτική της ανάπλασης της Ομόνοιας το 2003 ήθελαν να φαντασιώνουν μια επιβουλή κατά των αρχιτεκτονικών διαγωνισμών – κατασκευάζοντας εχθρούς εκεί όπου δεν υπήρχαν.
Κι ακόμη αντιπαρήλθαμε τους διανοητικούς τσαμπουκάδες διαφόρων «ειδημόνων», ειδικότερα μάλιστα κάποιων που εμφανίζονταν ως αρχιτεκτονική ελίτ υπεράνω κριτικής, παρά την προϊστορία τους ως υποστηρικτών της λαϊκής συμμετοχικότητας.
Και υποστηρίξαμε ότι μια πόλη οικεία, ανοικτή στον λόγο αλλά και στον αντίλογο, με διόδους για τις επικοινωνιακές ανάγκες των πολιτών, είναι το καλύτερο αντίδοτο στον βανδαλισμό, στις στρεβλώσεις του αστικού τοπίου, στις πολυέξοδες αναπλάσεις. Και φυσικά στον σνομπισμό, που αντί να υπερβαίνει την κοινή λογική, την αντιπαρέρχεται και τελικά υπολείπεται αυτής…
* Ο Γιάννης Σχίζας είναι συγγραφέας
Διαβάστε επίσης:
Εύβοια: Το νησί των ονείρων και η Ερέτρια
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.