Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Στις πρώτες δεκαετίες του αιώνα που μας πέρασε, σε ένα από τα «αδημοσίευτα» ποιήματά του – το «Σπίτι με κήπο» – ο Καβάφης φέρνει στο φως μια επιθυμία που δεν είναι κτητική, αλλά δηλωτική της διάθεσης για επαφή με τη φύση:
«Ήθελα να’ χω ένα σπίτι εξοχικό / μ’ έναν πολύ μεγάλο κήπο – όχι τόσο / για τα λουλούδια, για τα δένδρα και τες πρασινάδες / (βέβαια να βρίσκονται κι αυτά, είν’ ευμορφότατα) / αλλά για να ’χω ζώα. Α, να ’χω ζώα! / Τουλάχιστον επτά γάτες – οι δύο κατάμαυρες, / Και δύο σαν χιόνι κάτασπρες, για την αντίθεση».
Στον Καβάφη η κατασκευή στην εξοχή δεν είναι ο απώτερος στόχος, αλλά ένας στόχος «τακτικός», ένα προγεφύρωμα προς τη φύση, για την ικανοποίηση μιας βαθύτατης νοσταλγίας που διέπει το ανθρώπινο ον…
Το παραδοσιακό «λαϊκό» εξοχικό σπίτι με τις προχειροκατασκευές και τα αθροιζόμενα ασύμβατα υλικά εμπεριείχε πολλές αδεξιότητες, αλλά ως σύνολο διαποτιζόταν από ένα «οικολογικό σκεπτικό» και μια φυσιολατρία, που έως ένα σημείο έκανε συγχωρητέες τις ογκοπλαστικές και μορφικές αστοχίες… Όμως το κιτς της νέας εποχής καταλήγει – άλλοτε ανυποψίαστο και άλλοτε αδιάντροπο – στο να υπηρετεί το παράταιρο, το ασύμβατο, το α-νόητο, το παρασιτικό.
Το μαγειρικό κιτς είναι η μείξη παστής σαρδέλας με σαντιγί, το τηλεοπτικό κιτς είναι πιθανή συζήτηση της μιας τυχούσας τηλεπερσόνας με τον Χάρρυ Κλυνν για τον Αλτουσέρ, το κιτς εσωτερικού χώρου είναι η συμπαράθεση δύο πινάκων, του «συνήθη» Ναυτικού με την πίπα και ενός Νταλί. Το εξοχικό κιτς είναι η ευμεγέθης κατοικία με ανάλογων διαστάσεων κήπο, με γκαζόν, ιτιές κλαίουσες, εξωτικά είδη, φοίνικες και τεχνητές βραχώσεις, ενώ δίπλα, στον περιβάλλοντα χώρο, κυριαρχούν οι «παραγωγικοί κήποι» των ιθαγενών: τα αμπέλια, οι ελαιώνες, τα λαχανικά, τα σιτηρά, οι πορτοκαλεώνες.
Τα παραδοσιακά εξοχικά των πλουσίων στην Κηφισιά στο πρώτο μισό του 20ού αιώνα ήταν ταυτόχρονα και μικρές μονάδες παραγωγής ποιοτικών αγροτικών προϊόντων, που ως τέτοιες έδεναν με τον περιβάλλοντα χώρο, ενώ ταυτόχρονα δημιουργούσαν ένα καθεστώς δοσο-ληψιών των ιδιοκτητών με άλλους ιδιοκτήτες ή κατοίκους της περιοχής.
Το σημερινό εξοχικό κιτς τετραγωνίζει και επιπεδοποιεί τον χώρο, ερωτοτροπεί με άλλες μορφολογίες τοπίου, π.χ. αμερικάνικου στυλ, παράγει θέσεις εργασίας για κηπουρούς και αρχιτέκτονες κήπων, αλλά ταυτόχρονα παράγει και τον παθητικό ιδιοκτήτη: τον καταναλωτή ενός θεάματος που δημιουργούν οι άλλοι, τον τηλε-χειριστή της ίδιας του της ζωής και του τοπίου. Που στερείται της χαράς της κηπουρικής, της βίωσης φυτών και ζώων.
Το σημερινό εξοχικό κιτς συναρτάται με τη χρήση του εξοχικού χώρου αποκλειστικά για διακοσμητικούς σκοπούς, και κατά τούτο προβαίνει σε μια αξιοσημείωτη επανάληψη της ιστορίας: Είναι η ιστορία των ρωμαϊκών εξοχικών τον 1ο μ.Χ. αιώνα, οπότε, σύμφωνα με τη μαρτυρία του ιστορικού Μαρσιάλη, οι άμαξες με λαχανικά και φαγώσιμα είδη εκινούντο όχι από την περιφέρεια προς την καρδιά της Ρώμης, αλλά αντιστρόφως, από την πόλη στην περιφέρεια (!), για να εφοδιάσουν τους Ρωμαίους αριστοκράτες της εξοχής μέσα στα χλιδάτα αλλά μη παραγωγικά σκηνικά τους!11
Η συμπτωματολογία του κιτς περιλαμβάνει το τάχα μου, το δήθεν, το εξόφθαλμον, το εξωτικόν, το υπερυψωμένον. Αναφέρεται σε χρωματικούς νεωτερισμούς που θέλουν να κάνουν μπαμ, δηλαδή να μην αντιγράφουν οποιοδήποτε στοιχείο του περιβάλλοντος χώρου. Σε μεγέθη κατοικιών δυσανάλογα, που υπηρετούν το θεαθήναι και «ακουσθήναι». Στην κυριαρχία του «σαν», σύμφωνα με μια ανάλυση της Ιουλίας και του Ιωσήφ Στεφάνου, απότοκη των απόψεων του Γάλλου φιλοσόφου Γκαστόν Μπασελάρντ:
«τα σπίτια εκεί [στις περιοχές εξοχικής κατοικίας] πρέπει να μοιάζουν σαν ‘‘πηλιορείτικα’’, σαν ‘‘κυκλαδίτικα’’ ή σαν κάτι άλλο».12
Ο λογοτέχνης Β. Λαδάς σημειώνει για την Αχαΐα: «Βίλες όλων των ρυθμών, φερμένες από τις χώρες που σπούδασαν και επηρεάστηκαν οι ιδιοκτήτες τους. Βίλες των ακτών της Καλιφόρνιας, της Γοτθικής Αγγλίας, της Προβηγκίας. Βίλες με μυτερές στέγες για να μην πιάνουν το ανύπαρκτο στην περιοχή χιόνι και βίλες σαν ξενοδοχεία ξερονησιών του Αιγαίου»…13
Και ενώ αυτή η τάση της «αρχιτεκτονικής προσομοίωσης» βρίσκεται σε εξέλιξη, διάφορες κατασκευαστικές νεοπλασίες πηγαίνουν ακόμη πιο πέρα, διεκδικώντας την άκρα πρωτοτυπία, αποτελώντας πλέον «εκ ταυτότητος» δομές παράταιρες με το περιβάλλον. Σε ένα άρθρο υπό τον εκφραστικό τίτλο «Κραυγές και ψίθυροι της μοντέρνας αρχιτεκτονικής» ο αρχιτέκτων Σόλων Ξενόπουλος διαπιστώνει μεταξύ των ιδιωτικών κατοικιών την ανάπτυξη ενός νέου κατασκευαστικού ύφους, με παράλληλη αποβολή των διαφόρων κλασικιζόντων στοιχείων.
Ο Ξενόπουλος σημειώνει τα μεγάλα μεγέθη και την κλίμακα των χώρων, την επιδεικτική χρήση υψηλής τεχνολογίας, την αφομοίωση και ενσωμάτωση του τοπίου στην εσωτερική λογική των σπιτιών: «Η στιλπνότητα στη γενική αίσθηση του χώρου, η προβολή προς τους άλλους της ιδέας ότι “ναι, εγώ ξέρω πιο πολύ από σας”, “ναι, είμαι κάποιος με αισθητική καλλιέργεια”».
Στη συνέχεια ο ίδιος συγγραφέας υπενθυμίζει το κινηματογραφικό «Ζαμπρίσκι Πόιντ» του Αντονιόνι, ο οποίος φιλμάρει αργά το εντυπωσιακό μοντέρνο σπίτι ενός επιχειρηματία, που βρίσκεται σφηνωμένο ανάμεσα στα βράχια, τοποθετημένο ψηλά, δεσπόζοντας, εποπτεύοντας και εξουσιάζοντας το τοπίο.
Εν τέλει ο Ξενόπουλος αντιπαραθέτει τη Villa Savoie, που κατασκευάστηκε το διάστημα 1929-1931 από τον Λε Κορμπυζιέ στο Poissy, προς την οικία Κάουφμαν στην Πενσυλβάνια των ΗΠΑ, που κατασκευάστηκε το 1935-37 από τον Φρανκ Λόιντ Ράιτ και έγινε γνωστή με το όνομα «Falling water». Να πώς περιγράφει τη διαφορά τους, που είναι και διαφορά κοινωνικής συμπεριφοράς:
«Η Villa Savoie, σχεδιασμένη με βάση τις μετρικές αναλογίες του ανθρώπινου σώματος, με τη βαθιά πίστη στον άνθρωπο, κάθεται απλά και ήρεμα στο τοπίο. Έχει ευγένεια, ταπεινότητα, εσωτερικότητα. Είναι λιτή, αλλά πυκνή σε νόημα. Η κατοικία “Falling water” προβάλλει προκλητικά και βίαια στον χώρο, καταβροχθίζει τα υλικά του τοπίου, δηλώνει επιδεικτικά την παρουσία της, αναδεικνύει την ισχύ των ιδιοκτητών της»…14
Η πολυτέλεια και μεγαλοσχημοσύνη, η περίσσεια α-νοησίας και χρήματος, οδηγεί στην περίσσεια δαπανών. Οδηγεί σε ένα παρανοϊκό νεοκαταναλωτισμό, που υπερβαίνει την εισαχθείσα από τον Θορνστάιν Βεμπλέν «επιδεικτική κατανάλωση» και καταλήγει σε μια προκλητική έως διεστραμμένη κατανάλωση. Ο μεγαλομεσαίος της εποχής μας καταλήγει στον εκτραχηλισμό, αισθανόμενος ελάχιστα ως «χορηγός δημόσιας αισθητικής» ή ως δημιουργικός συνδιαμορφωτής του δημόσιου χώρου. Γι’ αυτό και επιχειρεί να επιβληθεί όχι με την ποιότητα και την αισθητική του, αλλά με την επίδειξη σπατάλης.
Ο Θανάσης Μουτσόπουλος «τσιτάρει» την αναφορά δύο μελετητών της διαχείρισης κήπων σε μια περιοχή εξοχικής κατοικίας, όπως το Πανόραμα της Θεσσαλονίκης, το 2001:
«Για κήπο ενός στρέμματος η σωστή υποδομή, που περιλαμβάνει πρώτης τάξεως φυτόχωμα, σύστημα αυτόματου ποτίσματος και τα συμπαρομαρτούντα, μεταφράζεται σε 2.500.000 – 4.000.000 δρχ. Εκτός και αν ζητήσετε να σας περιβάλλουν σειρές ολόκληρες από κίκες. Ο κίκας είναι ένα είδος φοίνικα που ξεκινά από 500.000 δρχ. το μικρό δένδρο και φτάνει τα 3.000.000 το μεγάλο. Οι μανόλιες κοστίζουν 200.000 με 1.000.000 το φυτό… Ο Κάρολος της Αγγλίας πλήρωσε για δύο θάμνους κουρεμένους σε σχήμα βασιλικής άμαξας, σαν τη Σταχτοπούτα να φανταστείτε, 4.000.000 δραχμές!… Εθεάθηκαν και εντοπίστηκαν: στο σπίτι δυναμικής επιχειρηματία φωτιστικά του Boris Simek (σύνολο γύρω στα 3.000.000 από Δελούδη), χρυσή ψηφίδα Bisazza στο μπάνιο (1.000.000 το τρεχούμενο – προσοχή, όχι το τετραγωνικό – μέτρο), χρυσές μπαταρίες και μπορντούρα από τον Κιουρτσόγλου. Στη βίλα επιχειρηματία, σκαμπό Philippe Starck δερμάτινα (500.000 δρχ.), καναπέδες και φωτιστικά του αρχιτέκτονα Christian Liaigre αστρονομικής τιμής».15
Η συζήτηση για το οικιστικό κιτς της υπαίθρου δεν πρέπει να αποβλέπει στη διαμόρφωση μιας νόρμας, μιας αισθητικής «ορθότητας», ενός κοινωνικού μέσου γούστου. Κυρίως και προπάντων η συζήτηση αυτή πρέπει να στοχεύει στην απαγκίστρωση των κοινωνικών δυνάμεων κριτικής από τα λεγόμενα «μεγάλα πολιτιστικά ζητήματα».
Ο πολιτισμός δεν μπορεί να αναπτύσσεται ενόσω οι διανοούμενοι «υψιπετούν», ούτε μπορεί να αναβαθμίζεται χωρίς την εκφώνηση αρνητικών κρίσεων. Χωρίς την παραγωγή δημόσιας και ευθαρσούς καζούρας…
Ο πολιτισμός της εξοχικής κατοικίας δεν μπορεί να επιστρέψει στο στάτους της Κοκκινοσκουφίτσας, της Χιονάτης και του Κοντορεβιθούλη, που ως γνωστόν ήταν ιδιοκτήτες αυθαιρέτων εντός δασικών περιοχών! Τα λιλιπούτεια μεγέθη του παρελθόντος, ίσως και κάποιες εξτρέμ οικολογικές κατοικίες μορφολογικά και ογκοπλαστικά συμβατές με το περιβάλλον, τόσο ώστε να γίνονται σαν τα τζάμια μετά τη χορήγηση του απορρυπαντικού Άζαξ – δηλαδή αόρατες! –, δεν αντιστοιχούν με την εξέλιξη των σύγχρονων αναγκών.
Όμως η συζήτηση για τη χωροθέτηση, την ογκοπλαστική και μορφολογική διαμόρφωση της εξοχικής κατοικίας πρέπει να επανατροφοδοτήσει τη συζήτηση για τον γενικότερο πολιτισμό. Οι λόγιοι της εποχής καλούνται να βγουν στο κλαρί και προπαντός να μην μείνουν στα λόγια. Να αγωνιστούν για την απελευθέρωση του τοπίου από το οικιστικό κιτς, όπως ο Εμπειρίκος μαχόταν «για την απελευθέρωσιν του έρωτα»…
* Ο Γιάννης Σχίζας είναι συγγραφέας
ΠΗΓΕΣ
11. Lionel Casson, «Το ταξίδι στον αρχαίο κόσμο», Εκδ. «Μορφωτικού ιδρύματος Εθνικής Τραπέζης»
12. Ιουλία Στεφάνου – Ιωσήφ Στεφάνου «Περιγραφή της εικόνας της πόλης», Πανεπιστημιακές Εκδόσεις ΕΜΠ, 1999
13. Βασίλη Λαδά, «Ρίον Αντίρριον», εκδόσεις Δόντι, Πάτρα 2003
14. Σόλων Ξενόπουλος, «Ψίθυροι και κραυγές», «Αυγή» 20.5.2007
15. Α. Βλαχοβελάκης, Γ. Διμηνάς, «Πανόραμα Θεσσαλονίκης: Το ελληνικό Beverly Hills», periodiko Close up, αναδημοσίευση στον «Ταχυδρόμο» 11.8.2001
Διαβάστε επίσης:
Τo κιτς στην περίπτωση της εξοχικής κατοικίας (Μέρος πρώτο)
Ο «Πολιτισμός» πηγή δυστυχίας (Μέρος Γ’)
Ο «Πολιτισμός» πηγή δυστυχίας (Μέρος Β)
Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.
Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.
Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.