search
ΚΥΡΙΑΚΗ 10.05.2026 07:18
MENU CLOSE

Όταν η μυθολογία νικά την πραγματικότητα

Δημοσιεύτηκε στο ΠΟΝΤΙΚΙ

τεύχος 2437
07/05/2026
10.05.2026 06:15
michael-jackson_0805_1920-1080_new

Η νέα κινηματογραφική βιογραφία του Μάικλ Τζάκσον, με τον τίτλο «Michael», είναι σίγουρα μια σημαντική προσθήκη και, επειδή μιλάμε για τον Τζάκσον, αποτελεί και πολιτισμικό γεγονός. Αυτό που μας αποκάλυψε, εκτός από τα προφανή που αφορούν τη ζωή του μεγάλου αυτού καλλιτέχνη, είναι η επίμονη ανάγκη της βιομηχανίας του θεάματος (και του εκπαιδευμένου κοινού) να προστατεύει τους μύθους της, ακόμη κι όταν αυτοί συγκρούονται με την πραγματικότητα.

Το φιλμ παρουσιάζει την άνοδο ενός παιδιού – θαύματος που μετατρέπεται σε παγκόσμιο είδωλο, εστιάζοντας κυρίως στα πρώτα χρόνια και τη σχέση του με τον αυταρχικό πατέρα του. Οι σκηνές είναι εντυπωσιακές, για τη μουσική δεν υπάρχει τίποτε να σχολιάσουμε και η ερμηνεία τού πρωταγωνιστή έχει αποσπάσει θετικά σχόλια.

Ωστόσο, όπως επισημαίνει και ο διεθνής Τύπος, πρόκειται για ένα έργο που αποφεύγει επιδεικτικά το πιο αμφιλεγόμενο και καθοριστικό κομμάτι της ζωής του: τις κατηγορίες για σεξουαλική κακοποίηση ανηλίκων. Αυτή η αποσιώπηση – αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς – δεν ήταν μια αφηγηματική επιλογή, αλλά η βάση πάνω στην οποία χτίστηκε ολόκληρη η ταινία.

Η «ασφαλής» αλήθεια και η κατακραυγή

Για να κατανοήσει κάποιος το μέγεθος της παράλειψης, πρέπει να θυμηθεί ότι οι κατηγορίες εναντίον του Τζάκσον δεν αποτελούν περιφερειακό στοιχείο της ζωής του, αλλά κεντρικό άξονα της δημόσιας εικόνας του από τις αρχές της δεκαετίας του 1990.

Σύμφωνα με τους «New York Times», η παραγωγή της ταινίας αναγκάστηκε να αφαιρέσει σημαντικά τμήματα που αναφέρονταν σε συγκεκριμένη υπόθεση κακοποίησης, λόγω νομικών περιορισμών που συνδέονται με παλαιότερους εξωδικαστικούς συμβιβασμούς. Το αποτέλεσμα ήταν μια δραστική αναδιάρθρωση της αφήγησης: η ιστορία σταματά πριν από το σημείο όπου ξεκινούν οι σοβαρότερες κατηγορίες. Με άλλα λόγια, η ταινία δεν προσπαθεί να απαντήσει στο δύσκολο ερώτημα. Επιλέγει να το εξαφανίσει.

Η επιλογή αυτή έχει δεχθεί έντονη κριτική. Όπως σημειώνει ο «Guardian», η ταινία «γυαλίζει» την εικόνα του Τζάκσον σε τέτοιο βαθμό ώστε μετατρέπεται σε «ψευδή αφήγηση». Παράλληλα, το BBC κάνει λόγο για ένα έργο που «αρνείται να αντιμετωπίσει τον ελέφαντα στο δωμάτιο». Αλλά ίσως το πιο εύστοχο σχόλιο προέρχεται από τον σκηνοθέτη του ντοκιμαντέρ «Leaving Neverland» Νταν Ριντ, ο οποίος υποστηρίζει ότι η ταινία «αντιστρέφει την πραγματικότητα», παρουσιάζοντας εμμέσως τους καταγγέλλοντες ως αναξιόπιστους, χωρίς να τους αντικρούει ευθέως.

Η δημοσιογραφική έρευνα που δεν χωρά στο σινεμά

Η αντίθεση ανάμεσα στην κινηματογραφική αφήγηση και τη δημοσιογραφική έρευνα είναι εντυπωσιακή.

Η Μορίν Ορθ, που κάλυψε την υπόθεση για περισσότερα από δώδεκα χρόνια στο «Vanity Fair», έχει περιγράψει μια εντελώς διαφορετική εικόνα: έναν άνθρωπο που κατηγορήθηκε επανειλημμένα για κακοποίηση παιδιών, που πλήρωσε δεκάδες εκατομμύρια δολάρια σε εξωδικαστικούς συμβιβασμούς και που, παρά τις σοβαρές καταγγελίες, δεν καταδικάστηκε ποτέ ποινικά.

Η Ορθ βασίζει τα συμπεράσματά της σε εκατοντάδες συνεντεύξεις, νομικά έγγραφα και την παρακολούθηση δικαστικών διαδικασιών. Η ίδια έχει δηλώσει ότι θεωρεί τα στοιχεία «αξιόπιστα» και τις κατηγορίες επαναλαμβανόμενες, με συγκεκριμένα μοτίβα συμπεριφοράς.

Ανάμεσα στις πιο γνωστές υποθέσεις είναι αυτή του Τζόρνταν Τσάντλερ το 1993, καθώς και η δίκη του 2005 για την υπόθεση του Γκάβιν Αρβίζο, στην οποία ο Τζάκσον αθωώθηκε. Ωστόσο, όπως επισημαίνουν αρκετοί αναλυτές, η αθώωση δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με αθωότητα, ιδιαίτερα σε περιπτώσεις όπου η ισχύς, η φήμη και οι οικονομικοί πόροι μπορούν να επηρεάσουν την έκβαση.

Πέρα από τη δημόσια εικόνα, κρίσιμο ρόλο έπαιξαν και οι μηχανισμοί που φέρεται να χρησιμοποιήθηκαν για να διατηρηθεί η σιωπή. Σύμφωνα με δημοσιογραφικές έρευνες που έχουν δημοσιευθεί στο «Vanity Fair», οικογένειες που βρίσκονταν κοντά στον Τζάκσον λάμβαναν ακριβά δώρα, οικονομική υποστήριξη ή άλλες διευκολύνσεις. Αυτή η πρακτική, γνωστή και ως «grooming», δεν αφορά μόνο το ίδιο το παιδί, αλλά και το περιβάλλον του, δημιουργώντας έτσι μια σχέση εξάρτησης που καθιστά εξαιρετικά δύσκολη οποιαδήποτε καταγγελία. Το γεγονός ότι τέτοιες καταγγελίες επαναλαμβάνονται με παρόμοια μοτίβα ενισχύει, για πολλούς ερευνητές, την αξιοπιστία τους.

Το φαινόμενο της συλλογικής άρνησης

Γιατί, όμως, αυτή η πλευρά της ιστορίας παραμένει τόσο δύσκολο να ενσωματωθεί στη δημόσια αφήγηση; Η απάντηση βρίσκεται στη δύναμη της διασημότητας. Ο Μάικλ Τζάκσον δεν ήταν απλώς ένας επιτυχημένος καλλιτέχνης. Ήταν ένα παγκόσμιο πολιτισμικό σύμβολο. Το «Thriller» παραμένει το πιο εμπορικό άλμπουμ όλων των εποχών, ενώ τραγούδια όπως το «Billie Jean» και το «Beat It» είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με τη συλλογική μνήμη. Είναι κλασικός.

Αυτή η μεγάλη πολιτισμική επιρροή δημιουργεί ένα είδος «ασπίδας». Όπως παρατηρεί η «Wall Street Journal», η βιομηχανία της ψυχαγωγίας συχνά λειτουργεί ως μηχανισμός διατήρησης της εικόνας των σταρ, ακόμη και όταν αυτή συγκρούεται με δυσάρεστα γεγονότα.

Το αποτέλεσμα είναι ένα φαινόμενο γνωστό ως γνωστική ασυμφωνία: η αδυναμία του κοινού να συμβιβάσει την αγάπη για το έργο με την πιθανότητα ο δημιουργός του να έχει διαπράξει σοβαρά αδικήματα.

Ένα από τα πιο ανησυχητικά στοιχεία στην περίπτωση του Μάικλ Τζάκσον είναι ότι πολλές από τις συμπεριφορές του δεν ήταν κρυφές, ήταν δημόσια γνωστές, αλλά ερμηνεύονταν ως «εκκεντρικότητα». Η ίδια η παραδοχή του ότι κοιμόταν στο ίδιο κρεβάτι με ανήλικα αγόρια παρουσιάστηκε για χρόνια ως ένδειξη αθωότητας ή παιδικότητας.

Όπως έχει επισημάνει το BBC σε παλαιότερα ρεπορτάζ, αυτή η κανονικοποίηση συμπεριφορών, που υπό άλλες συνθήκες θα θεωρούνταν εξαιρετικά προβληματικές, δείχνει πώς η φήμη μπορεί να επαναπροσδιορίσει τα όρια του αποδεκτού. Δεν είσαι παιδόφιλος, είσαι εκκεντρικός.

Η οικονομία του μύθου

Δεν πρέπει να υποτιμάται και ο οικονομικός παράγοντας. Η περιουσία του Τζάκσον συνεχίζει να αποφέρει τεράστια έσοδα, ενώ η ταινία αποτελεί μέρος μιας ευρύτερης στρατηγικής εμπορικής εκμετάλλευσης της εικόνας του. Όπως σημειώνει ο «Guardian», το φιλμ έχει ήδη σημειώσει εντυπωσιακή εισπρακτική επιτυχία, επιβεβαιώνοντας ότι η αγορά ανταποκρίνεται θετικά σε μια «ασφαλή» εκδοχή της ιστορίας, όπου λείπουν τρομερές πτυχές της ζωής του. Σε αυτό το πλαίσιο, η αποσιώπηση των καταγγελιών είναι μια εμπορικά συμφέρουσα στρατηγική.

Το σινεμά ως εργαλείο αναθεώρησης

Ο κινηματογράφος έχει τη δύναμη να διαμορφώνει τη μνήμη. Για πολλούς νεότερους θεατές, η ταινία «Michael» ίσως αποτελέσει την πρώτη και ίσως τη μοναδική επαφή με τη ζωή του καλλιτέχνη. Ο μέσος εικοσάρης μπορεί μεν να γνωρίζει τραγούδια του, αλλά δεν έχει στη μνήμη του τα εξώφυλλα των περιοδικών και τα ρεπορτάζ της εποχής με τα σκάνδαλα. Δεν γνωρίζει την ποσότητα των καταγγελιών αλλά και των περιστατικών που δεν καταγγέλθηκαν ποτέ. Αυτό καθιστά την ευθύνη των δημιουργών ακόμη μεγαλύτερη.

Όταν ένα φιλμ αφαιρεί συστηματικά τα πιο αμφιλεγόμενα στοιχεία, δεν προσφέρει απλώς μια ελλιπή εικόνα, αλλά δημιουργεί μια εντελώς νέα πραγματικότητα. Μια εκδοχή της ιστορίας όπου τα δύσκολα ερωτήματα δεν τίθενται ποτέ ούτε καν υπαινικτικά.

Μετά τον θάνατό του, το 2009, η εικόνα του Τζάκσον αναδιαμορφώθηκε ενεργά. Η διαχείριση της κληρονομιάς του εξελίχθηκε σε μια εξαιρετικά επιτυχημένη επιχείρηση, με νέες κυκλοφορίες, παραστάσεις και τώρα μια μεγάλη κινηματογραφική παραγωγή. Όπως επισημαίνει η «Wall Street Journal», η μεταθανάτια εμπορική αξία του καλλιτέχνη βασίζεται σε μια προσεκτικά ελεγχόμενη αφήγηση, όπου τα αμφιλεγόμενα στοιχεία περιορίζονται ή εξαφανίζονται. Σε αυτό το πλαίσιο, η ταινία δεν είναι αυτοβιογραφική, αλλά φαντασίας. Έχει γίνει ουσιαστικά η διαχείριση της μνήμης του.

Μπορούμε να διαχωρίσουμε το έργο από τον δημιουργό;

Το ζήτημα, ωστόσο, δεν περιορίζεται στον Μάικλ Τζάκσον. Αγγίζει ένα ευρύτερο ερώτημα: Μπορεί το έργο ενός καλλιτέχνη να υπάρξει ανεξάρτητα από τον δημιουργό του;

Η συζήτηση αυτή έχει αναζωπυρωθεί τα τελευταία χρόνια, με περιπτώσεις όπως του Ρομάν Πολάνσκι και του Γούντι Άλεν. Υπάρχουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η τέχνη πρέπει να αξιολογείται αυτόνομα και οι άλλοι που θεωρούν ότι η ηθική διάσταση του δημιουργού είναι αναπόσπαστο μέρος της.

Στην περίπτωση του Τζάκσον το ερώτημα γίνεται ακόμη πιο περίπλοκο, λόγω της μεγάλης πολιτισμικής του επιρροής. Μπορεί κανείς να χορεύει στο «Billie Jean» αγνοώντας τις καταγγελίες; Ή μήπως αυτή η αγνόηση αποτελεί μορφή συνενοχής;

Δεν υπάρχει εύκολη απάντηση. Αλλά η αποφυγή της ερώτησης – όπως κάνει η ταινία – δεν είναι λύση. Μάλιστα, ο σκηνοθέτης Νταν Ριντ δήλωσε πρόσφατα: «Αν μπορείς να συμμετέχεις στην επιτυχία αυτής της ταινίας, τότε αυτό είναι καλό για εσένα. Πολλοί θα αγνοήσουν τυχόν ενστάσεις και θα πουν απλώς ότι είναι μια καλή μουσική ταινία, παραβλέποντας ότι αυτός ο άνθρωπος ήταν χειρότερος και από τον Τζέφρι Έπσταϊν».

Η ευθύνη της αφήγησης

Τελικά το πρόβλημα με το «Michael» δεν είναι ότι παρουσιάζει μια θετική εικόνα του καλλιτέχνη. Είναι ότι παρουσιάζει μια μονοδιάστατη εικόνα. Δεν γίνεται να καταρριφθεί ο μύθος, διότι ήταν ένας από τους σπουδαιότερους καλλιτέχνες που έχουν υπάρξει, όμως τουλάχιστον πρέπει να αναγνωριστεί η σκοτεινή του πλευρά και όχι να κοροϊδευόμαστε μεταξύ μας αγνοώντας τα θύματα.

Η ζωή του Μάικλ Τζάκσον ήταν γεμάτη αντιφάσεις: ιδιοφυΐα και εκκεντρικότητα, ευαλωτότητα και εξουσία, καλλιτεχνική λάμψη και βαθιά σκιά. Η αφαίρεση της σκιάς δεν φωτίζει την ιστορία, την παραμορφώνει.

Όπως επισημαίνουν πολλοί κριτικοί, ένα βιογραφικό φιλμ που αποφεύγει τα πιο δύσκολα ερωτήματα καταλήγει να είναι όχι απλώς ελλιπές, αλλά αναξιόπιστο και τελικά όχι βιογραφικό.

Σε τελική ανάλυση, το ερώτημα δεν αφορά μόνο τους δημιουργούς της ταινίας ή τη βιομηχανία. Αφορά και το κοινό. Σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι άμεσα διαθέσιμη, η άγνοια δεν είναι καθόλου αθώα, αλλά είναι συχνά επιλογή. Η επιτυχία τέτοιων ταινιών δείχνει ότι υπάρχει μια συλλογική διάθεση αποφυγής της δυσφορίας που προκαλεί η αλήθεια. Όπως σημειώνει ο «Guardian», η κουλτούρα της διασημότητας δεν επιβιώνει μόνο χάρη στους σταρ, αλλά και χάρη στο κοινό που επιλέγει να τους πιστεύει.

Η αλήθεια είναι επιλογή

Ο Μάικλ Τζάκσον παραμένει μια από τις πιο εμβληματικές μορφές της σύγχρονης κουλτούρας. Και ίσως αυτός είναι ο λόγος που η πλήρης αλήθεια γύρω από το πρόσωπό του παραμένει τόσο δύσκολο να ειπωθεί.

Η ταινία «Michael», ανεξάρτητα από την τεράστια επιτυχία της, είναι μια υπενθύμιση του πώς λειτουργεί η σύγχρονη πολιτισμική βιομηχανία: επιλέγοντας τι θα θυμόμαστε και τι θα ξεχνάμε.

Το ερώτημα δεν είναι αν ο Τζάκσον ήταν ιδιοφυΐα. Αυτό είναι αδιαμφισβήτητο. Το ερώτημα είναι αν μπορούμε ή αν θέλουμε να αναγνωρίσουμε ολόκληρη την εικόνα. Και, προς το παρόν, φαίνεται πως προτιμούμε να… χορεύουμε.

Διαβάστε επίσης:

Πόλεμο με το ΠΑΣΟΚ φέρνει το μανιφέστο του Τσίπρα

Το ΚΚΕ, οι υποκλοπές και τα «αγροτοδικεία»

8+2 σενάρια πυρηνικής απειλής

google_news_icon

Ακολουθήστε το topontiki.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις.

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, τη στιγμή που συμβαίνουν.

Το topontiki.gr σέβεται όλες τις απόψεις, αλλά διατηρεί το δικαίωμά του να μην αναρτά υβριστικά σχόλια και διαφημίσεις. Οι χρήστες που παραβιάζουν τους κανόνες συμπεριφοράς θα αποκλείονται. Τα σχόλια απηχούν αποκλειστικά τις απόψεις των αναγνωστών.

ΚΥΡΙΑΚΗ 10.05.2026 07:16