Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Σήμερα ο πόλεμος μεταξύ Ιράν και Εβραίων – Αμερικανών δεν αφήνει περιθώριο για πιο εκλεπτυσμένες σκέψεις. Η απειλή κατά του ενεργειακού πλούτου είναι προφανής, ο πόλεμος προβλέπει μια κρίση του δυτικού κόσμου αρκετά σοβαρή. Μεγάλο μέρος των πόρων που κατευθύνονται στην εξοχική κατοικία φαίνονται να διάγουν μια εποχή επανεξέτασης. Αυτό διαδραματίζεται παρότι παρουσιάζεται σε ορισμένες χώρες ένα φαινόμενο «υπερτουρισμού», που τροφοδοτεί ιδιαίτερα τη ζήτηση δομημένου χώρου: ακυρώνοντας διάφορες τάσεις στο παρελθόν, που ήθελαν την ελληνική πραγματικότητα να έρχεται δεύτερη στην κατοχή κατοικιών, αμέσως μετά την περίπτωση της Ταϊβάν!1
Κατά τα άλλα, ισχύουν οι προτάσεις που γίνονταν δεκτές, ρητά ή σιωπηρά, από την πλειονότητα των μορφωμένων ανθρώπων: Ότι ο πολιτισμός δεν είναι απλά και μόνο πολιτιστικός πρωταθλητισμός, δεν είναι μόνο οι εκφράσεις των κορυφαίων παραγόντων της τέχνης και του λόγου, αλλά είναι επίσης και δραστηριότητες μαζικής κλίμακας.
● Είναι οι εξωτερικεύσεις των μεγάλων ομάδων του πληθυσμού, που εκπέμπουν υπαρξιακά νοήματα και αισθητικές αντιλήψεις, που θωπεύουν ή αντίθετα τραυματίζουν τον συλλογικό ψυχισμό.
● Είναι εκφράσεις σε διάφορους τομείς, που τελούν σε κατάσταση συγκοινωνούντων δοχείων, που καθορίζουν τη δημόσια αισθητική και τους «μέσους όρους» του κοινωνικού πολιτισμού.
Μια τέτοια δραστηριότητα με πολιτιστική σημασία είναι η διαχείριση των κτιριακών μορφών και των κτιριακών όγκων στον ευρύτερο χώρο της υπαίθρου. Διαχείριση στην οποία περιλαμβάνεται και η συσχέτιση αυτών των μορφών και όγκων με το περιβάλλον, ανθρωπογενές ή φυσικό. Εάν ισχύει αυτό που εισήγαγαν διάφοροι οικολογίζοντες ψυχαναλυτές ή οικολόγοι επιδιδόμενοι στην ψυχανάλυση, δηλαδή ότι η πόλη εκτός από όλα τα άλλα είναι και ψυχότοπος, τότε η ίδια ιδιότητα ανήκει και στο ευρύτερο τοπίο.
Το τοπίο είναι ενδιαίτημα του ψυχισμού μας, είναι ικανό να τον αναπλάθει και να τον εμπλουτίζει με υπαρξιακές σκέψεις ή αντίθετα να τον καθηλώνει σε μια κατάσταση συμβατική, υποκινητικότητας ιδεών και αισθημάτων. Το τοπίο μπορεί να συμβολίζει, να υπογραμμίζει, να συνοψίζει, να είναι «ψυχαγωγός» – να «άγει την ψυχή» στο «αλλού» – και μέσω αυτής της «περιαγωγής» να καταργεί περιορισμούς και να κάνει την ύπαρξη πλουσιότερη.
Όπως ένας πίνακας ερεθίζει το βλέμμα και το μεταφέρει από τη μια στην άλλη λεπτομέρεια στον «μικροχώρο» εντός του κάδρου, έτσι και το τοπίο μπορεί να προκαλεί ένα είδος «παθητικού ταξιδιού» για τον παρατηρητή, επιτρέποντάς του μια «ψυχοκίνηση» παρά τη σωματική ακινησία του.
Αν ισχύει αυτό που υποστηρίζει τουλάχιστον η συγγραφέας Κάτια Αντωνοπούλου,2 ότι δηλαδή το ταξίδι είναι η αναζήτηση άλλων εαυτών, τότε αυτή η «ψυχοκίνηση» εν όψει του τοπίου συνιστά έναν πολλαπλασιασμό της ίδιας της ζωής. Διά μέσου του τοπίου ζούμε τη ζωή εντονότερα ή, για την ακρίβεια, ζούμε πολλές ζωές μέσα στη «συσκευασία» μιας…
Το τοπίο είναι «δημόσια υπόθεση», η δε συμμετοχικότητα των πολιτών στις δημόσιες υποθέσεις θεωρείται σαν κάτι γενικώς καλό. Όμως συχνά η συμμετοχή που αναφέρεται στη διαχείριση των κτιριακών μορφών και όγκων έχει «αρνητικό πρόσημο», παράγει έναν στείρο εντυπωσιασμό, αναμειγνύει ασύμβατες «μορφογεύσεις». Και το ερώτημα που μπαίνει είναι το εάν και κατά πόσο χρειάζεται να συμφιλιωθούμε με τις μορφικές προχειρότητες και αστοχίες της κοινωνίας των πολιτών, καταξιώνοντας εν τέλει μιαν «άλλη, εκ των ενόντων αρχιτεκτονική», σύμφωνα με τον τίτλο ενός βιβλίου του Γιάννη Χατζηγώγα.3 Ή μήπως χρειάζεται να προχωρήσουμε «στην εκλογή ενός άλλου λαού» (!) – κατά το πνεύμα γνωστού ποιήματος του Μπέρτολτ Μπρεχτ4 –, που θα είναι υποταγμένος σε μια αρχιτεκτονική υπό την αποκλειστική ευθύνη των «ειδικών»;
Στην πράξη οι οδεύσεις του λαϊκισμού αλλά και του ελιτισμού συνδυάζονται με την υπολειτουργία της κριτικής σκέψης. Αντίθετα προς τις δύο αυτές διαδρομές, και μάλιστα χωρίς σιωπηλή «παράκαμψη» των εκδηλώσεων του «αρνητικού πολιτισμού», μπορούμε να υποστηρίζουμε μια κριτική δίχως όρια… Που θα επιδρά στο γενικότερο πολιτιστικό περιβάλλον, ανεβάζοντας τον «πήχη» των συνολικών πολιτιστικών δρώμενων…
Την περίοδο 1953-63 αρχιτέκτονες και λόγιοι, όπως ο Γαβριήλ Βαγιανός, ο Δημήτρης Πικιώνης, ο Αριστομένης Προβελέγγιος, θα αναδείξουν τα μεγάλα ζητήματα της αισθητικής του δημόσιου χώρου, θα προκαλέσουν το «Πρώτο ψήφισμα Προστασίας του Ελληνικού Τοπίου» (1954) και θα δημιουργήσουν την Επιτροπή Προστασίας του Εθνικού Τοπίου.5
Όμως αυτή η ενδιαφέρουσα κίνηση δεν θα έχει ιδιαίτερη διάρκεια. Σύντομα η μεταπολεμική Ελλάδα της ακάθεκτης ανοικοδόμησης, της χρησιμοποίησης των κατασκευών για αποταμιευτικούς σκοπούς και της πάση θυσία διαμόρφωσης εξοχικής κατοικίας θα προσπεράσει τους αισθητικούς ενδοιασμούς και τη νοσταλγία αρχιτεκτόνων και διανοουμένων. Η προβληματική για τις αισθητικές αξίες και απαξίες θα παραγκωνιστεί από τη χρησιμοθηρική λογιστική των εργολάβων, ενώ τα ζητήματα του χώρου θα προσεγγισθούν κυρίως από τη σκοπιά της ιδιωτικής ή/και περιβαλλοντικής λειτουργικότητας.
Βεβαίως στην όλη αυτή πορεία δεν θα απουσιάσουν αξιοσημείωτες νότες: Μία τέτοια ήταν και η δραστηριότητα του περιοδικού «Αντί» τη δεκαετία του 1980, που εμπεριείχε σειρά αναφορών στο διαταξικό κιτς. Ανάλογες στοχεύσεις είχαν και οι ελεύθερες βολές διαφόρων στοχαστών, όπως του Γιάννη Τσαρούχη, που ήθελε να τονίσει τη συνευθύνη του λαϊκού παράγοντα στην αισθητική αλλοίωση.
Μέσα από τη φράση «η ασχήμια της Αττικής είναι λαϊκό αίτημα», ο διαπρεπής λόγιος ήθελε να δηλώσει την αντιπαλότητά του με τον λαϊκισμό της περιόδου των αυθαιρέτων και της αντιπαροχής, καθώς επίσης και το ζήτημα της δημόσιας αισθητικής, που παρέμενε ως «υποσημείωση» της κυρίαρχης πολιτικής.
Το κιτς αποτελεί περίπτωση αρνητικού πολιτισμού, που αμβλύνει τις αισθητικές αναζητήσεις και διαχέει μια ταπεινωτική συγκατάβαση απέναντι στις κορυφαίες πολιτιστικές ποιότητες. Το κιτς προκαλεί εθισμό απέναντι στο «κακό», εμμέσως πλην σαφώς αποδυναμώνοντας την καταξίωση του «ποιοτικού». Συμβαίνει ό,τι και στην περίπτωση της βιβλιοκριτικής: Όπου η συγκατάβαση απέναντι στην προχειρότητα και ασημαντότητα κάποιων έργων δεν επιτρέπει την ανάδειξη αυτών που έχουν γραφτεί «με λογισμό και όνειρο».6
Σήμερα το κιτς εμφανίζεται κάποτε ως έκφραση ελευθεριότητας, ως οπτική των πραγμάτων απελευθερωμένη από τις «νόρμες». Κατά βάθος, όμως, είναι θρασύ και επιθετικό, ικανό να αξιοποιεί την υποταγή των διανοουμένων στον παραγοντισμό, τη μετατροπή κάποιων σε αβλαβείς γατούλες στην αγκαλιά των δοκτόρων Νο της εξουσίας – σύμφωνα με το γνωστό στερεότυπο του Ίαν Φλέμινγκ στα έργα του Τζέιμς Μποντ. Το κιτς διαθέτει ισχύ, πλην όμως δεν επαναπαύεται σ’ αυτήν, αλλά βουλιμικά επιδιώκει την κατάκτηση κριτικής ασυλίας.
Στις αρχές του 20ού αιώνα ο Γερμανικός Καλλιτεχνικός Σύνδεσμος έβλεπε με αποτροπιασμό το αστικό γερμανικό τοπίο και υποστήριζε ότι η ασχήμια, όπως και η σωματική αρρώστια, θα έπρεπε να προκαλεί σωματικούς πόνους.7 Έναν αιώνα αργότερα, αυτή η αντίδραση δεν θα ήταν υπερβολική απέναντι σε στοιχεία του μείζονος ελληνικού τοπίου.
Η οδοποιία στην ύπαιθρο χώρα, που κατακερματίζει δάση ή λιβάδια, ενώ ταυτόχρονα εμφανίζεται στον λόγο των διοικητικών παραγόντων ως γεγονός άνευ σημασίας, οι γραμμές μεταφοράς ρεύματος υψηλής τάσης σε ευαίσθητα τοπία, οι κεραίες της κινητής τηλεφωνίας σε κορυφαία σημεία του χώρου, οι ανεμογεννήτριες που αλλοιώνουν τον χώρο και εξαλείφουν τη δυνατότητα βίωσης της ερημικότητας, όλα αυτά, στον βαθμό που είναι ερριμμένα ατάκτως ή κατ’ ευφημισμόν χωροθετημένα, με βάση αιτιολογίες επείγουσας ανάγκης και στόχο την επίτευξη εύκολου κέρδους, δημιουργούν αισθητικούς αχταρμάδες.
Δημιουργούν αυτό που η παραδοσιακή σκέψη προσδιόρισε με το σημαίνον «τραγέλαφος» – δηλαδή μείγμα τράγου και ελαφιού…
● Πολλοί και διάφοροι που μιλάνε για την «αειφορία» των φυσικών πόρων παραλείπουν να δηλώσουν ότι και το ίδιο το τοπίο είναι «φυσικός πόρος».
● Πολλοί που υπεραμύνονται της αισθητικής σε «μικροκλίμακες», όπως είναι αυτή του ανθρώπινου σώματος, του δωματίου, της κατοικίας, της γειτονιάς, της συνοικίας, παραλείπουν να αναφέρουν ότι άξια υπεράσπισης είναι και η αισθητική του δημόσιου χώρου. Αυτή η αισθητική του δημόσιου χώρου, και μάλιστα της υπαίθρου, δεν καθορίζεται μόνο από τις παραγωγικές χρήσεις, αλλά επιπλέον καθορίζεται και από την εξοχική κατοικία.
Στη δεκαετία του 1980 ο Μανώλης Γλέζος αναφερόταν στο νεοελληνικό ιδεώδες της απόκτησης τριών τουλάχιστον εξοχικών σε διαφορετικά σκηνικά της υπαίθρου – στην παραλία, στο βουνό, στο οπουδήποτε. Προφανώς δεν είχε συνυπολογίσει την καλπάζουσα ζήτηση εξοχικής κατοικίας από τους Βορειοευρωπαίους, που προοιωνίζεται μεγάλο εποικισμό της ελληνικής και γενικότερα της μεσογειακής υπαίθρου.
Οι δημοσιογραφικές πληροφορίες για την πρώτη δεκαετία του αιώνα μας αναφέρονται σε 1.000.000 υποψήφιους χρήστες της ελληνικής υπαίθρου, στο πλαίσιο ενός γενικότερου ψυχαγωγικού εποικισμού της Μεσογείου από τους Βορειοευρωπαίους.8 Πολύ περισσότερο μάλιστα το πρόβλημα του εποικισμού της χώρας από μεταναστεύοντες Ισραηλίτες δίνει νέες διαστάσεις. Και το μεγάλο θέμα έγκειται στο κατά πόσο οι προωθούμενες νεοπλασίες – επιφάνειες, όγκοι, συζεύξεις με το περιβάλλον – θα έχουν αισθητική ποιότητα.
● Το κατά πόσο θα συνιστούν προσθήκη στον πολιτισμό ή αντίθετα θα επιβάλλουν αποξενωτικές μεταλλάξεις, μετατρέποντας την ελληνική ύπαιθρο σε μια «στίβα από σπασμένες εικόνες» – κατά τον στίχο του Τόμας Έλιοτ στην «Έρημη χώρα».
● Το κατά πόσο θα προσθέτουν νέες νοσταλγίες δίπλα στις παλιές, που αναδύθηκαν στα ευρύτερα μορφωμένα στρώματα στο δεύτερο μισό του 20ού αιώνα, με αφετηρία την υποταγή της ελληνικής φύσης στους εργολάβους και αναπτυξιολόγους…
Ο Ντάνιελ Λίμπεσκιντ, από τους πρωτεργάτες της ανοικοδόμησης των νέων πύργων στη θέση των διδύμων που κατέρρευσαν στις 11 Σεπτέμβρη 2001, υπογράμμιζε το ενδιαφέρον του για το «κτίριο» και την αδιαφορία του για την πόλη – δηλαδή την ολότητα των κτιρίων.
Μια μεγάλη κατηγορία ιδιοκτητών εξοχικών μεταφέρουν αυτό το πνεύμα από τον αστικό χώρο στην ύπαιθρο, αποστασιοποιημένοι σε ένα δικό τους μικροσύμπαν, εμμένοντας σε μια λογική «μη μου άπτου», με σημαία το αγγλοσαξονικό γνωμικό «My house is my castle» – το σπίτι μου είναι το κάστρο μου. Αυτές οι εικονικές ροβινσωνιάδες μπορεί κάποτε να έχουν ενδιαφέροντα επιμέρους στοιχεία, πλην όμως ριπτόμενες ατάκτως στον ευρύτερο χώρο καταλήγουν στην κατάτμηση των σκηνικών της υπαίθρου – στην «απαρτίωση».
Λιβάδια, δάση, παράλιοι χώροι, υψώματα, ανεμοδαρμένα και ηλιοκαμένα αιγαιοπελαγίτικα σκηνικά, «εργοτάξια εξαιρετικών αισθημάτων»,9 υποχρεώνονται σε «συνεύρεση» με βιλάρες ΧΧLarge. Ακόμη και αν τα δύο μέρη – περιβάλλον αφενός και κατασκευές αφετέρου – είναι αυτά καθεαυτά αισθητικώς ΟΚ, η «συνεύρεσή» τους συχνά αποτελεί βιασμό…
Με κόστος την αρτιότητα του τοπίου, ο «εξοχικούχος» της παραπάνω κατηγορίας επιδίδεται στην υπηρεσία των φαντασιώσεών του. Γι’ αυτόν γράφει ο Αλεξάντερ Μίτσιρλιχ, ο ψυχαναλυτής που υπηρέτησε όμως βαθιά την υπόθεση της ριζοσπαστικής πολεοδομίας: «Συλλέγει εκλεκτικά ό,τι γυαλίζει στο απαίδευτο μάτι του, ό,τι μιλάει στη ρηχή καρδιά του, και επιχειρεί σε κάποια παρυφή της πόλης να συναιρέσει αυτά τα ετερόρρυθμα θραύσματα σε κάτι νέο, κάτι πρωτόφαντο».10
Επιδιώκοντας να δημιουργήσει ένα εντυπωσιακό και κάποτε υπαινικτικό πλαίσιο ζωής – δηλαδή να υπονοήσει την τεράστια σημασία της ιδιωτικής του ζωής και των «αυλικών» του – ο εξοχικούχος αυτής της κατηγορίας ορθώνει εμπόδια στο δημόσιο βλέμμα, συνήθως τοίχους και άλλοτε παράταιρες δενδρώδεις μορφές με ελάχιστη φυσικότητα.
Στη Σαρωνίδα της Αττικής, στην ανατολική Αττική γενικότερα, σε περιοχές της Στερεάς Ελλάδας, όπως η Ερατεινή, κάνουν την παρουσία τους τέτοια στοιχεία καταδυνάστευσης του δημόσιου χώρου και υποβάθμισης της ανοικτότητάς του: Πελώριες μάντρες και τείχη κρύβουν τον ιδιωτικό χώρο ορισμένων, κρύβοντας ταυτόχρονα και τον ορίζοντα του πεζοπόρου ή εποχούμενου, δημιουργώντας έναν περίγυρο απωθητικό, αφιλόξενο για κάθε ανθρώπινη παρουσία – δεδομένου ότι αυτή η τελευταία βιώνεται σαν παρενόχληση ή απειλή.
Η τέτοια διαχείριση του ιδιωτικού χώρου συνιστά μια έμμεση διαχείριση του μικρο-περιβάλλοντος που εθίζει την κοινωνία στην αυθαιρεσία. Που μεθίσταται ως καρκινικός όγκος από τη μια περιοχή στην άλλη και υποβαθμίζει τη μέση κοινωνική αισθητική…
* Ο Γιάννης Σχίζας είναι συγγραφέας
Πηγές
1. Γιάννη Σχίζα, «Ο άλλος τουρισμός», Αθήνα 1998, Εναλλακτικές εκδόσεις – Οικοτοπία
2. Κάτια Αντωνοπούλου, «Χίλιες και μια νύχτες στο Πακιστάν», Αθήνα, εκδόσεις Καστανιώτη
3. Γιάννης Χατζηγώγας, εκδόσεις «Χώρος και Κοινωνία», Θεσσαλονίκη 1985
4. Μπέρτολτ Μπρεχτ «Η λύση», από τα «Ποιήματα» σε μετάφραση Μ. Πλωρίτη, εκδόσεις Θεμέλιο
5. Γιώργος Σημαιοφορίδης, «Το αττικό τοπίο και οι αρχιτέκτονες 1953-63», από την έκδοση «Αττικό τοπίο και περιβάλλον», Υπουργείο Πολιτισμού, 1989
6. Φράση του Διονυσίου Σολωμού, ιδιαίτερα αγαπητή στον Άρη Κωνσταντινίδη
7. Ούλριχ Κόνρατς, «Μανιφέστα και προγράμματα της Αρχιτεκτονικής του 20ού αιώνα», εκδόσεις Επίκουρος, Αθήνα 1977
8. Δημοσιογραφικές πληροφορίες στην εφημερίδα «Καθημερινή», Σεπτέμβριος 2005
9. Ποιητική έκφραση του Γιώργου Χρονά
10. Αλεξάντερ Μίτσιρλιχ, «Το άξενο των πόλεων πρωτουργό στην ψυχική αποργάνωση του πολίτη», εκδόσεις Ηριδανός, Αθήνα
Διαβάστε επίσης:
Ο «Πολιτισμός» πηγή δυστυχίας (Μέρος Γ’)
Ο «Πολιτισμός» πηγή δυστυχίας (Μέρος Β)
Ο «Πολιτισμός» πηγή δυστυχίας – Μέρος πρώτο
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.